Δευτέρα, 19 Αυγούστου 2013

Μία άλλη άποψη για την περίπτωση Κουκίδη


 Στα πλαίσια της ιστορικής έρευνας και χωρίς να παίρνουμε θέση υπέρ της μιας ή της άλλης άποψης, αναδημοσιεύουμε το παρακάτω άρθρο που αναφέρεται στην περίπτωση του Κωνσταντίνου Κουκίδη:


Ένα μυθολογικό στοιχείο έχει εισχωρήσει στη σύγχρονη ιστορία μας και από τη συνεχή επανάληψή του υπάρχει ο κίνδυνος να καταγραφεί ως πραγματικό. Πρόκειται για τη δήθεν αυτοκτονία του Έλληνα φρουρού της Ακρόπολης την ημέρα που οι Γερμανοί κατέλαβαν την Αθήνα. Ύστερα από 63 ακριβώς χρόνια, έρχεται ο «Λαβύρινθος» να δώσει ένα οριστικό τέλος σ’ αυτόν τον μύθο, καταθέτοντας την αδιάψευστη θέση του και δίνοντας διευκρινίσεις για το πώς διαμορφώθηκε μία φήμη που κόντεψε να γίνει γεγονός.

Υπήρξε ή δεν υπήρξε ο Κωνσταντίνος Κουκίδης ως φυσικό πρόσωπο;
Ο Δήμος Αθηναίων, πριν καν έχει μία απάντηση σ’ αυτό το θέμα, είχε αποφασίσει προ ολίγων ετών, επί δημαρχίας Αβραμόπουλου, να τον τιμήσει με την ανέγερση ειδικού μνημείου στην αρχή της Λεωφ. Βας. Σοφίας. Τιμήθηκε λοιπόν ο απλός εκείνος στρατιώτης, ο νεαρός Κων. Κουκίδης, επειδή ως εντεταλμένος φρουρός της σημαίας μας στον ιερό βράχο αρνήθηκε να υποστείλει την ελληνική σημαία και να την αντικαταστήσει με τη γερμανική, την ώρα που μόλις είχε καταληφθεί η ελληνική πρωτεύουσα.
Και επειδή όχι μόνον  είχε αρνηθεί να υποστείλει τη σημαία μας, αλλά διαμαρτυρόμενος για το γεγονός αυτό καθεαυτό έπεσε από τον ιερό βράχο και βρήκε τραγικό θάνατο…
Την ημέρα που οι Γερμανοί κατέλαβαν την Αθήνα κανένας θανάσιμος τραυματισμός δεν σημειώθηκε, καμιά αυτοκτονία, κανένα βίαιο γεγονός δεν αναφέρθηκε. Στα ημερολόγια των γερμανικών στρατιωτικών μονάδων που εφάρμοσαν το σχέδιο κατάληψης της ελληνικής πρωτεύουσας δεν καταγράφηκε κανένα τέτοιο γεγονός. Ούτε στα αντίστοιχα αρχεία των ελληνικών στρατιωτικών διοικήσεων έχει καταγραφεί. Επιπλέον, επί πολλά χρόνια μετά τον πόλεμο έγιναν έρευνες και έρευνες στα στρατιωτικά αρχεία και στα μητρώα για να εντοπισθεί το πρόσωπο που φερόταν να έχει βρει τέτοιον τραγικό θάνατο, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
Εξετάστηκαν όλες οι περιπτώσεις. Ελέχθη ότι ο φρουρός της σημαίας στην Ακρόπολη τελικά δεν ήταν απλός στρατιώτης, αλλά εύζωνος της Ανακτορικής Φρουράς. Και πάλι η έρευνα ήταν αρνητική. Στη συνέχεια υποστηρίχθηκε πως ήταν νεαρός φαλαγγίτης (μέλος της ΕΟΝ, ΤΗΣ Νεολαίας του καθεστώτος) που του είχαν ανατεθεί τα καθήκοντα φρουρού της σημαίας. Σημειωτέον ότι πράγματι, κατά τους τελευταίους μήνες που η Ελλάδα έδινε τη μάχη εναντίον των Ιταλών και των Γερμανών είχαν χρησιμοποιηθεί σε διάφορες υπηρεσίες φύλαξης κρίσιμων σημείων της Αθήνας στελέχη της ΕΟΝ, ώστε να απελευθερωθούν οι μάχιμοι στρατιώτες και να προωθηθούν στο μέτωπο. Αλλά και εδώ η έρευνα δεν έφερε αποτελέσματα.
λεζανταΕρευνήθηκαν επίσης προσεκτικά οι εγγραφές κατά τις επίμαχες ημερομηνίες στα αστυνομικά τμήματα, στο ληξιαρχείο, στα νεκροταφεία της ευρύτερης περιοχής. Ουδέν αποτέλεσμα. Τέλος, έγινε μία δημόσια έκκληση στους συγγενείς, στους γείτονες ή στους γνωστούς του νεαρού Κωνσταντίνου Κουκίδη, που είχε βρει τον τραγικό θάνατο από την Ακρόπολη, να εμφανιστούν και να επιβεβαιώσουν ότι το πρόσωπο ήταν υπαρκτό ώστε να τιμηθεί μεταθανατίως για την ηρωική του πράξη. Είχε μάλιστα λεχθεί ότι τιμητικά θα έπρεπε να συνταξιοδοτηθούν οι στενοί συγγενείς ή τυχόν απόγονοί του. Κανείς δεν εμφανίστηκε. Κανείς δεν τον θυμόταν, κανείς δεν τον ήξερε…
Διότι ο Κωνσταντίνος Κουκίδης δεν βρήκε τον θάνατο το 1941, αλλά πέθανε από γηρατειά το… 1974! Και τότε, το 1941, δεν μπορούσε να είναι φαλαγγίτης της ΕΟΝ, ούτε κληρωτός στρατιώτης, επομένως ούτε φρουρός της σημαίας, διότι  ήδη ήταν ακριβώς 50 ετών! Και το κυριότερο, διότι φυσικά δεν αυτοκτόνησε την ημέρα που εισήλθαν στην Αθήνα οι Γερμανοί… Πράγματι, ο Κωνσταντίνος Κουκίδης ως Έλληνας πολίτης είχε ενοχληθεί για την κατάληψη της πατρίδας του από τους Γερμανούς. Όπως όλοι, άλλωστε. Ο ίδιος όμως, ως δημοσιογράφος που ήταν, όχι μόνο δεν διανοήθηκε να αυτοκτονήσει, Αλλά καθ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια της Κατοχής παρακολουθούσε τις συνεδριάσεις του γερμανικού και του ιταλικού στρατοδικείου και όταν κάποτε ο πόλεμος τελείωσε, το 1946, εξέδωσε ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο για την Κατοχική Δικαιοσύνη.
Το όνομά του περιεπλάκη  στην υπόθεση ως προϊόν μίας αθώας δημοσιογραφικής φάρσας. Στις 27 Απριλίου 1941, την ημέρα που οι Γερμανοί εισήλθαν ως κατακτητές στην Αθήνα, ο Κουκίδης παρακολουθούσε από περιέργεια τις κινήσεις των διαφόρων τμημάτων που έπαιρναν θέσεις στα στρατηγικά σημεία του λεκανοπεδίου και, εξ’ αιτίας και της απαγόρευσης κυκλοφορίας που υπήρχε σε ορισμένες περιοχές, καθυστέρησε πολύ να φτάσει στο γραφείο του, στην εφημερίδα που εργαζόταν. Οι υπόλοιποι συνάδελφοί του σημείωσαν την απουσία του και όταν κάποιος απ’ αυτούς αναρωτήθηκε « βρε παιδιά, τι έγινε εκείνος ο Κουκίδης;», ένας άλλος βρήκε την ευκαιρία για ένα ευφυολόγημα: « Δεν τα έμαθες ; Ο Κουκίδης δεν άντεξε στην ιδέα ότι μπήκαν οι Γερμανοί στην Αθήνα και πήγε στην Ακρόπολη και έπεσε από εκεί!»
Λίγο αργότερα όμως ο Κουκίδης εμφανίστηκε καθυστερημένος στη θέση του και κανείς δεν έδωσε σημασία στο πείραγμα που τον αφορούσε, η υπόλοιπη μέρα κύλησε με τη συγκέντρωση πληροφοριών για την πρώτη ημέρα της Κατοχής, ώστε να συγκροτηθεί το ρεπορτάζ που θα δημοσιευόταν στο φύλλο της επομένης. Ταυτόχρονα όμως, κάποιοι ανώνυμοι πολίτες που είχαν βρεθεί την ώρα του ευφυολογήματος στα γραφεία της εφημερίδας, επιχειρώντας να αντλήσουν πληροφορίες από πρώτο χέρι για τα συγκλονιστικά ιστορικά γεγονότα που διαδραματίζονταν, δεν υποπτεύθηκαν το (έστω ιδιότυπο) χιούμορ των δημοσιογράφων. Παραπάνω από ο,τι έπρεπε εύπιστοι, αναμετέδωσαν αυτό που είχαν ακούσει και από στόμα σε στόμα απλώθηκε σε όλη την Αθήνα, και όχι μόνο, η «είδηση» αναπλαθόμενη ως παιχνίδι « χαλασμένου τηλεφώνου». Ανύποπτοι οι εμπνευστές αυτής της συγκεκριμένης φάρσας ότι την ώρα που την υλοποιούσαν έγραφαν ιστορία, βρήκαν μία άχαρη στιγμή για να γελάσουν εκείνοι και οι φίλοι τους. Η φάρσα είχε ένα περιορισμένο περιβάλλον και φυσικά κανείς από το περιβάλλον εκείνο δεν φανταζόταν ότι έτσι θα μπορούσε να παραχθεί η ιστορία.
Όμως η φήμη αυτή, όπως τόσες και τόσες άλλες, θα είχε ολοκληρωτικά ξεχαστεί, αν ύστερα από αρκετές εβδομάδες ένας ανταποκριτής αγγλικής εφημερίδας από το Κάιρο δεν την τηλεγραφούσε και τελικά δημοσιευόταν. Αλλά η «είδηση» που καταχωρήθηκε περιείχε λεπτομέρειες που είχαν διαστρεβλώσει την πραγματικότητα. Γινόταν λόγος για στρατιώτη και όχι μεσήλικα δημοσιογράφο, ενώ στην αιτία της αιφνίδιας κατάθλιψης που οδήγησε στην αυτοκτονία είχε προστεθεί και η άρνηση του αυτόχειρα να υπακούσει στη διαταγή των κατακτητών να κατεβάσει την ελληνική σημαία για να την αντικαταστήσει με την γερμανική.
Στις 9 Ιουνίου δημοσιεύθηκε στη «Daily Mail» η ανταπόκριση του «ειδικού απεσταλμένου» της από το Κάιρο: « Ο Κώστας Κουκίδης Έλληνας στρατιώτης, φύλαγε την γαλανόλευκη στην Ακρόπολη, στην Αθήνα, όταν μία ομάδα από ναζί τον πλησίασε. Κρατούσαν την σβάστικα στα χέρια τους. «Κατέβασε την σημαία», του είπαν, «και ανέβασε την δική μας». Ο Κώστας δεν ήξερε την γλώσσα τους μα κατάλαβε. Έσφιξε τα δόντια του, έλυσε το σχοινί και αργά άρχισε να κατεβάζει την γαλανόλευκη. Αμίλητος… Ύστερα κοντοστάθηκε για μια στιγμή, κάρφωσε τα μάτια του στον Γερμανό επί κεφαλής και απότομα μ’ ένα σάλτο βρέθηκε στο διπλανό βράχο, τυλίχτηκε με τη σημαία και ρίχτηκε στο κενό. Διακόσια μέτρα βάθος».
Οι Γερμανοί δεν είχαν ανάγκη τέτοιας υπηρεσίας από τον Έλληνα φρουρό. Το πολυπληθές άγημά τους που το πρωί της μοιραίας ημέρας έφτασε στον Παρθενώνα, παρουσία φωτορεπόρτερ και κινηματογραφιστών επικαίρων, ύψωσε τη σβάστικα χωρίς κανένα επεισόδιο. Η έπαρση της σημαίας του κατακτητή προβλέπεται άλλωστε από το διεθνές δίκαιο και συμβολίζει την κυριαρχία του.
Ωστόσο αργότερα ο Γερμανός στρατιωτικός διοικητής αποφάσισε να υψώσει σε διπλανό ιστό στην Ακρόπολη και την ελληνική σημαία, αναγνωρίζοντας μ’ αυτόν τον τρόπο ότι η παραμονή των στρατευμάτων του είναι προσωρινή, ότι δεν προσαρτά το κατεχόμενο έδαφος και ότι η εθνική ανεξαρτησία δεν καταργείται. Υπό το πνεύμα αυτό, η διαταγή του ήταν ότι σε όποιο δημόσιο χώρο ή κτήριο υπάρχει η ελληνική σημαία, παραπλεύρως να υψώνεται η σβάστικα. Η γερμανική σημαία υψωνόταν μόνη σε όσα κτήρια στεγάζονταν στρατιωτικές υπηρεσίες του κατακτητή, ενώ σε όλη την Ελλάδα αποκλειστικά σε ένα κτήριο επετράπη να υψωθεί μόνη η ελληνική: στο κτήριο των Παλαιών Ανακτόρων, όπου έδρευε η ελληνική κατοχική κυβέρνηση.
Αυτό ήταν μια παραχώρηση για να αναγνωριστεί η εθνική κυριαρχία και ότι η γερμανική κατοχή ήταν προσωρινή.
Δύο μήνες αργότερα, μετά από την κήρυξη του γερμανοσοβιετικού πολέμου, οπότε η διοίκηση παραχωρήθηκε από τους Γερμανούς στους Ιταλούς, στα δημόσια κτήρια προστέθηκε από τις 25 Ιουνίου 1941 και Τρίτη σημαία, η ιταλική. Αυτή ήταν  η πραγματικότητα. Στα μεταπολεμικά χρόνια, όποτε πάλι ξαναεμφανιζόταν ένα δημοσίευμα που άνοιγε το θέμα του ατυχούς φρουρού της ελληνικής σημαίας στην Ακρόπολη, το θέμα επιβεβαιωνόταν και έκλεινε. Ιδιαίτερα όμως κατά τις τελευταίες δεκαετίες επιχειρήθηκε με επιμονή να παρουσιασθεί ως ιστορικό γεγονός και να τιμηθεί η «θυσία» του.
Αλλά η Ελλάδα και γενικότερα ο διαχρονικός Ελληνισμός δεν έχουν ανάγκη ψευδών και ανύπαρκτων  γεγονότων για να προβάλλεται ο ηρωισμός και το μεγαλείο της φυλής. Με τέτοιες μεθοδεύσεις υπάρχει απλώς μόνον ο κίνδυνος να μειωθεί η αξία των ανυπέρβλητων πραγματικών ηρωισμών και θυσιών της εποχής εκείνης που καταγράφηκαν στις μάχες των βορειοηπειρωτικών βουνών και των οχυρών. Ηρωισμών που υποχρέωσαν εχθρούς και φίλους να υμνούν την ελληνική αξία, με χαρακτηριστικότερο το γνωστό ύμνο του ίδιου του Χίτλερ (Ράιχσταγκ,4 Μαΐου 1941)


Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου