Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2013

ΠΩΣ ΕΓΙΝΕ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ


 του Δημοσθένη Κούκουνα


Οι Γερμανοί όταν κατέλαβαν την Ελλάδα, βρήκαν επικεφαλής της Εκκλησίας της Ελλάδος τον Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο, τον από Τραπεζούντος, ιεράρχη εξαιρετικά μορφωμένο και μάλιστα με γερμανική παιδεία, αλλά και ιεράρχη που είχε αναπτύξει πλούσια εθνική δράση σε κρίσιμες περιόδους. Λογικά οι Γερμανοί θα θεωρούσαν πολύ χρήσιμη την παρουσία του, ακριβώς λόγω της γερμανικής παιδείας του, πλην όμως έχει λεχθεί ότι τον είχαν χαρακτηρίσει ως εχθρική προσωπικότητα. Αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος είχε κάνει φραστικές επιθέσεις εναντίον της Γερμανίας, με το διάγγελμα που εξέδωσε όταν έγινε η γερμανική επίθεση.
Κατά τη γνώμη τους, το αρχιεπισκοπικό διάγγελμα δεν είχε περιορισθεί στην ενίσχυση του εθνικού αγώνα που διεξήγαγε η Ελλάδα, όπως άλλωστε αναγνωριζόταν ότι ήταν καθήκον του, αλλά είχε χαρακτηρισμούς και αιχμές προσβλητικές για το γερμανικό έθνος. Στο διάγγελμά του εκείνο, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Εκκλησία»[1] ο Χρύσανθος τόνιζε:
«Από της σήμερον και έτερος εχθρός, η Χιτλερική Γερμανία, αδίκως και ανάνδρως επιτίθεται κατά της ιεράς ημών Χώρας. Η Α.Μ. ο Βασιλεύς και η Εθνική Κυβέρνησις καλούσιν ημάς εις νέας θυσίας προς υπεράσπισιν της Πίστεως ημών και του Δικαίου και της Ελευθερίας.
Εις όμοιον αγώνα αποδύεται και ο ομόδοξος ηρωικός λαός ετέρας ιεράς γης, της γείτονος Γιουγκοσλαυίας, καθ’ ης την αυτήν ημέραν και ώραν ήρξατο επιτιθέμενος ο κοινός πολέμιος. Αι δυνάμεις της ύλης και του σκότους συνώμοσαν κατά της δυνάμεως του πνεύματος και του φωτός.
Αλλ’ ο μέγας Θεός, όστις είναι Πνεύμα, Φως και Ζωή, δεν θα επιτρέψη την βασιλείαν του σκότους, και, όπως μέχρι τούδε ενίσχυσεν όπλα τα ιερά και διά της απαραμίλλου ανδρείας και γενναιότητος υμών κατέρριψε τον εξ Ιταλίας αντίθετον Γολιάθ, ούτω θα συντρίψη και τον εκ Γερμανίας Εκατόγχειρα Τυρφέα, και θα ανατείλη και πάλιν εις την καθ’ ημάς Ανατολήν και καθ’ όλην την οικουμένην τον ήλιον της Δικαιοσύνης και Αληθείας.
Επί τη πίστει ταύτη η Εκκλησία της Ελλάδος ευλογεί τους νέους ιερούς αγώνας και εύχεται, ίνα ο ισχυρός του Κυρίου βραχίων κατευθύνη τους πιστούς Συμμάχους εις νέα τρόπαια νίκης και θριάμβους προς διάσωσιν του κινδυνεύοντος χριστιανικού πολιτισμού, εν ω και μόνω είναι δυνατόν να ζώσι καλώς οι ευγενείς λαοί. “Αλλ’ ή καλώς ζην ή τεθνηκέναι τον ευγενή χρη”...».
Για το διάγγελμά του εκείνο ο Χρύσανθος με τις απαξιωτικές φράσεις του κατά της χιτλερικής Γερμανίας, είχε γίνει αντικείμενο σκληρής κριτικής από τον ραδιοφωνικό σταθμό του Βερολίνου, πριν ακόμη οι Γερμανοί καταλάβουν την Αθήνα. Ωστόσο, θα ήταν υπερβολή να υποστηριχθεί ότι οι Γερμανοί θα ήθελαν να τον εκδικηθούν προσωπικά για το προαναφερόμενο κείμενο, που άλλωστε δεν έφερε μόνο την δική του υπογραφή, αλλά και άλλων αρχιερέων[2], για τους οποίους δεν εκδηλώθηκε εχθρική προδιάθεση από τους Γερμανούς μόλις ήλθαν. Την πρώτη ημέρα που εισήλθαν στην ελληνική πρωτεύουσα, ο στρατηγός Γκέοργκ Στούμε τον επισκέφθηκε στο μέγαρο της Αρχιεπισκοπής, αντιμετωπίζοντας μια ψυχρή στάση, ενώ προηγουμένως ο Αρχιεπίσκοπος είχε αρνηθεί να παραστεί στην παράδοση της πόλης και στην ταυτόχρονη επίκληση του ανοχύρωτου.
Μια άλλη σημαντικής σημασίας ενέργεια του Χρυσάνθου ήταν η άρνησή του να ορκίσει, ύστερα από τρεις ημέρες, την πρώτη κατοχική κυβέρνηση, παρά τις παρακλήσεις του προσωπικού φίλου του Πλάτωνα Χατζημιχάλη. Η νομοταγής άποψή του ήταν ότι, αφού υπήρχε ακόμη επί ελληνικού εδάφους η νόμιμη ελληνική κυβέρνηση, δεν θα έπρεπε να ορκισθεί άλλη, ή ότι – εν πάση περιπτώσει – δεν ήθελε να εμπλακεί σε πολιτική πράξη, όπως θα ήταν η αυτοπρόσωπη παρουσία του στην ορκωμοσία της κυβέρνησης.
Θα έλεγε κανείς ότι με την απόλυτη αυτή στάση του, άνοιγε τον δρόμο για να συντελεσθεί η απομάκρυνσή του από τον αρχιεπισκοπικό θρόνο. Ωστόσο, αρχικά ούτε οι ίδιοι οι Γερμανοί, ούτε ο στρατηγός Τσολάκογλου είναι εκείνοι που επεδίωξαν τέτοια ενέργεια. Θα χρειασθεί να καταβληθεί μεγάλη προσπάθεια για να μεταπεισθεί τελικά ο Τσολάκογλου ως προς αυτό, ενώ ο καθηγητής Λούβαρις στα απομνημονεύματά του είχε διατυπώσει την άποψη ότι ο Χρύσανθος «ανεγνώριζε την ανάγκην και την χρησιμότητα της κατοχικής Κυβερνήσεως». Κατηγορηματικά αντίθετη γνώμη, όμως, είχε διατυπώσει, απαντώντας στον Λούβαρι, ο καθηγητής Παναγιώτης Μπρατσιώτης, στενός φίλος του Αρχιεπισκόπου[3]. Σε συνέχεια, πρόσθετα στοιχεία είχαν δώσει ο κατά την έναρξη της Κατοχής νεαρός αρχιμανδρίτης Ιερώνυμος Κοτσώνης, που ανήκε στο στενό περιβάλλον του Χρυσάνθου και ήταν γραμματέας της Ιεράς Συνόδου[4] και ο αρχιμανδρίτης και μετέπειτα Μητροπολίτης Πατρών Νικόδημος Βαλληνδράς[5], αρχιδιάκονος του Χρυσάνθου και αυτήκοος όσων είχε πει εκείνος.
Αλλά απέναντι στον Χρύσανθο υπήρχε τότε ένας προσωπικός αντίπαλός του, ο προς στιγμήν εκλεγείς Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Δαμασκηνός. Μετά τα γεγονότα της αρχιεπισκοπικής εκλογής του 1938, ο Δαμασκηνός αρνήθηκε να επανέλθει στη Μητρόπολη Κορινθίας και επέλεξε να αυτοεξορισθεί στη Μονή Φανερωμένης στη Σαλαμίνα. Το δικτατορικό καθεστώς φοβόταν τις κινήσεις του Δαμασκηνού, με αποτέλεσμα ο υπουργός Ασφαλείας Κων. Μανιαδάκης να διατάξει την παρακολούθηση και φρούρησή του, χωρίς όμως να απαγορεύονται οι μετακινήσεις του. Αρκετές φορές, ιδίως τις νυκτερινές ώρες, ο Δαμασκηνός απομακρυνόταν από τη Σαλαμίνα και ερχόταν στην Αθήνα, πάντοτε όμως στενά παρακολουθούμενος από τους ανθρώπους του Μανιαδάκη.

 Η συνέχεια εδώ: http://aera2012.blogspot.gr/2012/04/blog-post_29.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου