Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βούλγαροι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βούλγαροι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 6 Ιουλίου 2018

Αδόλφος Χίτλερ και Μακεδονία. Για την αποκατάσταση της ιστορικής δικαιοσύνης.


 Τον τελευταίο καιρό έχει κυκλοφορήσει στο διαδίκτυο ένα έγγραφο του Γ' Ράιχ σχετικά με την στάση του Αδόλφου Χίτλερ για το μακεδονικό ζήτημα.
 Δίχως περισσότερους προλόγους το παραθέτουμε, με την μετάφρασή του:





Ο Φύρερ δήλωσε και πάλι ότι η διακήρυξη ανεξαρτησίας της Μακεδονίας πρέπει να συμβεί τώρα, χωρίς καθυστέρηση. Ως εκ τούτου, ο Υπουργός Εξωτερικών του Ράιχ απαίτησε, ανεξάρτητα από τις δικές σας σκέψεις, να υποδείξει με τηλεγράφημα και να ενημερωθεί την ίδια στιγμή, και αμέσως να αναφέρετε ποιος από εσάς θα είναι υπεύθυνος για τη διεξαγωγή της εν λόγω ενέργειας, και ότι αυτή η επιτροπή θα κηρύξει την ανεξαρτησία της Μακεδονίας .


Reinebeck Σημείωση: 1432 Να σταλεί στο προξενείο της Σόφια 05/09/44


 Σύμφωνα με αυτούς που το δημοσίευσαν και το αναδημοσίευσαν διαδικτυακώς, αυτό το έγγραφο αποδεικνύει ότι ο Αδόλφος Χίτλερ επιθυμούσε την απόσχιση της Μακεδονίας απ΄την Ελλάδα και την ανεξαρτητοποίησή της.

 Αυτό μπορεί να γίνει εύκολα πιστευτό από έναν άσχετο που δεν γνωρίζει τις συνθήκες και τις εξελίξεις εκείνης της εποχής.

 Για να κριθεί όμως σφαιρικά, και όχι αποσπασματικά, η θέση του Χίτλερ για το μακεδονικό, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το συνολικό πλαίσιο των γερμανοβουλγαρικών σχέσεων εκείνης της περιόδου, καθώς ως γνωστόν ο ψευδο"μακεδονισμός" ήταν μία πτυχή του βουλγαρικού επεκτατισμού.

 Η Βουλγαρία μπορεί να ήταν χώρα φιλική προς τον Άξονα, αλλά ποτέ δεν ενεπλάκη ενεργά στον Β΄Π.Π, όπως έκαναν π.χ η Ρουμανία ή η Ουγγαρία. Η φιλοαξονική της στάση ήταν περισσότερο καιροσκοπική και απόρροια των επεκτατικών της βλέψεων κατά της Ελλάδας πρωτίστως και της Γιουγκοσλαβίας δευτερευόντως.
 Έτσι, μόλις πλέον οι Βούλγαροι κατάλαβαν ότι η εξέλιξη του πολέμου σε βάρος του Άξονα είναι μη-αναστρέψιμη έσπευσαν να μεταβάλλουν την στάση τους.

Στις 20/08/1944 οι Σοβιετικοί εισβάλλουν στην Ρουμανία και εντός λίγων ημερών η ρουμανική άμυνα καταρρέει μαζί με το καθεστώς Αντονέσκου. Ο Κόκκινος Στρατός πλέον βρίσκεται μια ανάσα απ΄την Βουλγαρία.
 Στις 26/08/1944 ο πρωθυπουργός της Βουλγαρίας Μπαγκριάνοφ διακήρυξε την ουδετερότητα της Βουλγαρίας και παράλληλα ανακοινώθηκε στους Γερμανούς ότι τα βουλγαρικά στρατεύματα αποχωρούν απ΄την κεντρική Μακεδονία (μεταξύ των ποταμών Αξιού και Στρυμόνα) που ήταν υπό γερμανική κατοχή.
 Στις 02/09/1944 αναλαμβάνει πρωθυπουργός ο αγροτικός σοσιαλιστής Μουράβιεφ και ξεκινάει διαπραγματεύσεις με τους Συμμάχους και "δημοκρατικές" μεταρρυθμίσεις.

 Ήταν πλέον ολοφάνερο ότι η μεταστροφή της Βουλγαρίας ήταν απλά θέμα χρόνου, όπως και έγινε λίγες μέρες μετά.

Ο Χίτλερ φυσικά δεν μπορούσε να μείνει απαθής απέναντι σε αυτές τις αρνητικές γι'αυτόν εξελίξεις. 
 Έπρεπε με κάποιον τρόπο να πλήξει τους Βούλγαρους, και προφανώς σκέφτηκε να το κάνει με τον τρόπο που περιγράφει το συγκεκριμένο έγγραφο το οποίο φέρει ημερομηνία 05/09/1944 (δηλαδή εκείνες τις μέρες της μεταστροφής της Βουλγαρίας).
 Αυτή ήταν φυσικά μία σπασμωδική κίνηση απελπισίας που πρακτικά δεν είχε απολύτως καμμία αξία. Ο γερμανόφιλος Ιβάν Μιχαήλοφ που δρούσε στην περιοχή και ήταν φανατικός "μακεδονιστής" δεν είχε καμμία δύναμη για να υλοποιήσει αυτό το σχέδιο.

 Άλλωστε πουθενά δεν αναφέρεται ότι προχώρησε το ζήτημα της επίσημης αναγνώρισης της δήθεν "Μακεδονίας" απ΄το Γ' Ράιχ.

 Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι ο Χίτλερ δεν είχε ποτέ του σκοπό την δημιουργία ανεξάρτητου μακεδονικού κράτους ούτε την απόσχιση της Μακεδονίας απ΄την Ελλάδα.

Αν επιθυμούσε κάτι τέτοιο θα το είχε πράξει στα μέσα του 1941 όταν ήταν πανίσχυρος, ήλεγχε όλη την Ευρώπη και δεν είχε να δώσει λογαριασμό πουθενά.
 Δεν το έκανε όμως, διότι απλούστατα δεν το ήθελε.

 Οι κινήσεις απελπισίας ενός ανθρώπου που έχανε τον πόλεμο και έβλεπε τα πάντα να καταρρέουν γύρω του δεν μπορούν να αποτελέσουν ασφαλές κριτήριο για τις προθέσεις του, ειδικότερα απ΄την στιγμή που δεν είχε δώσει κανένα αντίστοιχο δείγμα κατά το παρελθόν.


Και ας μην βγούνε κάποιοι να πουν ότι και καλά παρέδωσε την ανατολική Μακεδονία και Θράκη στους Βούλγαρους το 1941. 
 Ναι μεν τους έδωσε άδεια εισόδου και προσωρινής στρατιωτικής κατοχής στα συγκεκριμένα ελληνικά εδάφη, αλλά ουδέποτε ενέκρινε την επίσημη προσάρτηση αυτών των εδαφών απ΄τους Βουλγάρους.
 Ούτε καν στο πιο στενό του σύμμαχο, τον Μουσσολίνι, δεν έδωσε άδεια να προσαρτήσει τα Επτάνησα..




Τετάρτη 18 Ιουνίου 2014

Ο ρόλος του Ιβάν Μιχαήλωφ στο μακεδονικό ζήτημα - μέρος β'


 Το εγχείρημα των Ιταλών με τους κομιτατζήδες απέτυχε, η Ιταλία λίγο αργότερα συνθηκολόγησε και οι Γερμανοί τους αντικατέστησαν σε ρόλο κατοχικών δυνάμεων στην δυτική Μακεδονία.
 Ο Μιχαήλωφ δεν αδράνησε. Απ΄τον Αύγουστο του '43 είχε προσεγγίσει τους Γερμανούς (αναφέρεται ότι επισκέφτηκε το Βερολίνο και ήρθε σε επαφή με τον Χάινριχ Χίμλερ) και τους πρότεινε την συγκρότηση ένοπλων τμημάτων της ΕΜΕΟ που θα δρούσαν στο πλάι των κατοχικών δυνάμεων κατά των ανταρτών στην δυτική Μακεδονία. Εκτός απ΄το στρατιωτικό σκέλος, ο Μιχαήλωφ μέσω των επαφών του με Γερμανούς αξιωματούχους προσπαθούσε να προετοιμάσει το έδαφος για την ίδρυση της "Μεγάλης Μακεδονίας".
 Το ενδεχόμενο όμως της δημιουργίας μιας "Μεγάλης Μακεδονίας", θα ξεσήκωνε θύελλα αντιδράσεων σε Ελλάδα και Αλβανία, αλλά κυρίως στη Βουλγαρία η οποία αποτελούσε και τον ισχυρότερο σύμμαχο της γερμανικής πολιτικής στα Βαλκάνια. Επομένως, παρ’ όλη την ανάγκη για έμψυχο δυναμικό στο χώρο της Μακεδονίας και τα στρατιωτικά οφέλη από μια πιθανή συνεργασία με την ΕΜΕΟ, ο γερμανός υπουργός Εξωτερικών Ρίμπεντροπ θεώρησε απαραίτητο να διακοπεί κάθε είδους υποστήριξη προς τον Μιχαήλωφ.

 Στο πλαίσιο της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής στα Βαλκάνια η Βουλγαρία ήταν το κυριότερο στήριγμά της και θα έπρεπε να αποφευχθεί κάθε ενέργεια η οποία θα μπορούσε να επιφέρει προβλήματα στις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών, Γερμανίας- Βουλγαρίας.
 Η γερμανική συνεργασία στη δημιουργία ανεξάρτητης Μακεδονίας ήταν σίγουρο ότι θα δυσαρεστούσε τη βουλγαρική κυβέρνηση η οποία θα θεωρούσε την κίνηση αυτή ως στρεφόμενη εναντίον της. Τα επιπρόσθετα κατοχικά βάρη που είχε επωμιστεί άλλωστε η Βουλγαρία σε Σερβία και Ελλάδα την τελευταία περίοδο δεν άφηναν περιθώρια ελιγμών στην γερμανική κυβέρνηση.
  Πρωταρχικό ρόλο στην παρούσα φάση έπαιζε η διασφάλιση των καλών σχέσεων με τη σύμμαχο Βουλγαρία και άρα η γερμανική κυβέρνηση δεν θα υποστήριζε τη θέση για ανεξάρτητη Μακεδονία ή την ένωση του ευρύτερου μακεδονικού χώρου με τη Βουλγαρία για να εξασφαλίσει τη στρατιωτική συνεργασία με τη ΕΜΕΟ. Υπό το βάρος όλων αυτών των παραγόντων, ο Χίτλερ δεν ενέκρινε τις πρωτοβουλίες που είχαν αναλάβει οι γερμανικές μυστικές υπηρεσίες και δεν συναίνεσε στην ανακήρυξη μιας ανεξάρτητης Μακεδονίας.

 Παρ'όλ'αυτά, σιωπηρά οι Γερμανοί εκπαίδευσαν στελέχη της ΕΜΕΟ στο Ζάγκρεμπ και το Βερολίνο και τους απέστειλαν στην βόρεια Ελλάδα όπου εντάχτηκαν στην Οχράνα. Οι επαφές με τον Μιχαήλωφ διακόπηκαν -επιφανειακά τουλάχιστον- για να αποφευχθεί η σύνδεση της γερμανικής πολιτικής με την προπαγάνδα υπέρ της ανεξάρτητης Μακεδονίας, ωστόσο οι Γερμανοί συνεργάζονταν με τον Ντίμιταρ Τσίλεφ, μέλος της ΕΜΕΟ και έναν από τους πιο έμπιστους ανθρώπους του Μιχαήλωφ.
 Μόλις το καλοκαίρι του 1944 συγκροτήθηκαν τρία "μακεδονικά τάγματα" σε  Έδεσσα, Καστοριά και στο Ξυνό Νερό της Φλώρινας. Η βάση τους ήταν οχρανίτες (όσοι από αυτούς δεν είχαν μεταπηδήσει στο κομμουνιστικό αυτονομιστικό ΣΝΟΦ) και στελέχη της ΕΜΕΟ. Εξοπλίστηκαν απ΄τους Γερμανούς και ήταν υπό την διοίκησή τους. Σημαντικό ρόλο στην οργάνωση αυτών των μονάδων έπαιξε ο απόστρατος βούλγαρος αξιωματικός Γκιόργκι Ντίμτσεφ που ήταν στενός συνεργάτης του Μιχαήλωφ.

 Ούτε αυτό το εγχείρημα όμως είχε κάποιο αποτέλεσμα. Με δεδομένο ότι η τροπή του πολέμου ήταν μη-αναστρέψιμη και η ήττα του Άξονα αναπόφευκτη, πολλοί εκ των εξοπλισμένων βουλγαρίζοντων διαπραγματεύονταν την μεταπήδησή τους στον ΕΛΑΣ. Μεταξύ αυτών ήταν ακόμα και ο Ντίμτσεφ που είδαμε παραπάνω.
 Ο Μιχαήλωφ μετά από διαβουλεύσεις με συνεργάτες του κατάλαβε πλέον ότι η ίδρυση ανεξάρτητου μακεδονικού κράτους όπως ο ίδιος το επιδιωκε ήταν ανέφικτη. Πέραν όλων των άλλων, υπήρχαν πλέον και οι παρτιζάνοι του Τίτο οι οποίοι μπορεί επίσης να μιλούσαν για αυτόνομη Μακεδονία ενταγμένη όμως στην ομοσπονδιακή Γιουγκοσλαβία. Ο Μιχαήλωφ ακολούθησε τους Γερμανούς στην αποχώρησή τους απ΄τα Βαλκάνια.


 Αυτή ήταν περιληπτικά η πορεία του φανατικού βουλγαρομακεδόνα Ιβάν Μιχαήλωφ. Επρόκειτο για μία ιδιάζουσα περίπτωση βούλγαρου ηγέτη που ησχολείτο αποκλειστικά και μόνο με το μακεδονικό, με αποτέλεσμα να μπορεί να χαρακτηριστεί περισσότερο τοπικιστής παρά εθνικιστής.
 Οι επιδιώξεις του περί δημιουργίας "Μεγάλης Μακεδονίας" ήταν εκτός πραγματικότητας καθώς ουσιαστικά στρεφόταν εναντίον όλων των εθνικών και πολιτικών στρατοπέδων της νότιας βαλκανικής, ενώ και από στρατιωτικής άποψης η οργάνωσή του ΕΜΕΟ ποτέ δεν απέκτησε αξιοσημείωτη δυναμική. Ο ίδιος δεν προσέγγισε τους κομμουνιστές, εν εντιθέσει με το σύνολο των κομιτατζήδων/οχρανιτών, και παρέμεινε σταθερά αντικομμουνιστής και γερμανόφιλος.
 Το μόνο που κατάφερε ήταν να ρίξει περισσότερο λάδι στην φωτιά του πολέμου και να συνεισφέρει ακουσίως στην ενίσχυση του τιτοϊκού "μακεδονισμού" που διέφερε ουσιωδώς απ΄τον βουλγαρομακεδονισμό που πρέσβευε ο ίδιος.

 Ένα πολύ ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι οι απόψεις του αντικομμουνιστή γερμανόφιλου Ιβάν Μιχαήλωφ περί ανεξάρτητης Μακεδονίας ταυτίζονται με τις απόψεις των Βούλγαρων κομμουνιστών πάνω στο θέμα:  http://istoriakatoxis.blogspot.gr/2014/03/blog-post_28.html


 Τα στοιχεία για τις δύο αναρτήσεις προέρχονται απ΄το έργο: "Πτυχές της δράσης της Οχράνα με βάση νεότερες βουλγαρικές πηγές (1941-1943)" της Όλγας Μπελεγάκη.

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014

Ο ρόλος του Ιβάν Μιχαήλωφ στο μακεδονικό ζήτημα - μέρος α'


Ο Ιβάν Μιχαήλωφ ήταν ένα απ΄τα πρόσωπα που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στον ευρύτερο μακεδονικό χώρο, όχι μόνο κατά την διάρκεια του Β'Π.Π. και της Κατοχής αλλά και από νωρίτερα.
 Το 1924 ανέλαβε την ηγεσία του εθνικιστικού τμήματος της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης (ΕΜΕΟ, στα σλάβικα λέγεται VMRO και εξακολουθεί να υφίσταται σήμερα ως κυβερνόν κόμμα των Σκοπίων) μετά την κρίση στους κόλπους της συγκεκριμένης βουλγάρικης οργάνωσης. Σκοπός της ΕΜΕΟ ήταν η προσάρτηση της Μακεδονίας στην Βουλγαρία, αλλά αν αυτό δεν ήταν εφικτό τότε αποδεχόταν και την ιδέα της αυτονόμησης της Μακεδονίας ως πρελούδιο της προσάστησής της στην Βουλγαρία.
 Ο Μιχαήλωφ ήταν εναντίον κάθε βουλγαρογιουγκοσλαβικής προσέγγισης που επιχειρούσε η βουλγάρικη κυβέρνηση, και είχε έρθει σε επαφή με την Ιταλία του Μουσσολίνι που βρισκόταν σε ανταγωνισμό με την Γιουγκοσλαβία για διάφορα ζητήματα, καθώς και με τους Κροάτες εθνικιστές Ουστάσι του Πάβελιτς.

Από τις αρχές του 1930 η Μιχαηλωφική ΕΜΕΟ, έχοντας τον απόλυτο έλεγχο στη βουλγαρική Μακεδονία, απομακρύνθηκε από την πολιτική ιδέα της αυτονομίας της Μακεδονίας που θα αποτελούσε μέσο προσάρτησης στη Βουλγαρία και προπαγάνδιζε την ίδρυση ενός ανεξάρτητου κράτους στο χώρο της Μακεδονίας με βουλγαρικό χαρακτήρα. Για την ΕΜΕΟ η πολιτική ταυτότητα «Μακεδών» ήταν απόλυτα συμβιβάσιμη με την εθνική ταυτότητα Βούλγαρος.
  Όταν ο Μιχαήλωφ συνειδητοποίησε ότι τα συμφέροντα του βουλγαρικού κράτους δεν συνέπιπταν με αυτά των Βουλγαρομακεδόνων, επιδίωξε την ίδρυση ενός νέου κράτους δηλαδή, ενός δεύτερου βουλγαρικού κράτους στη Μακεδονία. Το κράτος αυτό θα είχε προνομιακές σχέσεις με τη Βουλγαρία, αλλά παράλληλα θα ακολουθούσε μια πολιτική ανεξάρτητη από εκείνη της Σόφιας επιζητώντας ταυτόχρονα και την πολιτική αυτονομία του βουλγαρικού τμήματος της Μακεδονίας.
  Αυτή η νέα θέση της ΕΜΕΟ είχε προκαλέσει σοβαρές αντιδράσεις στο εσωτερικό της Βουλγαρίας, με αποτέλεσμα το 1934 η καινούρια βουλγαρική κυβέρνηση του Γκεοργκίεφ να διαλύσει βιαίως την ΕΜΕΟ. Ο Μιχαήλοφ κατέφυγε αρχικά στην Τουρκία.

 Μετά την κατάληψη της Γιουγκοσλαβίας απ΄τα γερμανικά στρατεύματα και την διάλυσή της το 1941, ο Μιχαήλωφ εγκαταστάθηκε στο Ζάγκρεμπ στα πλαίσια της συνεργασίας του με τους Ουστάσι. Παρά την αμνηστία που του χορηγήθηκε απ΄την βουλγαρική κυβέρνηση δεν επέστρεψε στην Βουλγαρία και σιγά-σιγά διαχώριζε την θέση του από αυτή. Ο λόγος ήταν ότι έβλεπε ότι η επιδιωκόμενη ένωση ολόκληρης της Μακεδονίας με τη Βουλγαρία δεν θα πραγματοποιούνταν και ότι ο ντόπιος πληθυσμός της σέρβικης Μακεδονίας (σημερινά Σκόπια) εξέφραζε πλέον ανοιχτά τη δυσαρέσκειά του προς τη βουλγαρική κατοχική διοίκηση. Συγχρόνως ο Μιχαήλωφ έβλεπε ότι η εξέλιξη του πολέμου δεν ήταν υπέρ του Άξονα.
 Έτσι η ΕΜΕΟ επανήλθε στο σύνθημα "Ενιαία και ανεξάρτηση Μακεδονία", χωρίς όμως να υποστηρίζει τη ύπαρξη μακεδονικού έθνους, καθώς θεωρούσε ότι η Μακεδονία αποτελούσε απλά μια γεωγραφική έννοια, μη αναγνωρίζοντας το Μακεδονικό έθνος σαν εθνογραφική οντότητα. Για τον Μιχαήλωφ οι Μακεδόνες δεν ήταν τίποτα άλλο παρά Μακεδόνες Βούλγαροι. 
 Αυτό που προείχε για τον Μιχαήλωφ σε κάθε περίπτωση, ήταν η προώθηση των βουλγαρομακεδονικών συμφερόντων και όχι το σύνολο της βουλγαρικής εξωτερικής πολιτικής. Στο γεγονός αυτό οφείλεται σε σημαντικό βαθμό και η διαφοροποίηση της πολιτικής της ΕΜΕΟ από την επίσημη βουλγαρική πολιτική. Για τον Μιχαήλωφ αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση η ενοποίηση ολόκληρου του μακεδονικού χώρου.

 Όσον αφορά την Ελλάδα, ο Μιχαήλωφ έπαιξε σημαντικό παρασκηνιακό ρόλο στον εξοπλισμό των βουλγαρίζοντων σλαβόφωνων της δυτικής Μακεδονίας το 1943. Κατόπιν πιέσεών του, και με την μεσολάβηση του ηγέτη της Κροατίας Άντε Πάβελιτς, πείστηκαν οι Ιταλοί να επιτρέψουν τον εξοπλισμό των βουλγαρίζοντων. Σημαντικό ρόλο σε αυτά τα γεγονότα έπαιξαν Βούλγαροι αξιωματικοί όπως οι Κάλτσεφ και Μλαντένωφ και ο βουλγαρόφιλος Ιταλός υπολοχαγός Ραβάλι.
 Έτσι ιδρύθηκε τον Μάρτιο του 1943 στην Καστοριά το "Βουλγαρο-Μακεδονικό Επαναστατικό Κομιτάτο παρά τω Άξονι", που λεγόταν και  Αξονομακεδονικό Κομιτάτο ή απλά Κομιτάτο, και τα μέλη του έμειναν γνωστοί ως κομιτατζήδες ή οχρανίτες (Οχράνα ήταν η ονομασία της "αστυνομίας" του Κομιτάτου).
 Η βουλγαρική κυβέρνηση ήταν επιφυλακτική απέναντι στον εξοπλισμό των κομιτατζήδων, εν αντιθέσει με την ΕΜΕΟ του Μιχαήλωφ που στήριζε ανοιχτά το Κομιτάτο.

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

Οι επίσημες ανθελληνικές θέσεις των Βούλγαρων κομμουνιστών για το μακεδονικό ζήτημα σύμφωνα με δικά τους ντοκουμέντα


 Όταν οι αριστεροί στριμώχνονται αναφορικά με την αντεθνική συνεργασία τους με τους Βούλγαρους μετά τον Σεπτέμβριο του 1944, ισχυρίζονται ότι η νέα -ελεγχόμενη απ΄το Κ.Κ.Βουλγαρίας- κυβέρνηση του Πατριωτικού Μετώπου (= βουλγαρικό ΕΑΜ) που είχε εγκαθιδρυθεί πλέον στην γειτονική χώρα ήταν σύμμαχος και δεν είχε εδαφικές αξιώσεις εναντίον της Ελλάδας όπως είχαν οι προηγούμενες φιλοαξονικές βουλγάρικες κυβέρνησεις.
 Δυστυχώς όμως γι'αυτούς, τα γραπτά των Βούλγαρων ομοϊδεατών τους τους εκθέτουν.

Η παρακάτω ανακοίνωση του Πατριωτικού Μετώπου της Βουλγαρίας είναι αποκαλυπτική όσον αφορά τους στόχους των Βούλγαρων κομμουνιστών για την Μακεδονία:



 

Το παραπάνω ντοκουμέντο δημοσιεύτηκε στο βιβλίο "Από την ήττα στη νίκη" της Τσόλα Ντραγκοϊτσεβα, σελ. 241-243, και είναι άκρως αποκαλυπτικό και ξεκάθαρο όσον αφορά τις επίσημες προθέσεις των Βούλγαρων κομμουνιστών για αυτονόμηση της Μακεδονίας.

 Η Ντραγκοϊτσεβα ήταν μέλος του ΚΚΒ απ΄το 1919 και τον Απρίλιο του 1940 έγινε μέλος του Πολιτικού Γραφείου του κόμματος, έχοντας την θέση του οργανωτικού γραμματέα. Ανέλαβε σημαντικό ρόλο στην οικοδόμηση του Πατριωτικού Μετώπου και ανέλαβε γενικός γραμματέας στην Εθνική Επιτροπή του. Ήταν δηλαδή ηγετικό στέλεχος του ΚΚΒ και σίγουρα ο λόγος της είχε μεγάλη βαρύτητα.

 Συνεπώς, πέραν της παραπάνω αποκαλυπτικής ανακοίνωσης, οι απόψεις της για το μακεδονικό ζήτημα γενικώς έχουν μεγάλο ενδιαφέρον καθώς αναμφίβολα εξέφραζαν την κομματική γραμμή.
Ας δούμε τι έλεγε (σελ.244-245):



Αν διαβάσει κάποιος το παραπάνω απόσπασμα, είναι λογικό να θεωρήσει ότι γράφτηκε από έναν σκληροπυρηνικό βούλγαρο σωβινιστή και όχι από μία εκπρόσωπο του ...προλεταριακού διεθνισμού!
 Η Ντραγκοϊσεβα θεωρούσε ότι με την συνθήκη του Αγίου Στεφάνου η Βουλγαρία διαμορφώθηκε στα ιστορικο-εθνικά της όρια, ενώ αντιθέτως η συνθήκη του Βερολίνου κατακομμάτιασε τον βουλγαρικό λαό.
  Σύμφωνα με την ίδια, οι βαλκανικοί πόλεμοι και ο Α' Παγκόσμιος είχαν σαν αποτέλεσμα "να κοπούν νέα κομμάτια απ΄το σώμα της Βουλγαρίας και να αποκοπούν με την βία απ΄την εθνική κοινότητα νέες συμπαγείς μάζες βουλγάρικου πληθυσμού". 
 Μιλάει επίσης για την ΕΜΕΟ και την διάσπασή της, για τον Γκότσε Ντέλτσεφ και τον Σαντάσκη (πρωτοπόρους του βουλγαρομακεδονικού αυτονομισμού στις αρχές του 20ου αιώνα), την επανάσταση του Ίλιντεν που στόχευε στην "λευτεριά και την ένωση των καταπιεζόμενων Βούλγαρων της Μακεδονίας και της Θράκης με το ελεύθερο τμήμα της Βουλγαρίας" κ.α.

Αυτή η υιοθέτηση σωβινιστικών απόψεων από μία φανατική υψηλόβαθμη βουλγάρα κομμουνίστρια δείχνει ότι οι Βούλγαροι κομμουνιστές ήταν πρώτα Βούλγαροι και μετά κομμουνιστές. Ο διεθνισμός τους ήταν περισσότερο στα λόγια και λιγότερα στα έργα, εν αντιθέσει με τους ελληνόφωνους ομοϊδεάτες τους.
 Φυσικά, δεν γεννάται θέμα για το αν η ηγεσία του ΚΚΕ γνώριζε τότε τις παραπάνω ανθελληνικές θέσεις των βουλγάρων συντρόφων τους.
 Είναι δεδομένο πως τις γνώριζε, διότι άλλωστε δεν ήταν καινούριες. Το ΚΚΒ είχε κάνει σαφείς τις ανθελληνικές του θέσεις στο μακεδονικό απ΄την δεκαετία του '20 στα πλαίσια της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας και της Γ΄ Κομμουνιστικής Διεθνούς.
 Παρ'ολ'αυτά δεν είχε απολύτως κανένα πρόβλημα να συνεργαστεί μαζί τους και να συμπράξει ανοικτά με τον (ελεγχόμενο απ΄τους βούλγαρους κομμουνιστές πλέον) βουλγάρικο στρατό τον Σεπτέμβριο-Οκτώβριο του 1944 προκειμένου να πολεμήσει τους αντάρτες του Τσαούς Αντών και να εδραιώσει την εαμική εξουσία στην ανατολική Μακεδονία και Θράκη.

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Οι μάχες των ανταρτών των ΕΑΟ εναντίον ελασιτών και Βουλγάρων


 Όπως είχαμε δει εδώ οι κοινές επιχειρήσεις ελασιτών και Βουλγάρων κατά των ανταρτών του Τσαούς Αντών το φθινόπωρο του '44 δεν ήταν ιδιαίτερα επιτυχείς, σύμφωνα με παραδοχές υψηλόβαθμων κομμουνιστών.
 Χαρακτηριστικά ήταν τα παραδείγματα των συγκρούσεων που έγιναν στην Σταυρούπολη και στον Κεχρόκαμπο.

 Στην Σταυρούπολη ήταν εγκατεστημένο το 1ο τάγμα του 41ου συντάγματος των ΕΑΟ. Το συγκεκριμένο σύνταγμα είχε στρατιωτικό διοικητή τον ταγματάρχη Δρακόπουλο και καπετάνιο τον Αναστάση Τοπούζογλου. Το 2ο τάγμα ήταν στο κοντινό Νεοχώρι.
 Στις 24/09/1944 έφτασαν αιφνιδιαστικά σε υψώματα γύρω απ΄την Σταυρούπολη τμήματα του 81ου συντάγματος του ΕΛΑΣ (αυτό το σύνταγμα συγκροτήθηκε και έδρασε αρχικά στον γερμανοκρατούμενο Έβρο και από εκεί μετέβη στην Ξάνθη μετά την μεταστροφή της Βουλγαρίας). Την επομένη, οι αξιωματούχοι του ΕΛΑΣ ζήτησαν απ΄τον Δρακόπουλο να παραδώσει τον οπλισμό του 1ου τάγματος που έδρευε στην Σταυρούπολη. Ο Δρακόπουλος αντιλαμβανόμενος το κρίσιμο της κατάστασης καταφερε να κερδίσει χρόνο τον οποίο αξιοποίησε για την καλύτερη αμυντική οργάνωση των αντρών του.
 Μετά από πέντε ώρες απάντησε αρνητικά στους ελασίτες, οι οποίοι εξαπέλησαν επίθεση. Απέτυχαν παταγωδώς. Και όχι μόνο αυτό, αλλά το ξημέρωμα της 26ης Σεπτεμβρίου 1944 βρήκε τα τμήματα του 81ου συντάγματος του ΕΛΑΣ να προσπαθούν να αποφύγουν την διάλυση. Τελικώς υποχώρησαν ατάκτως αφήνοντας πίσω 6 νεκρούς, ένας εκ των οποίων ήταν Βούλγαρος.
 Σύμφωνα με τον καπετάνιο του 81ου συντάγματος Βαγγέλη Κασάπη (γνωστό ως Κρίτωνα):
 "Κάτω από τις συνθήκες αυτές τα τμήματα σφυροκοπούμενα από δραστικά πυρά, ευτυχώς δίχως απώλειες, αλλά σε αξιοθρήνητα χάλια, συμπτύχθηκαν στην Ξάνθη. Και το χειρότερο, οι ελασίτες χάσανε, και πολύ δικαιολογημένα, την εμπιστοσύνη τους στις ικανότητες της διοίκησής τους".

 Οι αντάρτες των ΕΑΟ δεν είχαν απώλειες. Λίγες μέρες μετά την μαχη άφησαν ελεύθερους 32 ελασίτες που είχαν πιάσει αιχμάλωτους.

 Στις 01/10/1944 έγινε δεύτερη επίθεση κατά της Σταυρούπολης με ανοικτή σύμπραξη ελασιτών και Βουλγάρων. Η Σταυρούπολη καταλήφθηκε, κυρίως χάρη στο βουλγαρικό πυροβολικό, και το 41ο σύνταγμα των ΕΑΟ συμπτύχθηκε στο Νεοχώρι και στις γύρω περιοχές όπου συνεχίζονταν οι μάχες.
Παράλληλα δυνάμεις του ΕΛΑΣ εγκαταστάθηκαν στον Κεχρόκαμπο με σκοπό να εμποδίσουν διέλευση τμημάτων των ΕΑΟ προς την Σταυρούπολη.
  Το 25ο σύνταγμα και το ανεξάρτητο σύνταγμα Παγγαίου των ΕΑΟ επιτέθηκαν στον Κεχρόκαμπο στις 07/10/1944. Μετά από πέντε ώρες ο Κεχρόκαμπος καταλήφθηκε. Οι ελασίτες απεχώρησαν με 15 νεκρούς και 28 τραυματίες.
 Πλέον ο δρόμος προς την Σταυρούπολη ήταν ανοικτός, αφού μικρά τμήματα βουλγαρικού στρατού που ήταν λίγο έξω απ'την πόλη δεν αποτελούσαν σοβαρό πρόβλημα.
 Το βράδυ όμως της ίδιας μέρας μαθεύτηκε ότι τμήματα ελασιτών και Βουλγάρων είχαν ξεκινήσει απ΄την Δράμα και την Καβάλα και επιχειρούσαν κατά του 71ου συντάγματος των ΕΑΟ που αναγκαζόταν να συμπτυχθεί προς τα ορεινά. Ο κίνδυνος κύκλωσης των τμημάτων που θα επιχειρούσαν κατά της Σταυρούπολης ήταν ορατός, και έτσι η επιχείρηση ανακατάληψής της ματαιώθηκε.

  Λίγες μέρες μετά, ξεκίνησε σταδιακά η αποχώρηση των Βούλγαρων απ΄τα ελληνικά εδάφη.  
Το κακό όμως ήταν ότι η ενεργός συμμετοχή του βουλγαρικού στρατού με το πυροβολικό του και τα πολεμοφόδια του στην ενδοελληνική σύγκρουση είχε επιτρέψει στον ΕΛΑΣ να κατέχει τις πεδινές περιοχές και τις μεγάλες πόλεις. Συν τοις άλλοις, οι Βούλγαροι αποχωρώντας άφησαν σημαντικές ποσότητες πολεμικού υλικού στον ΕΛΑΣ.
 Αντιστρόφως οι δυνάμεις των ΕΑΟ αν και είχαν επιτύχει σημαντικές νίκες κατά των αντιπάλων τους, ήταν εκ των πραγμάτων αναγκασμένες να παραμένουν στα ορεινά έχοντας να αντιμετωπίσουν σημαντικά προβλήματα ανεφοδιασμού.

 Όταν έγινε γνωστή η σταδιακή αποχώρηση των Βουλγάρων, οι ΕΑΟ άρχισαν να πλησιάζουν τις μεγάλες πόλεις, με πρώτο στόχο την Δράμα. Τόσο η ηγεσία τους όσο και οι αντάρτες γνώριζαν πολύ καλά ότι υπερτερούσαν μαχητικώς των ελασιτών (παρά το ότι εκείνοι είχαν καλύτερο εξοπλισμό), οι οποίοι πλέον δεν θα είχαν και την καθοριστική ενίσχυση του τακτικού βουλγαρικού στρατού.
 Πράγματι τα πρώτα τμήματα των ΕΑΟ κατέλαβαν αμαχητί τα χωριά Καλλίφυτο, Ξηροπόταμος, Μοναστηράκι κ.α. που ήταν πολύ κοντά στην Δράμα. Τότε όμως, και συγκεκριμένα στις 11/10/1944 παρενέβη ο ταγματάρχης Κιτκατ που μετέβη εσπευσμένα στην περιοχή και συνέστησε στην ηγεσία των ΕΑΟ να σταματήσουν τις επιχειρήσεις διότι αναμένεται σύντομα κλιμάκιο της ελληνικής κυβέρνησης στην περιοχή για να διευθετήσει ειρηνικά τις όποιες διαφορές μεταξύ των αντάρτικων οργανώσεων.
  Η ηγεσία των ΕΑΟ υπάκουσε, και η αντιπροσωπεία της κυβέρνησης έφτασε στην Δράμα στις 17/10/1944. Έτσι σταμάτησαν προσωρινά οι ένοπλες συγκρούσεις και τον λόγο πλέον είχαν οι πολιτικοί.


 Πηγές: "Για τον ελληνικό βορρά" του Παρμενίωνα Παπαθανασίου
             "Σκληροί αγώνες και μεγάλες θυσίες" του Δημήτριου Καραϊσαρλή

Τρίτη 9 Ιουλίου 2013

Οι μεταβολές στην πολιτική διοίκηση της κατεχόμενης κεντρικής Μακεδονίας και η είσοδος σε αυτή βουλγαρικών στρατευμάτων


 Τον Δεκέμβριο του 1942 οι Βούλγαροι είχαν προτείνει επισήμως στους Γερμανούς να εισέλθει βουλγαρικός στρατός στην γερμανοκρατούμενη Μακεδονία για την τήρηση της τάξης προκειμένου να αποδεσμευτούν γερμανικά στρατεύματα για άλλες επιχειρήσεις. Οι Γερμανοί απάντησαν αρνητικά.
 Μερικούς μήνες αργότερα όμως και λόγω των ολοένα αυξανόμενων απαιτήσεων του πολέμου, οι Γερμανοί αναγκάστηκαν να επανεξετάσουν την βουλγαρική πρόταση.
 Σε σύσκεψη που έγινε στο γερμανικό στρατηγείο στην Θεσσαλονίκη στο τέλος Ιουνίου του ΄43, αποφασίστηκε να γίνει αποδεκτή η βουλγαρική πρόταση. Επιφορτίστηκε ο δρ Μέρτεν ως πολιτικός και οικονομικός σύμβουλος του στρατιωτικού διοικητή Θεσσαλονίκης-Αιγαίου, να μεταβεί στην Σόφια μαζί με τον βούλγαρο ταγματάρχη Μίτκωφ προκειμένου να ρυθμιστούν οι λεπτομέρειες της αποδοχής της βουλγαρικής προσφοράς.

 Στην Σόφια όμως η βουλγαρική κυβέρνηση προέβαλλε αυξημένες απαιτήσεις. Ζητούσε την πλήρη κατάργηση των ελληνικών κρατικών αρχών και την αντικατάστασή τους από βουλγαρικές υπηρεσίες. Ήταν προφανές ότι επιδίωκαν να αρπάξουν την ευκαιρία και να επιχειρήσουν μία ντε φάκτο προσάρτηση όπως είχαν κάνει και με την ήδη κατεχόμενη από αυτούς ανατολική Μακεδονία και Θράκη. Οι Γερμανοί όμως δεν δέχτηκαν τις υπερβολικές απαιτήσεις τους, και έτσι οι Βούλγαροι αρκέστηκαν στο να προσφέρουν μία μεραρχία πεζικού αποτελούμενη από τρεις ταξιαρχίες, ένα σύνταγμα ιππικού και ένα σύνταγμα πυροβολικού.

 Ο Μέρτεν επέστρεψε στην Θεσσαλονίκη στις 04/07/1943 και ανακοίνωσε στον αναπληρωτή γενικό διοικητή Μακεδονίας Χρήστο Τέντζο την γερμανική απόφαση που συνοψιζόταν σε 4 σημεία:
 α) Η γερμανοκρατούμενη Μακεδονία μαζί με τα γερμανοκρατούμενα νησιά του βορείου Αιγαίου και τον Έβρο τίθενται υπό γερμανική πολιτική διοίκηση, με διοικητή τον Μέρτεν.
 β) οι αρμοδιότητες της ελληνικής κυβέρνησης των Αθηνών δεν θα ισχύουν για αυτές τις περιοχές. Οι υπάλληλοι θα παρέμεναν στις θέσεις τους αλλά θα εκτελούσαν πλέον εντολές της γερμανικής διοίκησης.
 γ) Στην περιοχή μεταξύ Στρυμόνα και Αξιού θα εγκαθίστατο βουλγαρικός στρατός, πλην της πόλης της Θεσσαλονίκης και των τριών χερσονήσων της Χαλκιδικής. Αυτό δεν σήμαινε την επέκταση της βουλγαρικής κατοχής ούτε ανάμιξη των Βουλγάρων σε θέματα διοίκησης.
 δ) Η ελληνική χωροφυλακή θα αποσυρόταν απ΄τις περιοχές αυτές και θα αντικαθίστατο από γερμανική αστυνομία.

Άμεσα, γερμανοί στρατιωτικοί σύμβουλοι ανέλαβαν τις διοικήσεις των νομών Κιλκίς, Χαλκιδικής και Στρυμόνος (το γερμανοκρατούμενο τμήμα του νομού Σερρών που ήταν δυτικά του ομώνυμου ποταμού Στρυμόνα), με τους Έλληνες νομάρχες να περιορίζονται σε ρόλο συμβούλων τους. Το ίδιο έγινε και στον δήμο Θεσσαλονίκης.
 Η γενική διοίκηση Μακεδονίας έπαυσε πλέον να υπάγεται στην κυβέρνηση των Αθηνών και η αλληλογραφία της με τα υπουργεία περνούσε υπό αυστηρό γεμρανικό έλεγχο. Γερμανική αστυνομία εγκαταστάθηκε κυρίως κοντά σε περιοχές που ήταν εγκατεστημένα βουλγαρικά στρατεύματα για την αποφυγή προστριβών με τους Έλληνες.
 Λίγες μέρες μετά, οι Γερμανοί αποφάσισαν να επαναφέρουν την χωροφυλακή στις θέσεις της, με την "μικρή" διαφορά ότι οι χωροφύλακες θα ήταν άοπλοι....

 Η εγκατάσταση Βουλγάρων μεταξύ Αξιού και Στρυμόνα άρχισε απ΄τις 10 Ιουλίου και είχε ολοκληρωθεί ως τις 20 του μηνός. Η βουλγαρική δύναμη (μία μεραρχία και δύο συντάγματα) τέθηκε υπό τις διαταγές της γερμανικής στρατιωτικής διοίκησης.
 Η διοίκηση της βουλγαρικής μεραρχίας εγκαταστάθηκε στον Λαγκαδά με μονάδες στην Ξυλούπολη, το Μελισσοχώρι, το Κιλκίς, τον Σταυρό Χαλκιδικής, τα Βασιλικά, τον Λαχανά και αργότερα στη Νιγρίτα.
 Παρά την παρουσία γερμανικής αστυνομίας, οι προκλήσεις των Βουλγάρων σε βάρος του ντόπιου ελληνικού πληθυσμού δεν ήταν διόλου ευκαταφρόνητες και ενίσχυσαν τα αρνητικά συναισθήματα των Ελλήνων εναντίον τους. Οι Γερμανοί σε γενικές γραμμές προσπαθούσαν να λειτουργήσουν κατευναστικά μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων, αλλά οι αυθαιρεσίες εκ μέρους των δεύτερων δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο.

 Εν τέλει, η γερμανική διοίκηση στην περιοχή δεν κράτησε και πολύ. Μετά από 7 μήνες, τον Φεβρουάριο του ΄44, οι Γερμανοί επέστρεψαν την πολιτική διοίκηση της περιοχής σε ελληνικά χέρια. Αλλά αυτό ήταν περισσότερο τυπικό, παρά ουσιαστικό. Ο γερμανικός έλεγχος επί της ελληνικής διοίκησης παρέμενε εντονότατος.
 Επίσης στις αρχές του ΄44, όταν και επεστράφη η πολιτική διοίκηση σε Έλληνες, η κατάσταση στην ύπαιθρο ήταν πολύ χειρότερη απ'ότι ήταν το καλοκαίρι του ΄43.
 Ο ΕΛΑΣ είχε δυναμώσει και συγκρουόταν ανελέητα με τους ένοπλους αντικομμουνιστές χωρικούς, με τους Γερμανούς είτε να παρακολουθούν είτε να υποδαυλίζουν αυτόν τον κατοχικό εμφύλιο.
 Οι δυνατότητες της ελληνικής διοίκησης να ασκήσει την όποια εξουσία μπορούσε δεδομένης της  παρουσίας των Γερμανών και των Βούλγαρων, ήταν πολύ μικρές και πρακτικά περιορίζονταν στην Θεσσαλονίκη.


 Εκτός απ΄την αναγκαιότητα αποδέσμευσης γερμανικών στρατευμάτων απ΄τις συγκεκριμένες περιοχές, οι Γερμανοί δεν φαίνεται να είχαν κάποιο άλλο ουσιαστικό όφελος από αυτές τις κινήσεις τους.
 Η ανάληψη εξ'αυτών της πολιτικής διοίκησης της Μακεδονίας περισσότερο κακό έκανε παρά καλό στην λειτουργία του κρατικού μηχανισμού, και αυτό φαίνεται πως το κατάλαβαν και οι ίδιοι γι'αυτό εφτά μήνες μετά την επέστρεψαν στους Έλληνες.
 Η είσοδος βουλγαρικών στρατευμάτων στην περιοχή μεταξύ Αξιού και Στρυμόνα ήταν άλλη μία λανθασμένη επιλογή τους. Μπορεί αυτό να μην σήμαινε επέκταση της βουλγαρικής κατοχής όπως ρητά είχαν διαβεβαιώσει, αλλά η παρουσία βουλγαρικού στρατού από μόνη της ήταν πρόκληση για τους Έλληνες. Συν τοις άλλοις οι Βούλγαροι δεν ήταν και οι πλέον αξιόπιστοι σύμμαχοι του Γ' Ράιχ και αυτό το απέδειξαν αργότερα μες στο 1944...


 Πηγές: "Η Κατοχή εν Μακεδονία" του Αθανάσιου Χρυσοχόου, τόμος 2ος τεύχος 2ο και τόμος 5ος.

Σάββατο 22 Ιουνίου 2013

Η συνεργασία ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και Βούλγαρων κατά του Τσαούς Αντών


 Μετά την μεταστροφή της Βουλγαρίας υπέρ των Συμμάχων τον Σεπτέμβριο του '44, τα βουλγαρικά κατοχικά στρατεύματα δεν αποχωρήσουν απ'τα ελληνικά εδάφη, όπως θα ΄πρεπε. Αντιθέτως παρέμεναν εντός ελληνικής επικράτειας, όντας υπό τις διαταγές της νέας φιλο-σοβιετικής βουλγαρικής κυβερνήσεως, και βοηθούσαν εμπράκτως το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ να αναλάβει την εξουσία στην ανατολική Μακεδονία και Θράκη.
 Η κατάσταση βέβαια ήταν πολύ ρευστή και είχε έντονο πολιτικό παρασκήνιο με το οποίο θα ασχοληθούμε σε άλλη ανάρτηση.

 Το πρόβλημα όμως τόσο για τους Βούλγαρους όσο κυρίως για τους ελασίτες ήταν η ύπαρξη των εθνικών αντάρτικων ομάδων που ήταν υπό την ηγεσία του Αντώνη Φωστερίδη (Τσαούς Αντών) και ήταν φυσικά αναγνωρισμένες και απ΄το Συμμαχικό Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής. Οι δυνάμεις του Τσαούς Αντών που έφεραν την επωνυμία ΕΑΟ/ΕΣΕΑ αποτελούσαν βραχνά για τους σκοπούς του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ (δηλαδή του ΚΚΕ) στην περιοχή. Οι πρώτες μεταξύ τους συγκρούσεις είχαν ήδη γίνει νωρίτερα μες στο 1944. Η συνέχεια της μεταξύ τους σύγκρουσης ήταν αναπόφευκτη.

 Από την μία μεριά ήταν ο ΕΛΑΣ με την σύμπραξη του μέχρι πρότινος κατοχικού βουλγαρικού στρατού που εν μία νυκτί μετετράπηκε σε συμμαχικό (!!!), και απ΄την άλλη μεριά οι άντρες των ΕΑΟ.
 Είναι προφανές ότι οι συσχετισμοί δυνάμεων ήταν σαφώς υπέρ των πρώτων.

 Οι δυνάμεις των κομμουνιστών ήταν οργανωμένες στην 6η μεραρχία του ΕΛΑΣ η οποία όπως είχαμε δει εδώ δεν συγκροτήθηκε για αντιστασιακό αγώνα, αλλά αποκλειστικά και μόνο για να επιβάλλει την εξουσία των κομμουνιστών στην περιοχή.
 Επιτελάρχης της 6ης μεραρχίας ήταν ο Κωνσταντάρας.
 Ο Κωνσταντάρας στο έργο του "Αγώνες και διωγμοί" ενώ είναι γενικώς αρκετά λεπτομερής στις περιγραφές του, εντούτοις αποφεύγει να αναφερθεί αναλυτικά στο ζήτημα των ενδοελληνικών συγκρούσεων του Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου 1944 και στο ζήτημα της συνεργασίας ελασιτών και Βούλγαρων.

Γράφει:
 "Στην συγκρουση ΕΛΑΣ και εθνικιστών, η ιστορική αλήθεια επιβάλει να λεχθεί ότι αναμίχτηκαν και οι Βούλγαροι ανάλογα με την ιδεολογική τους τοποθέτηση". [1]

Εδώ ισχυρίζεται ότι και οι δύο πλευρές (ΕΛΑΣ και ΕΑΟ) ενισχύονταν από Βούλγαρους.
 Από Βούλγαρους κομμουνιστές οι μεν, από Βούλγαρους αντικομμουνιστές οι δε.
 Μόνο που αυτό είναι ψέμα.
  Δεν υπάρχει το παραμικρό στοιχείο για ενίσχυση ή υποστήριξη των ανταρτών του Τσαούς Αντών από Βούλγαρους. Απλά ο Κωνσταντάρας, γνωρίζοντας την πικρή αλήθεια της συνεργασίας ελασιτών-Βουλγάρων προσπαθεί να πείσει ότι "και οι άλλοι συνεργάστηκαν με Βούλγαρους".

 Βέβαια ούτε καν ο ίδιος δεν φαίνεται να πολυπίστευε αυτά που ισχυριζόταν γιατί αμέσως παρακάτω έγραφε:

 "Απ΄την στιγμή όμως που επικράτησαν οι παρτιζάνοι και συνέλαβαν τον Συράκωφ και άλλους αξιωματικούς, άρχισε να παρουσιάζεται ως μονόπλευρη η βουλγαρική παρέμβαση".[2]

 Εδώ άφηνε να εννοηθεί ότι και καλά υπήρχε ένα μεσοδιάστημα στην διάρκεια του οποίου ο βουλγαρικός στρατός αμφιταλαντευόταν ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και στις ΕΑΟ του Φωστερίδη.
 Αυτό φυσικά είναι φαντασίωσή του.
 Δεν είχε ούτε την γενναιότητα να παραδεχτεί ευθέως ότι οι Βούλγαροι μόνο τον ΕΛΑΣ υποστήριζαν ανοικτά, αλλά το λέει πιο "κομψά" μιλώντας για "μονόπλευρη βουλγαρική παρέμβαση".

Ο βούλγαρος ιστορικός Ιορντάν Μπάεφ έγραφε πάνω στο θέμα:
 "Αμέσως μετά την 9η Σεπτεμβρίου η νέα βουλγαρική εξουσία συνδέθηκε στενά και συντονίστηκε με τις δυνάμεις του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ". [3]

Επίσης, ο καπετάνιος της Ομάδας Μεραρχιών Μακεδονίας (στην οποία υπαγόταν η 6η μεραρχία) Μάρκος Βαφειάδης διαψεύδει τον υφιστάμενό του Κωνσταντάρα και δεν διστάζει να παραδεχτεί την συνεργασία ελασιτών-Βουλγάρων, χωρίς βέβαια να αναφέρει το παραμικρό για ενίσχυση των Τσαούς Αντών απ΄τον βουλγαρικό στρατό:
 "..αυθόρμητα αποκαταστάθηκαν αγωνιστικές σχέσεις ανάμεσα στις δύο επαναστάσεις και άρχισαν να συνεργάζονται τα βουλγαρικά στρατεύματα με τα δικά μας. Και υποχωρώντας παρέδιναν τις πόλεις κλπ στον ΕΛΑΣ και ταυτόχρονα βάλανε στην διάθεση του ΕΛΑΣ βαρύ οπλισμό, πυρομαχικά κλπ. Κατ΄αυτόν τον τρόπο -χωρίς να πάρουν μέρος οι ίδιοι- βοηθούσαν τον ΕΛΑΣ στην διάλυση των τμημάτων Αντών Τσαούς στην ανατολική Μακεδονία". [4]

 Ο ιστοριογράφος των ΕΑΟ/ΕΣΕΑ Δημήτρης Καραϊσαρλής, βασιζόμενος σε βουλγαρικές στρατιωτικές πηγές, τονίζει ότι οι μονάδες που ενίσχυσαν τον ΕΛΑΣ ήταν η 16η και η 28η μεραρχία του βουλγαρικού στρατού. [5]

 Παρακάτω ο Κωνσταντάρας έγραφε:
 "Μπροστά στην δημιουργηθείσα κατάσταση, αμέσως μετά την απελευθέρωσή μου, εκδώσαμε επείγουσα διαταγή προς τα τμήματά μας να μην επιτρέπουν την ανάμιξη των παρτιζάνων, η οποία άλλωστε ήταν περιττή, γιατί ο ΕΛΑΣ με τις δυνάμεις του Έβρου ήταν κατα πολύ ισχυρότερος απ΄τους εθνικιστές" [6]


 Δεν είναι γνωστό αν αυτή η διαταγή στάλθηκε, αλλά ακόμα και να στάλθηκε είναι σίγουρο ότι δεν εφαρμόστηκε.

 Και πάλι ο Βαφειάδης ήταν αποκαλυπτικός:
 "Ε λοιπόν, σ'ολο αυτό το διάστημα ήταν βραχνάς το Γενικό Στρατηγείο πάνω απ΄το κεφάλι το δικό μας. 'Σταματήστε τις επιχειρήσεις ενάντια στον Αντών Τσαούς, σταματήστε την συνεργασία με τους Βούλγαρους, οι Άγγλοι διαμαρτύρονται..' τέτοια μας λέγανε. Εμείς από την μία μεριά αναγκαζόμαστε να στέλνουμε αυτές τις διαταγές στην 6η μεραρχία μας, αλλά απ΄την άλλη μεριά, με τον κομματικό δρόμο αναγκαζόμαστε να πούμε στον Ερυθριάδη να συνεχίσουν πιο έντονα τις επιχειρήσεις, για να συντομέψει ο χρόνος διάλυσης του Αντών Τσαούς" [7]


 'Όταν αρχίσαμε τις επιχειρήσεις ενάντια στα τμήματα του Αντών Τσαούς με απόρρητη διαταγή της ΟΜΜ που δεν την ανακοινώσαμε στο Γενικό Στρατηγείο και την συνεργασία με τα επαναστατημένα τμήματα του βουλγαρικού στρατού δεν πέρασε μέρα που να μην πάρουμε και μία διαταγή του Γενικού Στρατηγείου και του Σκόμπι να 'σταματήσουμε αμέσως τις επιχειρήσεις ενάντια στον Αντών Τσαούς και την συνεργασία με τους Βούλγαρους'. Εφτασαν μέχρι το σημείο να μας απειλούν ότι συνεγαζόμαστε με τους βούλγαρους κατακτητές" [8]



 Όσον αφορά την εξέλιξη των συγκρούσεων ο Βαφειάδης ξαναδιαψεύδει τον Κωνσταντάρα που όπως είδαμε υποστήριζε ότι ο ΕΛΑΣ από μόνος του ήταν πολύ ισχυρότερος απ΄τους άντρες των ΕΑΟ:

"Οι σύντροφοί μας εκεί πέρα δεν τα πολυκατάφερναν, πήγαινε σε μάκρος η δουλειά και τελικά δεν έγινε κατορθωτή η ολοκληρωμένη διάλυση του Τσαούς Αντών." [9]


 "Και παρά το γεγονός ότι η 6η μεραρχία δεν κατάφερε με κεραυνοβόλα ταχύτητα να διαλύσει τα τμήματα του Τσαούς Αντών, παρά την βοήθεια και των Βουλγάρων και οι επιχειρήσεις τράβηξαν σε μάκρος" [10]

 Σύμφωνα λοιπόν με τις παραδοχές του Βαφειάδη:
α) Η διοίκηση της Ομάδας Μεραρχιών Μακεδονίας (ΟΜΜ), δηλαδή ο Βαφειάδης και ο Μπακιρτζής, αγνοούσε επανειλημμένως τις διαταγές του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ όσον αφορά την ανατολική Μακεδονία, και έκανε ότι γούσταρε. Σε οποιοδήποτε σοβαρό στρατό του κόσμου θα είχε περάσει στρατοδικείο, σίγουρα θα είχε καθαιρεθεί και ίσως να αντιμετώπιζε ακόμη χειρότερες ποινές. Αυτός όμως όχι μόνο δεν καθαιρέθηκε αλλά λίγα χρόνια μετά ανέλαβε την ηγεσία του ΔΣΕ κατά τον συμμοριτοπόλεμο...
β) Η εξόφθαλμη συνεργασία ελασιτών-Βουλγάρων προκαλούσε σοβαρές αντιδράσεις ακόμα και στο Γ.Σ του ΕΛΑΣ, αλλά οι Βαφειάδης, Μπακιρτζής, Ερυθριάδης κλπ δεν έπαιρναν χαμπάρι..
γ) οι ελασίτες παρά την αμέριστη βοήθεια των Βουλγάρων, τα βρήκαν σκούρα με τους άντρες του Τσαούς Αντών. Ενδεικτικά αναφερουμε ότι δύο χαρακτηριστικές μάχες εκείνων των ημερών ήταν αυτή της Σταυρούπολης και αυτή του Κεχρόκαμπου. Για το σκέλος των στρατιωτικών επιχειρήσεων θα αναφερθούμε σε επόμενη ανάρτηση.

  
[1] "Αγώνες και διωγμοί" του Κώστα Κωνσταντάρα, σελ.269
[2] "Αγώνες και διωγμοί" του Κώστα Κωνσταντάρα, σελ.269
[3] "Δεκέμβρης του '44. Νεότερη έρευνα. Νέες προσεγγίσεις" επιμ. Γρηγόρη Φαράκου, σελ.171

[4] "Απομνημονεύματα" του Μάρκου Βαφειάδη, τόμος β', σελ. 204
[5] "Σκληροί αγώνες και μεγάλες θυσίες 1941-1944" του Δημήτριου Καραϊσαρλή, σελ.289
[6] "Αγώνες και διωγμοί" του Κώστα Κωνσταντάρα, σελ.269
[7] "Απομνημονεύματα" του Μάρκου Βαφειάδη, τόμος β', σελ. 204
[8] "Απομνημονεύματα" του Μάρκου Βαφειάδη, τόμος γ', σελ.199
[9] "Απομνημονεύματα" του Μάρκου Βαφειάδη, τόμος β', σελ. 204
[10] "Απομνημονεύματα" του Μάρκου Βαφειάδη, τόμος γ', σελ.199
 




Τρίτη 18 Ιουνίου 2013

Ο εξοπλισμός των βουλγαροκομιτατζήδων απ΄τους Ιταλούς το 1943


 Τον Μάρτιο του 1943 οι ιταλικές αρχές κατοχής στην Καστοριά πήραν την πρωτοβουλία να εξοπλίσουν βουλγαρόφιλους σλαβόφωνους απ΄την ευρύτερη περιοχή της Καστοριάς και των Πρεσπών. Ο σκοπός των Ιταλών ήταν η αντιμετώπιση των ανταρτών (του ΕΛΑΣ και της ΠΑΟ) που είχαν μόλις αρχίσει να κάνουν αισθητή την παρουσία τους στο γειτονικό Βόιο.
 Ο κύριος πρωτεργάτης αυτής της ενέργειας ήταν ο ιταλός υπολοχαγός Τζιοβάνι Ραβάλι, διευθυντής του γραφείου πληροφοριών στο ιταλικό φρουραρχείο Καστοριάς. Αυτός ήταν που πρότεινε τον εξοπλισμό των βουλγαρίζοντων και κατάφερε να πείσει επ΄αυτού τους ανωτέρους του.

Με τα όπλα που προσέφεραν οι Ιταλοί εξοπλίστηκε ένας σεβαστός αριθμός βουλγαρίζοντων. Οι εκτιμήσεις για τον αριθμό τους ποικίλουν. Οι πιο μετριοπαθείς υπολογισμοί τους έφερναν γύρω στους 2000, ενώ αλλού υπολογίζονταν εώς και 7.000. Γενικότερα ο υπολογισμός τους δεν ήταν εύκολη υπόθεση αφού επρόκειτο για ατάκτους που από ένα σημείο και μετά με ευκολία άλλαζαν στρατόπεδο και εντάσσονταν στον κομμουνιστικό ΕΛΑΣ.
 Αυτές οι εξοπλισμένες ομάδες έφεραν τον τίτλο Αξονοβουλγαρομακεδονικό Κομιτάτο, απ'όπου πήραν και την ονομασία κομιτατζήδες, και εγκατέστησαν φρουραρχεία και τοπικές επιτροπές σε κωμοπόλεις και χωριά της περιοχής. Αρχικά, επικεφαλής του Κομιτάτου στην Καστοριά ήταν ο Νίκος Σιστοβάρης, γνωστότερος και ως Μπάι Κόλε και υπαρχηγός ο Λουκάς Δαμιανίδης που ήταν ίσως η κυριότερη φυσιογνωμία του Κομιτάτου και διετέλεσε φρούραρχος στο ΄Αργος Ορεστικό. ΄Αλλοι τοπικοί ηγέτες των κομιτατζήδων ήταν οι Πασχάλης Καλλιμάνης, Κοσμάς Κυριακόπουλος ή αλλιώς Μπάι Κούζε, Χρήστος Νασκόπουλος, Παντελής Μακρής κ.α.

 Από στρατιωτικής άποψης οι κομιτατζήδες δεν επέδειξαν ιδιαίτερες αρετές. Κατά κανόνα αρκούνταν σε ρόλο βοηθητικό των ιταλικών στρατευμάτων κατοχής και επιδίδονταν σε αυθαίρετες εκτελέσεις, τρομοκρατία, πλιάτσικο, λεηλασίες και βιαιότητες σε βάρος των Ελλήνων.
 Γρήγορα οι Ιταλοί αντιλλήφθηκαν ότι τα προβλήματα που προκαλούσαν οι κομιτατζήδες με την συμπεριφορά τους ήταν περισσότερα απ΄τα όποια οφέλη είχαν να αποκομίσουν απ΄αυτούς. 'Ετσι απ΄τον Μάιο του '43 άρχισαν να επανεξετάζουν το ζήτημα προσβλέποντας στην αφαίρεση των  αρμοδιοτήτων που τους είχαν παραχωρήσει. Αυτό απετέλεσε και την αφορμή για το πρώτο κύμα της μεταπήδησης κομιτατζήδων στον ΕΛΑΣ. ΄Οπως είχαμε δει και εδώ τον Ιούνιο του ΄43 ξεκίνησαν οι προσχωρήσεις κομιτατζήδων στον ΕΛΑΣ.

 Ο πιο σημαντικός όμως λόγος  γι'αυτήν την αλλαγή στάσης των Ιταλών ήταν  επειδή κατάλαβαν πως οι κομιτατζήδες ήταν σταθερά προσανατολισμένοι προς την Βουλγαρία και δεν ενδιαφέρονταν φυσικά για την προάσπιση των ιταλικών συμφερόντων στην περιοχή.
 Αυτό ήταν  αναμενόμενο διότι ήταν φυσιολογικό οι βουλγαρίζοντες σλαβόφωνοι να είναι στραμμένοι προς την Βουλγαρία. Καθοριστικής σημασίας σε αυτό το θέμα ήταν και ο ρόλος του βούλγαρου υπολοχαγού Αντόν Κάλτσεφ που υπηρετούσε ως σύνδεσμος-διερμηνέας στο γερμανικό φρουραρχείο Φλωρίνης.

 Ο Κάλτσεφ καταγόταν απ΄το χωριό Σπήλαιο της Καστοριάς, ήταν στενός συνεργάτης του Ραβάλι και πολύ σύντομα ανεδείχθη στον κυριότερο παράγοντα εξοπλισμού των βουλγαρόφιλων της Καστοριάς και των Πρεσπών. Ο Ραβάλι πιθανότατα ήθελε να εκμεταλλευτεί την επιρροή του Κάλτσεφ στους βουλγαρίζοντες, αλλά στην πορεία μάλλον υποσκελίστηκε απ΄αυτόν, πράγμα λογικό αφού ο δεύτερος λόγω εθνικότητας μπορούσε να ασκήσει μεγαλύτερη επιρροή, ενώ καταγόταν κιόλας και απ΄την περιοχή.
 Επίσης ο Κάλτσεφ λόγω της θέσεώς του βρισκόταν σε διαρκή επικοινωνία τόσο με τις βουλγαρικές αρχές κατοχής στο Μοναστήρι (στα σημερινά Σκόπια που ήταν τότε υπό βουλγαρική κατοχή) όσο και με το βουλγαρομακεδονικό Κομιτάτο του Περλεπέ (επίσης των Σκοπίων) που είχε αρχηγό τον Ιβάν Μιχαήλοφ και εξόπλιζε ντόπιους βουλγαρόφιλους των Σκοπίων.
Παράλληλα οι Ιταλοί χάρη σε αλληλογραφία που έπεσε στα χέρια τους είχαν σημαντικές ενδείξεις ότι το Κομιτάτο του Περλεπέ καθοδηγούσε ανοικτά τους κομιτατζήδες της ιταλοκρατούμενης Μακεδονίας.

 Η επίσημη βουλγαρική κυβέρνηση δεν είχε άμεση εμπλοκή στον εξοπλισμό των κομιτατζήδων. Δεν δίστασε όμως μέσω δημοσιευμάτων στον ελεγχόμενο βουλγαρικό τύπο της εποχής να χαιρετίσει το γεγονός.

 Λίγους μήνες αργότερα, όταν οι Γερμανοί αντικατέστησαν τους Ιταλούς ως κατοχικός στρατός στην περιοχή, ακολούθησαν την πεπατημένη του εξοπλισμού των κομιτατζήδων.
  Για το ξεκίνημα του κακού όμως ευθύνονταν αναμφίβολα οι Ιταλοί οι οποίοι με τον εξοπλισμό των κομιτατζήδων άνοιξαν την όρεξη σε κάθε ανθελληνικό και καιροσκοπικό στοιχείο και προκάλεσαν αναστάτωση σε μια εθνικά ευαίσθητη ελληνική περιοχή. Με την άμεση εμπλοκή τόσο των ελασιτών (που δεν είχαν και τις πιο φιλελληνικές θέσεις για το μακεδονικό) όσο και του Τίτο το θέμα πήρε ανεξέλεγκτες διαστάσεις και παραλίγο να στοιχίσει ακριβά στον ελληνισμό.


Πηγές: "Λεηλασία φρονημάτων", τόμος α' του Ιωάννη Κολλιόπουλου.
           "Η Κατοχή εν Μακεδονία" του Αθανάσιου Χρυσοχόου, βιβλίο β' τεύχος β' 

Κυριακή 14 Απριλίου 2013

Η απελευθέρωση 11 κομμουνιστών απ΄τους Γερμανούς, κατόπιν βουλγαρικής παρέμβασης τον Ιανουάριο του 1942

Είχαμε αναφερθεί εδώ στην απελευθέρωση απ΄τους Γερμανούς 27 κομμουνιστών κρατουμένων απ΄τις φυλακές της Ακροναυπλιάς, κατόπιν βουλγαρικής παρέμβασης.
 Αυτή είναι η πιο γνωστή περίπτωση απελευθέρωσης κομμουνιστών χάρη στους Βούλγαρους. Δεν είναι όμως η μόνη.
 Κάτι παρεμφερές συνέβη και μερικούς μήνες μετά στην Θεσσαλονίκη, όπου είχε ιδρυθεί και δρούσε απ΄την αρχή της Κατοχής η Βουλγαρική Λέσχη.

 Κύρια δραστηριότητα της Βουλγαρικής Λέσχης ήταν ο συντονισμός της βουλγαρικής προπαγάνδας στην Μακεδονία. Η βουλγάρικη προπαγάνδα αποσκοπούσε στον προσεταιρισμό όσο το δυνατόν περισσότερων ντόπιων, κυρίως σλαβόφωνων, ώστε να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι στην Μακεδονία υπήρχε βουλγάρικος πληθυσμός.
 Παράλληλα όμως, η Βουλγαρική Λέσχη έδειχνε κάποια ιδιαίτερη "ευαισθησία" όσον αφορά τους φυλακισμένους Έλληνες κομμουνιστές. Ορμώμενοι από αυτήν την επιλεκτική "ευαισθησία" τους οι Βούλγαροι μεσολάβησαν για την απελευθέρωση κρατούμενων κομμουνιστών τον Ιανουάριο του 1942.

 Προς το τέλος του 1941 οι Γερμανοί συνέλλαβαν 23 κομμουνιστές και τους έκλεισαν στο στρατόπεδο "Παύλος Μελάς". Οι Βούλγαροι, δια της Λέσχης τους, παρενέβησαν και πέτυχαν την απελευθέρωση των 11 εξ'αυτών. Η επιχειρηματολογία των Βουλγάρων, που έγινε αποδεκτή απ΄τους Γερμανούς, βασιζόταν στο ότι οι κρατούμενοι δεν ήταν κομμουνιστές αλλά βουλγαρόφιλοι σλαβόφωνοι που είχαν υποστεί διώξεις απ΄τις ελληνικές αρχές λόγω των βουλγαρικών φρονημάτων τους.

 Συγκεκριμένα, οι 11 αποφυλακισθέντες κομμουνιστές ήταν οι εξής:

 1) Νέδελκος Παπανέδελκος.
     Κομμουνιστής απ΄την Θεσσαλονίκη και δραστήριο μέλος της αριστερής αυτονομιστικής οργάνωσης ΕΜΕΟ Ενωμένη απ΄την περίοδο του Μεσοπολέμου. Φυλακίστηκε στην Ακροναυπλιά επί Μεταξά και αποφυλακίστηκε στις 12/06/1941 κατόπιν παρέμβασης της γερμανίδας συζύγου του ή του αδελφού του Ηλία. Ήρθε σε επαφή με την βουλγαρική πρεσβεία στην Αθήνα και πέτυχε την μεσολάβηση των Βουλγάρων για την γνωστή απελευθέρωση των 27 κρατουμένων κομμουνιστών τέλος Ιουνίου του 1941. Μετά πήγε στην Θεσσαλονίκη, όπου συνελλήφθη και πάλι απ΄τους Γερμανούς στις 2/11/1941. Με παρέμβαση της Βουλγαρικής Λέσχης, με την οποία συνεργαζόταν στενά, αφέθηκε ελεύθερος στις 06/01/1942. Ο αδελφός του Ηλίας Παπανέδελκος, επίσης γνωστός κομμουνιστής και αυτονομιστής, ήταν στενός συνεργάτης του στρατηγού Ζίλκοφ που ήταν ο επικεφαλής των βούλγαρων αξιωματικών στην γερμανοκρατούμενη Μακεδονία.

2) Κωνσταντίνος Δέλλιος.
    Κομμουνιστής απ΄την Έδεσσα που εξορίστηκε τον Ιανουάριο του 1938 στην Φολέγανδρο. Στις 08/09/1939 υπέγραψε δήλωση μετάνοιας και αφέθηκε ελεύθερος. Το Νοέμβριο του 1941 συνελλήφθη και κλείστηκε στον "Παύλο Μελά". Αφέθηκε ελεύθερος στις 06/01/1942 κατόπιν βουλγαρικής παρέμβασης.

3) Δημήτριος Μπάλτος
    Κομμουνιστής απ΄τα Γιαννιτσά που εξορίστηκε τον Νοέμβριο του 1936 στην Σίκινο, απ'όπου δραπέτευσε τον Μάιο του 1941. Στις 08/12/1941 συνελλήφθη και κλείστηκε στον "Παύλο Μελά". Αφέθηκε ελεύθερος στις 06/01/1942 κατόπιν βουλγαρικής παρέμβασης.

4) Ιωάννης Τάκης.
    Κομμουνιστής απ΄την Έδεσσα. Συνελλήφθη το 1939 αλλά δεν εξορίστηκε γιατί υπέγραψε δήλωση μετάνοιας. Ο αδελφός του, επίσης κομμουνιστής είχε εξοριστεί στον Άι-Στράτη. Το Νοέμβριο του 1941 συνελλήφθη και κλείστηκε στον "Παύλο Μελά". Αφέθηκε ελεύθερος στις 06/01/1942 χάρη στην παρέμβαση του ταγματάρχη Μίτκωφ που ήταν βασιλικός στρατιωτικός σύνδεσμος στον γερμανό στρατιωτικό διοικητή Θεσσαλονίκης-Αιγαίου. Οι Γερμανοί όμως διέταξαν εκ νέου την σύλληψή του, όπως και έγινε. Στα μέσα Μαρτίου του '42 απελευθερώθηκε πάλι αφού εν τω μεταξύ είχε εγγραφεί ως μέλος στην Βουλγαρική Λέσχη. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους μετέβη στο Μοναστήρι της βουλγαροκρατούμενης Γιουγκοσλαβίας (στο σημερινό κράτος των Σκοπίων) μαζί με τον Μίτκωφ.

5) Χρήστος Αναστασιάδης.
     Κομμουνιστής απ΄τα Γιαννιτσά που εξορίστηκε το 1938 στον Άι-Στράτη. Αφέθηκε ελεύθερος έναν χρόνο μετά αφού υπέγραψε δήλωση μετάνοιας. Συνελλήφθη και κλείστηκε στον "Παύλο Μελά" στις 08/12/1941. Αφέθηκε ελεύθερος στις 06/01/1942 κατόπιν βουλγαρικής παρέμβασης.

6) Χρήστος Παρασκευάς.
     Κομμουνιστής απ'τα Γιαννιτσά που εξορίστηκε το 1938 στην Ανάφη. Αφέθηκε ελεύθερος έναν χρόνο μετά αφού υπέγραψε δήλωση μετάνοιας. Συνελλήφθη και κλείστηκε στον "Παύλο Μελά" στις 08/12/1941. Αφέθηκε ελεύθερος στις 06/01/1942 κατόπιν βουλγαρικής παρέμβασης.

7) Φώτης Λιακούσης.
     Κομμουνιστής απ΄τα Ξανθόγεια της Έδεσσας. Το 1932 εξορίστηκε για έξι μήνες στον Άι-Στράτη και το 1936 για ένα έτος στην Σίκινο. Τον Ιούλιο του 1937 υπέγραψε δήλωση μετάνοιας και αφέθηκε ελεύθερος. Συνελλήφθη και κλείστηκε στον "Παύλο Μελά" στις 08/12/1941. Αφέθηκε ελεύθερος στις 06/01/1942 κατόπιν βουλγαρικής παρέμβασης.

8) Στέφανος Μπάρτζης.
    Κομμουνιστής απ΄τον Άγιο Αθανάσιο της Έδεσσας. Εξορίστηκε το 1936 στην Σίφνο και αφέθηκε ελεύθερος έναν χρόνο μετά αφού υπέγραψε δήλωση μετάνοιας. Συνελλήφθη και κλείστηκε στον "Παύλο Μελά" στις 08/12/1941. Αφέθηκε ελεύθερος στις 06/01/1942 κατόπιν βουλγαρικής παρέμβασης.

9) Πέτρος Παπαδόπουλος.
      Κομμουνιστής απ΄τα Ξανθόγεια της Έδεσσας. Εξορίστηκε το Νοέμβριο του 1936 στην Φολέγανδρο και αφέθηκε ελεύθερος τον Μάιο του 1937 αφού υπέγραψε δήλωση μετάνοιας. Συνελλήφθη και κλείστηκε στον "Παύλο Μελά" στις 08/12/1941. Αφέθηκε ελεύθερος στις 06/01/1942 κατόπιν βουλγαρικής παρέμβασης.

10) Ιωάννης Σερέτης.
      Κομμουνιστής απ΄τα Ξανθόγεια της Έδεσσας. Εξορίστηκε το Νοέμβριο του 1936 στην Σίφνο και αφέθηκε ελεύθερος τον Ιούν του 1937 αφού υπέγραψε δήλωση μετάνοιας. Συνελλήφθη και κλείστηκε στον "Παύλο Μελά" στις 08/12/1941. Αφέθηκε ελεύθερος στις 06/01/1942 κατόπιν βουλγαρικής παρέμβασης.

11) Χρήστος Παπαστόικος.
       Κομμουνιστής απ΄τον Άγιο Αθανάσιο της Έδεσσας. Συνελλήφθη και κλείστηκε στον "Παύλο Μελά" στις 08/12/1941. Αφέθηκε ελεύθερος στις 06/01/1942 κατόπιν βουλγαρικής παρέμβασης.

   
 Όπως βλέπουμε, οι περισσότεροι απ'τους απελευθερωθέντες κομμουνιστές ήταν πρώην δηλωσίες., όπως άλλωστε ήταν και πολλοί αυτονομιστές κομμουνιστές (π.χ. Πέιος, Γκότσε κτλ).
 Δεν είχαν βέβαια κανένα πρόβλημα να συνεργαστούν με τους Βούλγαρους προκειμένου να πετύχουν την απελευθέρωσή τους. Φυσικά οι Βούλγαροι δεν ήταν κορόιδα που έκαναν τα αδύνατα δυνατά για να τους απελευθερώσουν. Ήξεραν πολύ καλά ποιους απελευθέρωναν, και πολύ περισσότερο ήξεραν τις ανθελληνικές θέσεις των κομμουνιστών για το μακεδονικό.

 Επειδή η πρωτογενής πηγή απ΄την οποία προέρχονται τα παραπάνω στοιχεία είναι αντικομμουνιστική, ενδέχεται κάποιοι να αμφισβητήσουν την εγκυρότητά τους.
 Όμως για το ζήτημα της ένταξης κομμουνιστών στην Βουλγαρική Λέσχη είχε γράψει και ο πολιτικός επίτροπος της 9ης μεραρχίας του ΕΛΑΣ, Ρένος Μιχαλέας. Το είχαμε δει εδώ, και το υπενθυμίζουμε:

"Έχω απόλυτη πεποίθηση ότι το λιγότερο που μπορούσαμε να πετύχουμε ήταν να έχουμε κάνει όλους τους αντάρτες μας φιλομακεδόνες της μορφής του Φιλέλληνα του 1821 και πολλούς διαννοούμενους μας Βύρωνες της Μακεδονίας και όχι να έχουμε ένα ύποπτο σκοτάδι γύρω από αυτό το ζήτημα, και να εξακολοθούμε να μιλάμε για Βούλγαρους και Έλληνες. Και μάλιστα να διώκονται Μακεδόνες στην Θεσσαλονίκη γιατί ήταν γραμμένοι στην Βουλγαρική Λέσχη, αλλά δικοί μας όμως"


 Πηγή: "Η Κατοχή εν Μακεδονία" του Αθανάσιου Χρυσοχόου, βιβλίο δεύτερο, τεύχος α'.

Πέμπτη 4 Απριλίου 2013

Μαρτυρίες του Τζήμα για την απελευθέρωση των κομμουνιστών απ΄την Ακροναυπλιά, κατόπιν βουλγαρικής παρέμβασης


 Την 1η Ιουλίου του 1941 αποφυλακίστηκαν 27 κρατούμενοι κομμουνιστές απ΄τις φυλακές της Ακροναυπλιάς. Η αποφυλάκισή τους έγινε με παρέμβαση της βουλγαρικής πρεσβείας στους Γερμανούς. Οι περισσότεροι ήταν σημαντικά στελέχη του ΚΚΕ, και κάποιοι εξ'αυτών έπαξαν σημαντικό ρόλο στις μετέπειτα εξελίξεις.
 Ένας από αυτούς ήταν και ο Ανδρέας Τζήμας, πρώην βουλευτής του Παλλαϊκού Μετώπου, που αργότερα χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο Βασίλης Σαμαρινιώτης και διετελέσε για ένα διάστημα μέλος της ηγετικής τριανδρίας του ΕΛΑΣ.

 Ο Τζήμας σε έκθεσή του με ημερομηνία 22/06/1960 προς την καθοδήγηση του ΚΚΕ, αναφέρει ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες για την απελευθέρωση του ιδίου και των συντρόφων του.  Η έκθεση δημοσιεύτηκε στο έργο του κομμουνιστή Γρηγόρη Φαράκου "Άρης Βελουχιώτης. Το χαμένο αρχείο - Άγνωστα κείμενα.

 Μεταξύ άλλων λέει ο Τζήμας:
 "Μετά την υποδούλωση της Ελλάδας στους Γερμανοϊταλούς φασίστες κατακτητές και την παραχώρηση της Αν.Μακεδονίας και Θράκης στους Βούλγαρους, καταβλήθηκε απ΄τους τελευταίους μία σύντονη προσπάθεια για την απελευθέρωση των Σλαβομακεδόνων, που ήταν ακόμη στις φυλακές και την εξορία."

  "Ο γραμματέας της βουλγαρικής πρεσβείας μου απευθύνει μια σειρά από ερωτήσεις σε άπταιστη βουλγαρική. Απάντησα με ευκολία στα σλαβομακεδόνικα. Κοντά στις άλλες ερωτήσεις ήταν και οι εξής: 
 -Γιατί σε κλείσανε σε στρατόπεδο;
 Απάντησα: Σαν κομμουνιστή.
 Τι θα κάνεις αν σε αφήσουμε ελεύθερο;
 Απάντησα: Θα πάω στο σπίτι μου."

"Εγώ ήμουν ο τελευταίος που εξετάστηκε. Μόλις πήρε και την τελευταία μου απάντηση, ο γραμματέας της βουλγαρικής πρεσβείας μας είπε: Από την στιγμή αυτή είστε ελεύθεροι, πάρετε τα πράγματά σας και αναχωρήστε για την Αθήνα με εισιτήρια δικά μας (σιδηροδρομικά). Εκεί θα έλθετε στην πρεσβεία και θα κανονίσουμε για την επιστροφή στα σπίτια σας."

 "Όταν ένας από τους αξιωματικούς του στρατοπέδου, ο Βουγάς, πληροφορήθηκε ότι ανάμεσα στους άλλους φεύγω και γω, έκανε αγριεμένος διάβημα στον αξιωματικό της Γκεστάπο. Όμως εκείνος του έκοψε τον βήχα αμέσως."

"Η υπόθεση είχε και την κωμική της πλευρά. Έξω από μένα, Έλληνα 100%, που μπορούσε όμως εν ανάγκη να περάσει  και για Σλαβομακεδόνας γιατί ήξερα καλά τα σλαβομακεδόνικα και είχα μεγάλη επαφή και σχέσεις με Σλαβομακεδόνες, βγήκαν και "Σλαβομακεδόνες" από την Μικρά Ασία... και μάλιστα τέτοιοι που δεν ξέρανε ούτε λέξη σλαβομακεδόνικα."

 Μετά την άφιξή τους στην Αθήνα, λέει:
 "Την επόμενη το πρωί άρχισε με προσοχή η αποσυμφόρηση των αποσκευών και το κλείσιμο ραντεβού για την βουλγαρική πρεσβεία. Από εκεί περάσαμε όλοι και εφοδιαστήκαμε με βουλγαρικές ταυτότητες"

 "Με σφιγμένη την καρδιά διέλυσα ότι είχαν οι δικοί μου στην Αθήνα και μαζί με άλλους σύντροφους Σλαβομακεδόνες κυρίως, ταξιδέψαμε με το αυτοκίνητο της βουλγαρικής πρεσβείας για την Θεσσαλονίκη."



 Υπενθυμίζουμε ότι τις μέρες εκείνες (30 Ιουνίου 1941) είχε ήδη ξεκινήσει ο γερμανοσοβιετικός πόλεμος, το σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ δεν ίσχυε πλέον, και προφανώς οι όπου γης κομμουνιστές θεωρούνταν εχθροί του Άξονα ως φίλα προσκείμενοι στην ΕΣΣΔ.
 Παρ'ολ'αυτά, 27 κομμουνιστές κρατούμενοι της Ακροναυπλιάς αφέθηκαν ελεύθεροι...

 Βάσει αυτού, προκαλεί εντύπωση το ενδιαφέρον των Βουλγάρων για τους κρατούμενους κομμουνιστές. Οι Βούλγαροι είχαν πλήρη επίγνωση ότι απελευθέρωναν κομμουνιστές (σλαβόφωνους και μη), παρά το ότι το τότε βουλγαρικό καθεστώς ήταν φιλογερμανικό.
 Ο αρχικός ισχυρισμός του Τζήμα ότι οι Βούλγαροι ενδιαφέρονταν να απελευθερώσουν μόνο τους σλαβομακεδόνες (ή έστω όσους ήξεραν σλαβομακεδόνικα) δεν είναι ακριβής.
Άλλωστε αυτοαναιρείται μετά όταν λέει ότι αποφυλακίστηκαν και πολλοί που δεν ήξεραν λέξη σλαβομακεδονικά.

 Οι εξυπηρετήσεις που προσέφεραν οι Βούλγαροι στους αποφυλακισθέντες είναι επίσης ενδιαφέρουσες. Τσάμπα μεταφορά των αποφυλακισμένων απ΄το Ναύπλιο ως την Αθήνα ή ακόμα και ως την Θεσσαλονίκη, εφοδιασμένοι με βουλγαρικές ταυτότητες ώστε να κινούνται ελεύθερα και να μην αντιμετωπίζουν πρόβλημα με τις κατοχικές αρχές!
 Και όλα αυτά σε μία εποχή που η βουλγαρικη κατοχή στην ανατολική Μακεδονία και Θράκη ήταν εξαιρετικά άγρια για τον ελληνικό πληθυσμό. Φαίνεται όμως ότι οι Βούλγαροι είχαν τους λόγους τους για να βλέπουν διαφορετικά τους Έλληνες κομμουνιστές.

 Φυσικά θα πρέπει να είναι κάποιος αφελής για να πιστεύει ότι οι Βούλγαροι ευεργέτησαν στα καλά καθούμενα τους Έλληνες κομμουνιστές, χωρίς κανένα αντάλλαγμα.
Προφανώς τα ανταλλάγματα θα είχαν να κάνουν με το μακεδονικό, το οποίο έκαιγε τους Βούλγαρους και για το οποίο οι κομμουνιστές είχαν ανέκαθεν εθνοπροδοτικές θέσεις που εν πολλοίς ταυτίζονταν με τις βουλγαρικές.
 Δεν ήταν τυχαία άλλωστε η στάση πολλών εκ των απελευθερωθέντων στο συγκεκριμένο ζήτημα. Είχαμε δει εδώ για τον Τσίπα, τον Αδαμόπουλο και τον Μποζίνη.
 Ο ίδιος ο Τζήμας φημιζόταν για την "διαλλακτικότητά" του απέναντι στους κομιτατζήδες, ο Ζησιάδης-Τερπόφσκι ανέπτυξε έντονη δράση στους βουλγαρόφιλους σλαβόφωνους αλλά δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει το "έργο" του κ.ο.κ
 Σε μελλοντική ανάρτηση μπορεί να γίνει αναλυτικότερη περιγραφή της μετέπειτα "πατριωτικής" δράσης των απελευθερωθέντων κομμμουνιστών.

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2013

Η μετάβαση του Μίλερ απ΄τον ΕΛΑΣ στους αντάρτες του Φωστερίδη - μέρος β'


 Στις αρχές του Ιανουαρίου του 1944, οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ του Μποζ Νταγ που είχαν πάει στην Νιγρίτα, μαζεύονταν στο Φαλακρό όρος όπου ο Μίλερ είχε κανονίσει να γίνουν αεροπορικές ρίψεις. Πάντως, οι σχέσεις του τελευταίου με τον ΕΛΑΣ είχαν διαρραγεί. Ούτε εκείνος τους εμπιστευόταν πλέον, ούτε οι ελασίτες.
 Εκτός απ΄τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ που ήταν στον Άγιο Πέτρο στις ρίψεις θα συμμετείχε και το τμήμα του Παπαδάκη που έδρευε στο Μυρσίνερο, και ένα μικρότερο τμήμα με αρχηγό τον Γκλεγκλάκο.
Οι ρίψεις έγιναν τελικά την νύχτα της 11ης προς 12η Ιανουαρίου του 1944. Οι Βούλγαροι κινητοποιήθηκαν γρήγορα και χτύπησαν τους αντάρτες που αμύνθηκαν από κοινού. Τα περισσότερα υλικά χάθηκαν, και οι αντάρτες αναγκάστηκαν να συμπτυχθούν χωρίς απώλειες.
Ο Μίλερ κατέφυγε μαζί με τους ελασίτες στην θέση Βούρτσα, κοντά στο πεδίο ρίψεων, και οι άντρες του Παπαδάκη στο Μυρσίνερο.

  Ο βρετανός ταγματάρχης ζήτησε τότε απ΄τον διοικητή του τμήματος του ΕΛΑΣ, Χαρτομάτζη, να μεταβούν μαζί στο Μυρσίνερο όπου εκτός απ΄τον Παπαδάκη ήταν και το ανεξάρτητο τμήμα  του Καρα Ντερέ με επικεφαλής τον Αβραμίδη. Ο Χαρτομάτζης δέχτηκε και τον ακολούθησε.

 Εντωμεταξύ όμως οι αντάρτες του Τσακιρίδη που ερχόταν απ΄το Τσαλ Νταγ με σκοπό να αποσπάσουν τον Μίλερ απ΄τον ΕΛΑΣ, έμαθαν ότι ο βρετανός βρισκόταν στο Μυρσίνερο και πήγαν εκεί. Τον βρήκαν και αρχικά τον αφόπλισαν προσωρινά αφού τον διαβεβαίωσαν ότι είναι ασφαλής. Μετά εκτέλεσαν τον Χαρτομάτζη, ενω πιθανότατα την ίδια τύχη είχαν και δύο ελασίτες σύνδεσμοι που στάλθηκαν αργότερα για να επικοινωνήσουν μαζί του. Ο Μίλερ δεν επιθυμούσε την εκτέλεση του Χαρτομάτζη και προσπάθησε ανεπιτυχώς να την αποτρέψει.
 Παράλληλα έγινε και μία προσπάθεια επανάκτησης των ριφθέντων υλικών, αλλά απέτυχε λόγω της κινητοποίησης ισχυρών βουλγαρικών δυνάμεων. Οι εθνικιστές αντάρτες με τον Μίλερ κατάφεραν να διαφύγουν, συγκρουόμενοι με τους Βούλγαρους. Κατάφεραν εν τέλει να φτάσουν στο Τσαλ Νταγ που ήταν ο Φωστερίδης. Έτσι η αποστολή απόσπασης του Μίλερ στέφθηκε με επιτυχία, και πλέον αυτός συνεργαζόταν μαζί τους.

  Αν και ο Μίλερ δεν είχε καμμία σχέση με την οργάνωση της βίαιας απόσπασής του, δεν δυσκολεύτηκε να αποδεχτεί τα γεγονότα που οδήγησαν στην μεταπήδησή του στο στρατόπεδο του Φωστερίδη. Καθοριστικό ρόλο σε αυτό έπαιξαν βέβαια οι κακές σχέσεις του με τον ΕΛΑΣ. Αυτός κανόνιζε αεροπορικές ρίψεις για να τους ενισχύσει προκειμένου να αναπτύξουν αντιστασιακή δράση, και εκείνοι στην πρώτη ευκαιρία αναλώνονταν σε εμφύλιες συγκρούσεις είτε περνώντας τον Στρυμόνα για να χτυπήσουν την ΠΑΟ, είτε χτυπώντας τους ανεξάρτητους αντάρτες του Παγγαίου.
 Η δυσαρέσκειά του λοιπόν ήταν φυσική συνέπεια, με δεδομένο ότι είχε ήδη μία δυσάρεστη εμπειρία απ΄τον ΕΛΑΣ της Ηπείρου.
 Η αντιπάθεια του Μίλερ για τον ΕΛΑΣ δεν ήταν αποτέλεσμα του αντικομμουνισμού του, όπως ισχυρίζονταν οι κομμουνιστές. Σίγουρα ο Μίλερ δεν ήταν κομμουνιστής, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να οργανώσει κάποιους μήνες αργότερα ρίψεις που θα ενίσχυαν και τους βούλγαρους κομμουνιστές παρτιζάνους, παρά την έντονη διαφωνία κάποιων οπλαρχηγών του Φωστερίδη.

Η ύπαρξη μη-ελασιτών ανταρτών και η δυναμική πρωτοβουλία τους να τον πάρουν στις γραμμές τους, προφανώς ήταν ανέλπιστο δώρο για τον Μίλερ που το αποδέχτηκε ευχαρίστως, παρά τα αναπόφευκτα παρατράγουδα. Οι δε κομμουνιστές διαμαρτυρήθηκαν στην συμμαχική στρατιωτική αποστολή για τα συγκεκριμένα γεγονότα μετά από 4 μήνες(!), όταν πλέον είχει φανεί ότι οι αντάρτες των ΕΑΟ/ΕΣΕΑ του Φωστερίδη με την υποστήριξη του Μίλερ είχαν μεταβληθεί σε έναν αξιόμαχο αντίπαλο.


 Πηγή: "Αντάρτες και καπετάνιοι" του Τάσου Χατζηαναστασίου

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2012

Ο λόγος της συγκρότησης της 6ης μεραρχίας του ΕΛΑΣ

 Όπως είναι γνωστό η ανατολική Μακεδονία και η Θράκη, δηλαδή η Ελλάδα ανατολικώς του ποταμού Στρυμόνα (πλην του μεγαλύτερου μέρους του νομού Έβρου), το 1941-44 ήταν υπό βουλγαρική κατοχή. Σε αυτήν την βουλγαροκρατούμενη ζώνη αναπτύχθηκε το ρωμαλέο αντιστασιακό κίνημα του Αντώνη  Φωστερίδη και άλλων οπλαρχηγών που από ένα σημείο και έπειτα συγκρότησαν τις Εθνικές Αντάρτικες Ομάδες (ΕΑΟ).
 Σε αυτήν την περιοχή όμως δρούσε και ο ΕΛΑΣ ο οποίος αναλωνόταν κυρίως σε αποτυχημένες συγκρούσεις με τις ΕΑΟ. Το πρώτο συγκροτημένο τμήμα του ΕΛΑΣ στα πρότυπα των ελασίτικων τμημάτων της υπόλοιπης Ελλάδας ήταν το 26ο σύνταγμα, το οποίο αναδιοργανώθηκε τον Φεβρουάριο του 1944 με νέο στρατιωτικό διοικητή τον ταγματάρχη Κώστα Κωνσταντάρα. Η κύρια βάση του 26ου συντάγματος ήταν το Παγγαίο αλλά είχε μικρά τμήματα και σε άλλες περιοχές. [1]

 Αυτό το σύνταγμα απετέλεσε ουσιαστικά τον πυρήνα γύρω απ'τον οποίο συγκροτήθηκε η 6η μεραρχία του ΕΛΑΣ στην ανατολική Μακεδονία και Θράκη.

 Ας δούμε όμως λίγο τι συνέβη τον Σεπτέμβριο του 1944:
 Η Βουλγαρία που κατείχε την περιοχή, στις 9 Σεπτεμβρίου 1944 μετεστράφη υπέρ των Συμμάχων και κατά του Άξονα. Η νέα βουλγαρική κυβέρνηση του Πατριωτικού Μετώπου ήταν φιλοκομμουνιστική και ο Κόκκινος Στρατός βρισκόταν σε βουλγαρικό έδαφος.
 Στα βουλγαροκρατούμενα ελληνικά εδάφη ο βουλγαρικός στρατός ως τις 13 Σεπτεμβρίου είχε πλέον τεθεί υπό τις διαταγές της νέας κυβέρνησης και υπό τον έλεγχο των βούλγαρων κομμουνιστών παρτιζάνων, και παρέδιδε τις πολιτικές αρχές στο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. [2]

 Ο βουλγαρικός στρατός, που παρέμενε στα ελληνικά εδάφη, δηλαδή ήταν πλέον ουσιαστικά και πρακτικά σύμμαχος του ΕΛΑΣ. Οι μέχρι προ ολίγων ημερών στυγνοί κατακτητές μετεβλήθησαν εν μία νυκτί σε συμμάχους των κομμουνιστών του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ οι οποίοι φυσικά αποδέχτηκαν δίχως ενδοιασμούς τη νέα κατάσταση.

 Μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα πολιτικοστρατιωτικών εξελίξεων, ο ΕΛΑΣ άρχισε στις 16 Σεπτεμβρίου 1944 την συγκρότηση της 6ης μεραρχίας του, με την ίδρυση και άλλων συνταγμάτων πέραν του ήδη υπάρχοντος 26ου και του 81ου που ήταν στον γερμανοκρατούμενο Έβρο. [3] Ο Κωνσταντάρας ανέλαβε επιτελάρχης της με στρατιωτικό διοικητή τον Σιγανό και καπετάνιο τον Χρήστο Μόσχο (γνωστό με το ψευδώνυμο Πέτρος). [4]

 Τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι:
 Αυτή η 6η μεραρχία του ΕΛΑΣ για ποιον λόγο συγκροτήθηκε; 
 Εναντίον ποιων προοριζόταν να πολεμήσει;
   Προφανώς όχι κατά των Βουλγάρων αφού αυτοί πλέον ήταν από κάθε άποψη σύμμαχοι του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ.

 Άρα μοιραία, δεν μπορεί να λογίζεται ως αντιστασιακή μονάδα.

 Ο ρόλος της 6ης μεραρχίας του ΕΛΑΣ ήταν να χτυπήσει τους εθνικιστές αντάρτες του Τσαούς Αντών των ΕΑΟ, όπως και το έκανε. Και μάλιστα το έκανε σε ανοικτή σύμπραξη με τους Βούλγαρους τον Οκτώβριο του 1944, αλλά τα αποτελέσματα ήταν αρνητικά για τους εαμοβούλγαρους (και αυτό δεν είναι ύβρις αλλά ακριβέστατος χαρακτηρισμός δεδομένης της συμμαχίας των δύο μερών).
 Αργότερα τον Δεκέμβριο του 1944 επαναλήφθηκαν οι επιθέσεις της 6ης μεραρχίας του ΕΛΑΣ κατά των ΕΑΟ, υπό αρκετά διαφορετικές συνθήκες και με διαφορετικό αποτέλεσμα.
 
 Είναι ξεκάθαρο λοιπόν απ΄τα ιστορικά γεγονότα ότι στην ανατολική Μακεδονία και Θράκη ο σκοπός της αναδιοργάνωσης του ΕΛΑΣ τον Σεπτέμβριο του '44 ήταν να στραφεί αποκλειστικά και μόνο εναντίον των αντιφρονούντων Ελλήνων αντιστασιακών του Αντώνη Φωστερίδη.

 Το παραπάνω σε συνδυασμό με:
 α) την συμμαχία των ελασιτών με τους Βούλγαρους και
 β) την γενικότερη εμφυλιοπολεμική τακτική που ακολούθησαν (και) στην ανατολική Μακεδονία και Θράκη κατά την διάρκεια της βουλγαρικής κατοχής,
  τους καθιστά υπόλογους απέναντι στον ελληνικό πληθυσμό της περιοχής.


 
 [1] "Αγώνες και διωγμοί" του Κ.Κωνσταντάρα, σελ.102-3
 [2] "Αντάρτες και καπετάνιοι" του Τάσου Χατζηαναστασίου, σελ.219
 [3] "Αγώνες και διωγμοί" του Κ.Κωνσταντάρα, σελ.248
 [4] "Σκληροί αγώνες και μεγάλες θυσίες 1941-1944" του Δημήτρη Καραϊσαρλή, σελ.279 

Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2012

Η περιοδεία του στρατηγού Τσολάκογλου στην Μακεδονία το 1942



Μία απ’τις λιγότερο γνωστές ενέργειες του κατοχικού πρωθυπουργού Γεώργιου Τσολάκογλου ήταν αυτές που είχαν να κάνουν με την Μακεδονία και τις αξιώσεις  των Βουλγάρων σε αυτήν.

  Απ'τις πρώτες του κινήσεις ήταν να θεσπίσει την θέση του γενικού επιθεωρητή νομαρχιών Μακεδονίας και Θράκης που υπαγόταν στην γενική διοίκηση Μακεδονίας η οποία είχε επίσης Έλληνα επικεφαλή (αρχικά τον Ραγκαβή, μετά τον Σιμωνίδη). Αρχικά ως γενικός επιθεωρητής νομαρχιών διορίστηκε ο απόστρατος αντισυνταγματάρχης Βασιλειάδης και λίγο αργότερα, τον Ιούλιο του 1941 αντικαταστάθηκε απ’τον συνταγματάρχη Αθανάσιο Χρυσοχόου. Η θέση αυτή είχε ασαφείς αρμοδιότητες αλλά ανεπισήμως ο ρόλος του γενικού επιθεωρητή νομαρχιών ήταν ουσιαστικά να παρακολουθεί να αντιμετωπίζει τις ανθεληνικές (βουλγάρικη κυρίως, αλλά και ρουμάνικη) προπαγάνδες στην βόρεια Ελλάδα. Ο Χρυσοχόου ήταν άνθρωπος έμπιστος του Τσολάκογλου αφού είχε διατελέσει επιτελάρχης του κατά τον πόλεμο του 1940-41.
  
 Τον Μάρτιο του 1942 οι υπουργοί Καραμάνος και Χατζημιχάλης επισκέφτηκαν την Θεσσαλονίκη και μεταξύ άλλων συναντήθηκαν με τον Χρυσοχόου. Ενημερώθηκαν για την ολοένα αυξανόμενη βουλγαρική προπαγάνδα, για την στάση των Ελλήνων πολιτών απέναντι σε αυτή, και για τις προσπάθειες που κατέβαλλε η γενική επιθεώρηση νομαρχιών επί του θέματος. Ενημέρωσαν σχετικά τον Τσολάκογλου ο οποίος αποφάσισε να ενισχύσει περισσότερο το έργο του Χρυσοχόου και επισκέφτηκε ο ίδιος την Μακεδονία.
  Η δράση του Χρυσοχόου είχε ήδη αρχίσει να ενοχλεί τους Βούλγαρους οι οποίοι συνεχώς τον συκοφαντούσαν στους Γερμανούς. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να ζητήσουν οι Γερμανοί την απομάκρυνση του Χρυσοχόου απ΄την θέση του γενικού επιθεωρητή. Πρωτεργάτης αυτής της αξίωσης ήταν ο στρατηγός Κρένσκι, στρατιωτικός διοικητής Θεσσαλονίκης-Αιγαίου που ήταν γνωστός για την γενικότερη φιλοβουλγαρική του στάση.
  
 Τελικώς ο Τσολάκογλου κατάφερε και έπεισε τους Γερμανούς να άρουν την αξίωσή τους και έτσι ο Χρυσοχόου παρέμεινε στην θέση του. Αντιλαμβανόμενος την σοβαρότητα της κατάστασης ο πρωθυπουργός έφτασε τον Ιούνιο του 1942 στην Θεσσαλονίκη, συναντήθηκε με τον Χρυσοχόου και ενημερώθηκε από πρώτο χέρι για τα τεκταινόμενα.

  Ξεκίνησε την περιοδεία του σε διάφορες πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά της Μακεδονίας με σκοπό την ανύψωση του ηθικού και την τόνωση του εθνικού φρονήματος του λαού. Αυτά ήταν πράγματα απαραίτητα προκειμένου να μην πέφτουν θύματα της βουλγαρικής προπαγάνδας που προσπαθούσε με πλάγια μέσα να προσεταιριστεί τους εξαθλιωμένους Έλληνες.
  
 Ο κατοχικός πρωθυπουργός επισκέφτηκε την Νιγρίτα, το Κιλκίς, τα Γιαννιτσά, την Έδεσσα,την Αρδέα, την Βεύη, την Φλώρινα, το Ξινό Νερό, το Αμύνταιο, την Πτολεμαϊδα, την Κοζάνη, την Βέροια.
 Στον πρώτο σταθμό της περιοδείας του στην Νιγρίτα, πολύ κοντά στα όρια μεταξύ γερμανοκρατούμενης και βουλγαροκρατούμενης Μακεδονίας, έβγαλε ένα πύρινο αντιβουλγαρικό λόγο κυρίως όσον αφορά τα δικαιώματα των Ελλήνων επί της ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης που ήταν υπό στυγνή βουλγαρική κατοχή.
 Ο λόγος του προκάλεσε τις επιπλήξεις του γερμανού πρόξενου ο οποίος αν και δεν διαφώνησε με την ουσία των λεγομένων του Τσολάκογλου, του τόνισε ότι η Βουλγαρία είναι σύμμαχος της Γερμανίας.
 Η περιοδεία του συνεχίστηκε με αντίστοιχους λόγους και στις άλλους σταθμούς του. Αρχικά οι λόγοι του δημοσιεύονταν στην εφημερίδα της Θεσαλονίκης "Νέα Ευρώπη". Μετά από διαμαρτυρία των Βουλγάρων για τα λεγόμενα του Τσολάκογλου οι Γερμανοί απαγόρευσαν την αναδημοσίευση των λόγων του. Έτσι, απ΄την επίσκεψή του στην Φλώρινα και μετά οι λόγοι του δεν δημοσιεύονταν στον τύπο. Στην Κοζάνη, γερμανός αξιωματικός διαβίβασε στον Τσολάκογλου σύσταση του Κρένσκι να μην θίγει λεκτικώς του Βούλγαρους επειδή αυτοί είναι σύμμαχοι των Γερμανών. Μετά το τέλος της περιοδείας του επέστρεψε στην Θεσσαλονίκη, όπου είχε συνάντηση με τον Κρένσκι που του ξαναέκανε παρόμοιες συστάσεις.
  
 Η περιοδεία του Τσολάκογλου στην Μακεδονία έγινε υπό εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες με μοναδικό σκοπό την υπεράσπιση της ελληνικότητας της περιοχής. Τα περιθώρια δράσης ήταν εξ’ορισμού  πολύ περιορισμένα. Η εχθρικότητα των Βουλγάρων ήταν κάτι παραπάνω από δεδομένη και η γερμανική στάση ήταν διφορούμενη. Απ΄την μία πλευρά οι Γερμανοί έδειχναν μία ανοχή στον Τσολάκογλου (διόλου συνηθισμένη για μία κατεχόμενη χώρα), αλλά απ’την άλλη δεν ήθελαν να δυσαρεστήσουν και τους Βούλγαρους συμμάχους τους.
 Όπως και να χει όμως, αυτή η πρωτοβουλία του Τσολάκογλου σε συνεργασία με τον Χρυσοχόου, μόνο καλό έκανε στους σκληρά δοκιμαζόμενους Έλληνες της Μακεδονίας.


Πηγές:
"Η Κατοχή εν Μακεδονία" του Αθανάσιου Χρυσοχόου, βιβλίο πέμπτο σελ. 124-7
"Απομνημονεύματα" του Γεωργίου Τσολάκογλου, σελ. 182-4