Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιταλοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιταλοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014

Ο ρόλος του Ιβάν Μιχαήλωφ στο μακεδονικό ζήτημα - μέρος α'


Ο Ιβάν Μιχαήλωφ ήταν ένα απ΄τα πρόσωπα που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στον ευρύτερο μακεδονικό χώρο, όχι μόνο κατά την διάρκεια του Β'Π.Π. και της Κατοχής αλλά και από νωρίτερα.
 Το 1924 ανέλαβε την ηγεσία του εθνικιστικού τμήματος της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης (ΕΜΕΟ, στα σλάβικα λέγεται VMRO και εξακολουθεί να υφίσταται σήμερα ως κυβερνόν κόμμα των Σκοπίων) μετά την κρίση στους κόλπους της συγκεκριμένης βουλγάρικης οργάνωσης. Σκοπός της ΕΜΕΟ ήταν η προσάρτηση της Μακεδονίας στην Βουλγαρία, αλλά αν αυτό δεν ήταν εφικτό τότε αποδεχόταν και την ιδέα της αυτονόμησης της Μακεδονίας ως πρελούδιο της προσάστησής της στην Βουλγαρία.
 Ο Μιχαήλωφ ήταν εναντίον κάθε βουλγαρογιουγκοσλαβικής προσέγγισης που επιχειρούσε η βουλγάρικη κυβέρνηση, και είχε έρθει σε επαφή με την Ιταλία του Μουσσολίνι που βρισκόταν σε ανταγωνισμό με την Γιουγκοσλαβία για διάφορα ζητήματα, καθώς και με τους Κροάτες εθνικιστές Ουστάσι του Πάβελιτς.

Από τις αρχές του 1930 η Μιχαηλωφική ΕΜΕΟ, έχοντας τον απόλυτο έλεγχο στη βουλγαρική Μακεδονία, απομακρύνθηκε από την πολιτική ιδέα της αυτονομίας της Μακεδονίας που θα αποτελούσε μέσο προσάρτησης στη Βουλγαρία και προπαγάνδιζε την ίδρυση ενός ανεξάρτητου κράτους στο χώρο της Μακεδονίας με βουλγαρικό χαρακτήρα. Για την ΕΜΕΟ η πολιτική ταυτότητα «Μακεδών» ήταν απόλυτα συμβιβάσιμη με την εθνική ταυτότητα Βούλγαρος.
  Όταν ο Μιχαήλωφ συνειδητοποίησε ότι τα συμφέροντα του βουλγαρικού κράτους δεν συνέπιπταν με αυτά των Βουλγαρομακεδόνων, επιδίωξε την ίδρυση ενός νέου κράτους δηλαδή, ενός δεύτερου βουλγαρικού κράτους στη Μακεδονία. Το κράτος αυτό θα είχε προνομιακές σχέσεις με τη Βουλγαρία, αλλά παράλληλα θα ακολουθούσε μια πολιτική ανεξάρτητη από εκείνη της Σόφιας επιζητώντας ταυτόχρονα και την πολιτική αυτονομία του βουλγαρικού τμήματος της Μακεδονίας.
  Αυτή η νέα θέση της ΕΜΕΟ είχε προκαλέσει σοβαρές αντιδράσεις στο εσωτερικό της Βουλγαρίας, με αποτέλεσμα το 1934 η καινούρια βουλγαρική κυβέρνηση του Γκεοργκίεφ να διαλύσει βιαίως την ΕΜΕΟ. Ο Μιχαήλοφ κατέφυγε αρχικά στην Τουρκία.

 Μετά την κατάληψη της Γιουγκοσλαβίας απ΄τα γερμανικά στρατεύματα και την διάλυσή της το 1941, ο Μιχαήλωφ εγκαταστάθηκε στο Ζάγκρεμπ στα πλαίσια της συνεργασίας του με τους Ουστάσι. Παρά την αμνηστία που του χορηγήθηκε απ΄την βουλγαρική κυβέρνηση δεν επέστρεψε στην Βουλγαρία και σιγά-σιγά διαχώριζε την θέση του από αυτή. Ο λόγος ήταν ότι έβλεπε ότι η επιδιωκόμενη ένωση ολόκληρης της Μακεδονίας με τη Βουλγαρία δεν θα πραγματοποιούνταν και ότι ο ντόπιος πληθυσμός της σέρβικης Μακεδονίας (σημερινά Σκόπια) εξέφραζε πλέον ανοιχτά τη δυσαρέσκειά του προς τη βουλγαρική κατοχική διοίκηση. Συγχρόνως ο Μιχαήλωφ έβλεπε ότι η εξέλιξη του πολέμου δεν ήταν υπέρ του Άξονα.
 Έτσι η ΕΜΕΟ επανήλθε στο σύνθημα "Ενιαία και ανεξάρτηση Μακεδονία", χωρίς όμως να υποστηρίζει τη ύπαρξη μακεδονικού έθνους, καθώς θεωρούσε ότι η Μακεδονία αποτελούσε απλά μια γεωγραφική έννοια, μη αναγνωρίζοντας το Μακεδονικό έθνος σαν εθνογραφική οντότητα. Για τον Μιχαήλωφ οι Μακεδόνες δεν ήταν τίποτα άλλο παρά Μακεδόνες Βούλγαροι. 
 Αυτό που προείχε για τον Μιχαήλωφ σε κάθε περίπτωση, ήταν η προώθηση των βουλγαρομακεδονικών συμφερόντων και όχι το σύνολο της βουλγαρικής εξωτερικής πολιτικής. Στο γεγονός αυτό οφείλεται σε σημαντικό βαθμό και η διαφοροποίηση της πολιτικής της ΕΜΕΟ από την επίσημη βουλγαρική πολιτική. Για τον Μιχαήλωφ αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση η ενοποίηση ολόκληρου του μακεδονικού χώρου.

 Όσον αφορά την Ελλάδα, ο Μιχαήλωφ έπαιξε σημαντικό παρασκηνιακό ρόλο στον εξοπλισμό των βουλγαρίζοντων σλαβόφωνων της δυτικής Μακεδονίας το 1943. Κατόπιν πιέσεών του, και με την μεσολάβηση του ηγέτη της Κροατίας Άντε Πάβελιτς, πείστηκαν οι Ιταλοί να επιτρέψουν τον εξοπλισμό των βουλγαρίζοντων. Σημαντικό ρόλο σε αυτά τα γεγονότα έπαιξαν Βούλγαροι αξιωματικοί όπως οι Κάλτσεφ και Μλαντένωφ και ο βουλγαρόφιλος Ιταλός υπολοχαγός Ραβάλι.
 Έτσι ιδρύθηκε τον Μάρτιο του 1943 στην Καστοριά το "Βουλγαρο-Μακεδονικό Επαναστατικό Κομιτάτο παρά τω Άξονι", που λεγόταν και  Αξονομακεδονικό Κομιτάτο ή απλά Κομιτάτο, και τα μέλη του έμειναν γνωστοί ως κομιτατζήδες ή οχρανίτες (Οχράνα ήταν η ονομασία της "αστυνομίας" του Κομιτάτου).
 Η βουλγαρική κυβέρνηση ήταν επιφυλακτική απέναντι στον εξοπλισμό των κομιτατζήδων, εν αντιθέσει με την ΕΜΕΟ του Μιχαήλωφ που στήριζε ανοιχτά το Κομιτάτο.

Κυριακή 9 Μαρτίου 2014

Το αντάρτικο της Σάμου σύμφωνα με τον Φοίβο Γρηγοριάδη


Ο Φοίβος Γρηγοριάδης στο πολύτομο έργο του "Το Αντάρτικο ΕΛΑΣ-ΕΔΕΣ-ΕΚΚΑ-5/42" αναφέρεται μεταξύ άλλων και στο αντάρτικο της Σάμου. Η αναφορά του βέβαια δεν είναι πανάκεια διότι ως γνωστόν ο ίδιος ήταν υψηλόβαθμος αξιωματούχος του ΕΛΑΣ άρα η αμεροληψία του ελέγχεται παρά το ότι ήταν απ΄τους συγκριτικά σοβαρότερους ιστοριογράφους του ΕΛΑΣ. Επίσης δεν είχε άμεση σχέση με το αντάρτικο του νησιού, γι'αυτό και η αφήγησή του στηρίζεται σε αναφορές άλλων και ιδιαίτερα του φιλο-εαμικού μητροπολίτη Σάμου-Ικαρίας Ειρηναίου. Γι'αυτούς τους λόγους πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί απέναντι στους ισχυρισμούς του.
 Αξίζει όμως να παρατεθούν κάποια ενδιαφέροντα στοιχεία που αναφέρει, διότι ούτως ή άλλως οι πληροφορίες για το αντάρτικο στα νησιά του Αιγαίου σπανίζουν.

 Σύμφωνα με τον Γρηγοριάδη η πρώτη ολιγομελής αντάρτικη ομάδα του ΕΑΜ στην Σάμο συγκροτήθηκε τον Νοέμβριο του 1942 και είχε αρχηγό τον Ιπποκράτη Ζαϊμη. Ο Ζαϊμης βγήκε στο βουνό διότι κατεζητείτο απ΄τους Ιταλούς και εκεί βρήκε άλλους 4-5 καταδιωκόμενους. Αυτή ήταν η σύνθεση της πρώτης αντάρτικης ομάδας που ονομαζόταν ΕΑΜ-Αντάρτικα Σώματα Σάμου. Η ονομασία ΕΛΑΣ δεν είχε γίνει ακόμα γνωστή στην απομακρυσμένη Σάμο.
Τον Απρίλιο του 1943 η ομάδα είχε 20 άτομα με πλημμελή οπλισμό. Τότε έφτασε στο νησί ο υπολοχαγός Λεκάτης ως αντιπρόσωπος του Στρατηγείου Μέσης Ανατολής, αλλά οι σχέσεις του με τους εαμίτες δεν ήταν καθόλου καλές. Αντίθετα, είχαν καλύτερες σχέσεις με έναν εκπρόσωπο των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών ονόματι Τζιώτη. Ο Τζιώτης μαζί με έναν αντάρτη ονόματι Παριανό πέρασαν με αυτοσχέδια βάρκα απέναντι στην Τουρκία όπου ήρθαν σε επαφή με βρετανικές υπηρεσίες που δρούσαν εκεί. Σκοπός τους ήταν να παρακάμψουν τον Λεκάτη και να ενισχυθούν με οπλισμό.
 Τα κατάφεραν και επέστρεψαν με κάποια όπλα, λίρες και ένα γράμμα με οδηγίες προς τον Λεκάτη για την στάση του απέναντι στον τοπικό ΕΛΑΣ.

 Έτσι το αντάρτικο τμήμα μπόρεσε και αύξησε την δύναμή του. Αναφέρεται ότι έφτασε στους 350 άντρες, αλλά αυτό δεν μπορεί να εξακριβωθεί.
 Πολύ φιλικά προσκείμενος απέναντι στους αντάρτες ήταν και ο τοπικός μητροπολίτης Ειρηναίος που συνεργαζόταν μαζί τους όσο μπορούσε ώστε να μην γίνει αντιληπτός απ΄τους Ιταλούς.

 Στις 29 Αυγούστου 1943 οι Ιταλοί ξεκίνησαν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στο νησί με σκοπό την εξολόθρευση των ελασιτών. Δεν κατάφεραν τίποτα, εκτός απ΄τις σύνηθεις βιαιότητες κατά αμάχων. Οι ελασίτες απέφυγαν επιμελώς να συγκρουστούν μαζί τους, όπως γενικώς δεν αναφέρεται καμμία μάχη τους με ιταλικές δυνάμεις.

 Μετά την συνθηκολόγηση των Ιταλών στις 9 Σεπτεμβρίου, έφτασε στην Σάμο κλιμάκιο Άγγλων αξιωματικών για να συζητήσει με τις τοπικές ιταλικές δυνάμεις τον σχεδιασμό της συνεργασία τους. Οι Ιταλοί δεν αφοπλίστηκαν όπως έγινε σε άλλες περιοχές της χώρας αλλά διατήρησαν τον οπλισμό τους και συντάχτηκαν με τους Άγγλους ώστε να αντιμετωπίσουν από κοινού τους Γερμανούς.
 Παράλληλα, οι Άγγλοι διόρισαν επισήμως μία διοικητική επιτροπή του νησιού στην οποία θα ηγείτο ο μητροπολίτης Ειρηναίος, ο οποίος είχε οριστεί συγχρόνως και επίτιμος πρόεδρος του ΕΑΜ Σάμου. Στην επιτροπή συμμετείχαν άλλα τρία μέλη που είχε προτείνει ο Ειρηναίος και οι οποίοι του είχαν υποδειχθεί απ΄τον ΕΛΑΣ.  
 Πρακτικά δηλαδή, οι Άγγλοι ανέθεσαν επισήμως την διοίκηση της Σάμου στο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ.
 Παρατηρήθηκε δηλαδή το φαινόμενο να υπάρχει εαμίτικη πολιτική διοίκηση με ταυτόχρονη ύπαρξη συντεταγμένης ιταλικής ένοπλης δύναμης και όλοι αυτοί υπό την εποπτεία των Άγγλων.
 Το τμήμα του ΕΛΑΣ, σύμφωνα με τον Γρηγοριάδη, είχε φτάσει τότε τους 1000 άνδρες.

 Την εποχή εκείνη ξεκίνησαν οι βρετανικές επιχειρήσεις για κατάληψη των Δωδεκανήσων, τα οποία τότε άνηκαν στην Ιταλία, προκειμένου να μην τα καταλάβουν οι Γερμανοί. Κατά την διάρκεια εκείνων των επιχειρήσεων έφτασαν στην Σάμο τμήματα του Ιερού Λόχου με τον διοικητή του τον αντισυνταγματάρχη Χριστόδουλο Τσιγάντε. Παρά το ότι υπήρχε αμοιβαία καχυποψία, ελασίτες και ιερολοχίτες συνεργάστηκαν ομαλά και συγκρότησαν μεικτά τμήματα.

  Η αποτυχία όμως των βρετανικών στρατιωτικών επιχειρήσεων στα γειτονικά Δωδεκάνησα επηρέασε όπως ήταν φυσικό και την Σάμο. Μετά την κατάληψη της Λέρου ήταν προφανές ότι πλησίαζε η σειρά της Σάμου. Στο νησί υπήρχαν Άγγλοι κομάντος, οι Ιταλοί, και η μεικτή ελληνική δύναμη Ιερολοχιτών και ελασιτών. Θεωρητικά ήταν εφικτή η υπεράσπιση του νησιού. Όμως ο σφοδρός γερμανικός αεροπορικός βομβαρδισμός της 17ης Νοεμβρίου 1943 αποδιοργάνωσε πλήρως τους αμυνόμενους και ιδιαίτερα τους Ιταλούς που εγκατέλειψαν τις θέσεις τους.
 Η διάλυση των Ιταλών και ο γενικότερος πανικός που προκλήθηκε απ΄τον βομβαρδισμό έκαναν τους Άγγλους να αντιληφθούν ότι δεν υπήρχαν σοβαρές δυνατότητες αμύνης στην επερχόμενη γερμανική εισβολή. Έτσι διατάχτηκε η εκκένωση της Σάμου απ΄τα ένοπλα τμήματα που ήταν υπό τις διαταγές του Στρατηγείου Μέσης Ανατολής. Άγγλοι κομάντος, Ιταλοί, Ιερολοχίτες και ελασίτες εγκατέλειψαν άρον άρον το νησί. Μαζί τους έφυγαν και αρκετοί άμαχοι όπως και ο μητροπολίτης Ειρηναίος.
 Ο Γρηγοριάδης γράφει ότι ο ΕΛΑΣ της Σάμου δεν εξαφανίστηκε τελείως αλλά παρέμεινε μία μικρή ομάδα 30 ατόμων, χωρίς όμως να αναφέρει καμμία δράση τους κατά των Γερμανών.



 

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013

Η πρώτη συμφωνία Ζέρβα-ΕΑΜ που φυσικά δεν τηρήθηκε απ'τους εαμίτες



 Όπως είχαμε δει εδώ ο Ζέρβας μετά τον Βάλτο κινήθηκε βορειότερα προς την περιοχή της Άρτας όπου και έβαλε τις βάσεις του αντάρτικου του ΕΔΕΣ. Στο νομό Άρτας είχε ήδη συγκροτηθεί κεντρική επιτροπή του ΕΑΜ, με την οποία επιδίωξε και ήρθε σε επαφή ο Ζέρβας προκειμένου να συντονιστεί από κοινού ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας.
 Στις 11 Οκτωβρίου 1942 υπεγράφη μεταξύ των δύο πλευρών το παρακάτω συμφωνητικό:

 



  

Ο Ζέρβας βέβαια δεν αρκέστηκε στο συμφωνητικό αλλά φρόντισε να οργανώσει και τις δικές του Επιτροπές Εθνικού Αγώνος σε πολλά χωριά της περιοχής καθώς και τις πρώτες μαχητικές του ομάδες.
 Στις 23 Οκτωβρίου 1942 οι Ιταλοί που ήταν ενήμεροι για την παρουσία του Ζέρβα και τους σκοπούς του ξεκίνησαν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στα ορεινά της Άρτας με τρία τάγματα. Αντικειμενικός του σκοπός ήταν να διαλύσουν το αντάρτικο του Ζέρβα εν την γεννέσει του.
 Τελικώς οι Ιταλοί στις 12 Νοεμβρίου επέστρεψαν στις βάσεις τους μετά από συγκρούσεις με τις μικρές την εποχή εκείνη δυνάμεις του Ζέρβα, χωρίς να καταφέρουν να τον διαλύσουν. Αυτή ήταν η πρώτη σύγκρουση του νεοσχηματιζόμενου αντάρτικου του ΕΔΕΣ κατά των κατακτητών.

 Βάσει των όρων του παραπάνω συμφωνητικού θα περίμενε κανείς ότι το μαχητικό τμήμα του ΕΑΜ Άρτας (παρατηρούμε ότι ο όρος ΕΛΑΣ δεν εμφανίζεται στο συμφωνητικό, παρά μόνο γίνεται λόγος για μαχητικό τμήμα του τοπικού ΕΑΜ) θα συνέδραμε εμπράκτως στον δύσκολο και άνισο αγώνα που έδιναν οι πρώτοι αντάρτες του Ζέρβα εναντίον τριών ιταλικών ταγμάτων. Αυτά τουλάχιστον είχαν συμφωνηθεί.

 Αυτό όμως δεν συνέβη. 
 Παρά το ότι ο Ζέρβας τους ζήτησε να προσπαθήσουν να ανακόψουν την προέλαση ενός εκ των τριών ιταλικών ταγμάτων, αυτοί δεν το έπραξαν και εγκατέλειψαν τις θέσεις τους με συνέπεια οι Ιταλοί να προχωρήσουν ανενόχλητοι. Μάλιστα ο ένας εκ των υπογραφόντων αξιωματικών του ΕΑΜ, ο ταγματάρχης Μαντζούκης παρουσιάστηκε στους Ιταλούς και στράφηκε κατά του Ζέρβα ακολουθώντας τους κατακτητές.

 Τα παραπάνω είναι η εκδοχή του εδεσίτη οπλαρχηγού Στυλιανού Χούτα όπως την παρουσιάζει στις σελ 69-73 του έργου του "Η Εθνική Αντίστασις των Ελλήνων 1941-1945". Στις σελ.62-63 του ιδίου βιβλίου υπάρχει και το παραπάνω συμφωνητικό.

 Ας δούμε τώρα τι λέει και η άλλη πλευρά.
  Ο λοχαγός Φοίβος Γρηγοριάδης υπηρέτησε στον ΕΛΑΣ και έγραψε το πολύτομο έργο "Το αντάρτικο". Σε αυτό (σελ.83 και σελ.135) παραδέχεται τόσο την ύπαρξη του παραπάνω συμφωνητικού όσο και την αδράνεια των εκπροσώπων του ΕΑΜ κατά την διάρκεια των ιταλικών εκκαθαριστικών επιχειρήσεων. Επιβεβαιώνει επίσης την αντεθνική στάση του ταγματάρχη Μαντζούκη που αναφέρει και ο Χούτας.
 Επιχειρεί βέβαια να δικαιολογήσει τους εαμίτες, λέγοντας ότι στην πραγματικότητα δεν υπήρχαν ένοπλες ομάδες του ΕΑΜ στην περιοχή της Άρτας, και ότι απλά αυτές αναφέρονται στο συμφωνητικό χάριν γοήτρου.
 Αν κάνουμε την παραδοχή ότι αυτό που λέει ο Φοίβος Γρηγοριάδης είναι αλήθεια, τότε μοιραία προκύπτουν σοβαρές ενστάσεις για το ποιόν των υπογράψαντων εαμιτών.
 Τι σόι άνθρωποι είναι αυτοί που εγγυώνται ενυπογράφως για την έμπρακτη συμμετοχή των μαχητικών τους τμημάτων στο πλευρό του Ζέρβα κατά των Ιταλών, αλλά στην πραγματικότητα αυτά τα μαχητικά τμήματα είναι ανύπαρκτα;
 Σε απλά νεο-ελληνικά αυτό λέγεται καραγκιοζιλίκι.

 Όπως και να χει λοιπόν, το ΕΑΜ Άρτας απεδείχθη από πολύ νωρίς κατώτερο των περιστάσεων συγκρινόμενο με τον Ναπολέοντα Ζέρβα.

                                                                 

Τρίτη 18 Ιουνίου 2013

Ο εξοπλισμός των βουλγαροκομιτατζήδων απ΄τους Ιταλούς το 1943


 Τον Μάρτιο του 1943 οι ιταλικές αρχές κατοχής στην Καστοριά πήραν την πρωτοβουλία να εξοπλίσουν βουλγαρόφιλους σλαβόφωνους απ΄την ευρύτερη περιοχή της Καστοριάς και των Πρεσπών. Ο σκοπός των Ιταλών ήταν η αντιμετώπιση των ανταρτών (του ΕΛΑΣ και της ΠΑΟ) που είχαν μόλις αρχίσει να κάνουν αισθητή την παρουσία τους στο γειτονικό Βόιο.
 Ο κύριος πρωτεργάτης αυτής της ενέργειας ήταν ο ιταλός υπολοχαγός Τζιοβάνι Ραβάλι, διευθυντής του γραφείου πληροφοριών στο ιταλικό φρουραρχείο Καστοριάς. Αυτός ήταν που πρότεινε τον εξοπλισμό των βουλγαρίζοντων και κατάφερε να πείσει επ΄αυτού τους ανωτέρους του.

Με τα όπλα που προσέφεραν οι Ιταλοί εξοπλίστηκε ένας σεβαστός αριθμός βουλγαρίζοντων. Οι εκτιμήσεις για τον αριθμό τους ποικίλουν. Οι πιο μετριοπαθείς υπολογισμοί τους έφερναν γύρω στους 2000, ενώ αλλού υπολογίζονταν εώς και 7.000. Γενικότερα ο υπολογισμός τους δεν ήταν εύκολη υπόθεση αφού επρόκειτο για ατάκτους που από ένα σημείο και μετά με ευκολία άλλαζαν στρατόπεδο και εντάσσονταν στον κομμουνιστικό ΕΛΑΣ.
 Αυτές οι εξοπλισμένες ομάδες έφεραν τον τίτλο Αξονοβουλγαρομακεδονικό Κομιτάτο, απ'όπου πήραν και την ονομασία κομιτατζήδες, και εγκατέστησαν φρουραρχεία και τοπικές επιτροπές σε κωμοπόλεις και χωριά της περιοχής. Αρχικά, επικεφαλής του Κομιτάτου στην Καστοριά ήταν ο Νίκος Σιστοβάρης, γνωστότερος και ως Μπάι Κόλε και υπαρχηγός ο Λουκάς Δαμιανίδης που ήταν ίσως η κυριότερη φυσιογνωμία του Κομιτάτου και διετέλεσε φρούραρχος στο ΄Αργος Ορεστικό. ΄Αλλοι τοπικοί ηγέτες των κομιτατζήδων ήταν οι Πασχάλης Καλλιμάνης, Κοσμάς Κυριακόπουλος ή αλλιώς Μπάι Κούζε, Χρήστος Νασκόπουλος, Παντελής Μακρής κ.α.

 Από στρατιωτικής άποψης οι κομιτατζήδες δεν επέδειξαν ιδιαίτερες αρετές. Κατά κανόνα αρκούνταν σε ρόλο βοηθητικό των ιταλικών στρατευμάτων κατοχής και επιδίδονταν σε αυθαίρετες εκτελέσεις, τρομοκρατία, πλιάτσικο, λεηλασίες και βιαιότητες σε βάρος των Ελλήνων.
 Γρήγορα οι Ιταλοί αντιλλήφθηκαν ότι τα προβλήματα που προκαλούσαν οι κομιτατζήδες με την συμπεριφορά τους ήταν περισσότερα απ΄τα όποια οφέλη είχαν να αποκομίσουν απ΄αυτούς. 'Ετσι απ΄τον Μάιο του '43 άρχισαν να επανεξετάζουν το ζήτημα προσβλέποντας στην αφαίρεση των  αρμοδιοτήτων που τους είχαν παραχωρήσει. Αυτό απετέλεσε και την αφορμή για το πρώτο κύμα της μεταπήδησης κομιτατζήδων στον ΕΛΑΣ. ΄Οπως είχαμε δει και εδώ τον Ιούνιο του ΄43 ξεκίνησαν οι προσχωρήσεις κομιτατζήδων στον ΕΛΑΣ.

 Ο πιο σημαντικός όμως λόγος  γι'αυτήν την αλλαγή στάσης των Ιταλών ήταν  επειδή κατάλαβαν πως οι κομιτατζήδες ήταν σταθερά προσανατολισμένοι προς την Βουλγαρία και δεν ενδιαφέρονταν φυσικά για την προάσπιση των ιταλικών συμφερόντων στην περιοχή.
 Αυτό ήταν  αναμενόμενο διότι ήταν φυσιολογικό οι βουλγαρίζοντες σλαβόφωνοι να είναι στραμμένοι προς την Βουλγαρία. Καθοριστικής σημασίας σε αυτό το θέμα ήταν και ο ρόλος του βούλγαρου υπολοχαγού Αντόν Κάλτσεφ που υπηρετούσε ως σύνδεσμος-διερμηνέας στο γερμανικό φρουραρχείο Φλωρίνης.

 Ο Κάλτσεφ καταγόταν απ΄το χωριό Σπήλαιο της Καστοριάς, ήταν στενός συνεργάτης του Ραβάλι και πολύ σύντομα ανεδείχθη στον κυριότερο παράγοντα εξοπλισμού των βουλγαρόφιλων της Καστοριάς και των Πρεσπών. Ο Ραβάλι πιθανότατα ήθελε να εκμεταλλευτεί την επιρροή του Κάλτσεφ στους βουλγαρίζοντες, αλλά στην πορεία μάλλον υποσκελίστηκε απ΄αυτόν, πράγμα λογικό αφού ο δεύτερος λόγω εθνικότητας μπορούσε να ασκήσει μεγαλύτερη επιρροή, ενώ καταγόταν κιόλας και απ΄την περιοχή.
 Επίσης ο Κάλτσεφ λόγω της θέσεώς του βρισκόταν σε διαρκή επικοινωνία τόσο με τις βουλγαρικές αρχές κατοχής στο Μοναστήρι (στα σημερινά Σκόπια που ήταν τότε υπό βουλγαρική κατοχή) όσο και με το βουλγαρομακεδονικό Κομιτάτο του Περλεπέ (επίσης των Σκοπίων) που είχε αρχηγό τον Ιβάν Μιχαήλοφ και εξόπλιζε ντόπιους βουλγαρόφιλους των Σκοπίων.
Παράλληλα οι Ιταλοί χάρη σε αλληλογραφία που έπεσε στα χέρια τους είχαν σημαντικές ενδείξεις ότι το Κομιτάτο του Περλεπέ καθοδηγούσε ανοικτά τους κομιτατζήδες της ιταλοκρατούμενης Μακεδονίας.

 Η επίσημη βουλγαρική κυβέρνηση δεν είχε άμεση εμπλοκή στον εξοπλισμό των κομιτατζήδων. Δεν δίστασε όμως μέσω δημοσιευμάτων στον ελεγχόμενο βουλγαρικό τύπο της εποχής να χαιρετίσει το γεγονός.

 Λίγους μήνες αργότερα, όταν οι Γερμανοί αντικατέστησαν τους Ιταλούς ως κατοχικός στρατός στην περιοχή, ακολούθησαν την πεπατημένη του εξοπλισμού των κομιτατζήδων.
  Για το ξεκίνημα του κακού όμως ευθύνονταν αναμφίβολα οι Ιταλοί οι οποίοι με τον εξοπλισμό των κομιτατζήδων άνοιξαν την όρεξη σε κάθε ανθελληνικό και καιροσκοπικό στοιχείο και προκάλεσαν αναστάτωση σε μια εθνικά ευαίσθητη ελληνική περιοχή. Με την άμεση εμπλοκή τόσο των ελασιτών (που δεν είχαν και τις πιο φιλελληνικές θέσεις για το μακεδονικό) όσο και του Τίτο το θέμα πήρε ανεξέλεγκτες διαστάσεις και παραλίγο να στοιχίσει ακριβά στον ελληνισμό.


Πηγές: "Λεηλασία φρονημάτων", τόμος α' του Ιωάννη Κολλιόπουλου.
           "Η Κατοχή εν Μακεδονία" του Αθανάσιου Χρυσοχόου, βιβλίο β' τεύχος β' 

Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

Η αρνητική στάση των Ιταλών απέναντι στην κυβέρνηση Τσολάκογλου


 Στις 29 Απριλίου του 1941 ορκίσθηκε η πρώτη κατοχική κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον αντιστράτηγο Γεώργιο Τσολάκογλου. Για το θέμα έχουν γραφτεί πολλά. Στην παρούσα ανάρτηση θα αναφερθούμε στην στάση των Ιταλών απέναντι στον σχηματισμό αυτής της ελληνικής κυβέρνησης.

 Το παρακάτω απόσπασμα απ'το ημερολόγιο του Τσιάνο είναι ενδεικτικό της κυρίαρχης ιταλικής θέσης για την κυβέρνηση Τσολάκογλου:

 "Εμείς είμαστε λιγότερο πρόθυμοι απ'τους Γερμανούς για τον σχηματισμό ελληνικής κυβερνήσεως και διακρίνω σε όλα αυτά την εξήγηση πολλών πρόσφατων πράξεων των Γερμανών στην Ελλάδα."

 και παρακάτω:
 "Αυτή η ιστορία του Τσολάκογλου δεν μου αρέσει καθόλου. Ο Ανφούζο (ο διορισθείς έκτακτος απεσταλμένος της ιταλικής κυβερνήσεως στον στρατάρχη Λιστ για τις διαπραγματεύσεις περί σχηματισμού ελληνικής κυβερνήσεως) ειδοποιεί ότι πρόκειται να αναγνωρίσουμε μία κυβέρνηση η οποία θα σχη,ατιστεί με όλα τα δικαιώματά της. Αν και υπάρχει στην Ελλάδα εδαφική κατοχή απ΄τα στρατεύματα του Άξονα, είναι φανερό ότι ο Τσολάκογλου προτίθεται να διασώσει την φυλετική και εθνική ενότητα της Ελλάδας. Και είναι άλλωστε φανερό κατά πόσο θα μπορούμε τουλάχιστον να ζητήσουμε απ΄τους Γερμανούς να μας αφήσουν την πολιτική διακυβέρνηση των εδαφών τουλάχιστον τα οποία διεκδικούμε. Εάν όχι, φοβούμαι ότι τελικώς με τον σχηματισμό ελληνικής κυβερνήσεως τα οποία μας επιφυλάσσονται θα είναι μετριότατα"
 ("Ιδού η αλήθεια" του Κ.Λογοθετόπουλου, σελ.16)

 Οι παραπάνω φόβοι των Ιταλών για την επιρροή της νεοσχηματισθείσης ελληνικής κυβέρνησης στους Γερμανούς όσον αφορά τις ιταλικές διεκδικήσεις επί ελληνικών εδαφών, επαληθεύθηκαν.
Η κυβέρνηση Τσολάκογλου αντέδρασε έντονα στην ιταλικής έμπνευσης προσπάθεια δημιουργίας βλαχικού κρατιδίου στην Θεσσαλία. Επίσης οι Γερμανοί δεν έδωσαν το πράσινο φως στους Ιταλούς ούτε καν για την τυπική προσάρτηση των Ιονίων νήσων, που ο Μουσσολίνι επιθυμούσε διακαώς.
 
 Απ΄τα παραπάνω λεγόμενα των Ιταλών, και μάλιστα απ΄τα πλέον επίσημα χείλη του Γκαλεάτσο Τσιάνο (υπουργού εξωτερικών της Ιταλίας, γαμπρού του Μουσσολίνι και εκ των πρωταιτίων της επίθεσης κατά της Ελλάδας τον Οκτώβριο του 1940), είναι ολοφάνερη η αρνητική στάση των Ιταλών απέναντι στην κυβέρνηση Τσολάκογλου.

 Αυτή φαίνεται και απ΄τα Απομνημονεύματα του Γεώργιου Τσολάκογλου όπου φαίνονται οι κακές σχέσεις μεταξύ Ελλήνων κυβερνητικών και Ιταλών. Μεταξύ άλλων ο Τσολάκογλου υποστηρίζει ότι μετά την παραίτησή του απ΄το πρωθυπουργικό αξίωμα τύγχανε στενής παρακολούθησης απ΄τους Ιταλούς επί ένα εξάμηνο. Από αυτό και μόνο αντιλαμβάνεται κάποιος τις μεταξύ τους σχέσεις κατά την πρωθυπουργία του. ("Απομνημονεύματα" του Γεώργιου Τσολάκογλου, σελ.237).

 Η αρνητική στάση των ανθέλληνων (κατά την περίοδο εκείνη) Ιταλών εναντίον του Τσολάκογλου, είναι ακόμα ένα στοιχείο που πιστοποιεί ότι ο ρόλος του τελευταίου κάθε άλλο παρα προδοτικός ήταν, όπως πολλοί σήμερα ανοήτως ισχυρίζονται...
 Ας γίνουν οι σχετικές συγκρίσεις με τις σύγχρονες ελλαδικές κυβερνήσεις και της εκτίμησης που αυτές χαίρουν από θεσμικά και εξωθεσμικά κέντρα εξουσίας, ο ανθελληνισμός των οποίων είναι πολύ πιο έντονος από αυτόν των Ιταλών του Β'΄Παγκοσμίου Πολέμου..

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2013

Εγκλήματα πολέμου των Ιταλών στην Ελλάδα 1941-43

του Ιωάννη Κωτούλα
Η παραμονή του ιταλικού στρατού στην Ελλάδα ως δύναμης κατοχής συνήθως αντιμετωπίζεται από την ιστοριογραφία, αλλά και από τη συλλογική αντίληψη, ως μία φάση σχετικά ήπιας συμπεριφοράς των κατοχικών στρατευμάτων έναντι του ελληνικού πληθυσμού. Στην πραγματικότητα η εικόνα αυτή αποτελεί σε μεγάλο βαθμό περισσότερο μεταπολεμική κατασκευή, ιδίως με δεδομένη την άκριτη ενίοτε απόδοση όλων των εγκληματικών ενεργειών στον γερμανικό στρατό κατοχής, συνέπεια του έντεχνα προβεβλημένου μύθου της ευγενούς συμπεριφοράς του ιταλικού στρατού κατοχής προς τους Έλληνες. Η συνύπαρξη των Ιταλών στρατιωτών με τον υποτελή ελληνικό πληθυσμό δεν υπήρξε μία αρμονική εμπειρία συνετής κατοχής, αλλά αφενός μία οργανωμένη απόπειρα εθνολογικής αλλοίωσης συγκεκριμένων περιοχών αφετέρου μία βίαιη αντιμετώπιση του άμαχου πληθυσμού.
Μετά την κατάρρευση της ελληνικής αντίστασης και την ολοκλήρωση της κατάκτησης του ελληνικού κράτους τον Μάιο του 141, με την κατοχή και της Κρήτης, η Ελλάδα διαιρέθηκε σε τρεις διοικητικές ζώνες. Η ιταλική στρατιωτική παρουσία αφορούσε το μεγαλύτερο μέρος της χώρας, δηλαδή το σύνολο της ηπειρωτικής Ελλάδος, εκτός από την κεντρική Μακεδονία, όπου υπήρχε γερμανική διοίκηση, την Ανατολική Μακεδονία και την Θράκη, όπου υπήρχε βουλγαρική διοίκηση - εκτός από τον Έβρο, όπου υπήρχε γερμανική παρουσία - και την πρωτεύουσα Αθήνα, όπου υπήρχε μεικτή ιταλο-γερμανική παρουσία. Οι Ιταλοί ήταν επίσης παρόντες στα νησιά του Αιγαίου (εκτός της Λήμνου, της Λέσβου, της Χίου και της Μήλου), καθώς και στην ανατολική Κρήτη. Τα Δωδεκάνησα αποτελούσαν ιταλική κτήση από το 1912, ενώ τα Επτάνησα, πλην των Κυθήρων, είχαν προσαρτηθεί επισήμως στο ιταλικό κράτος από το 1941.
Ήδη από την έναρξη της ιταλικής επίθεσης κατά της Ελλάδος, τον Οκτώβριο του 1940, η Ιταλία εγκαινίασε μία πολιτική τρομοκρατικών μέτρων σε βάρος του άμαχου ελληνικού πληθυσμού. Μετά τις πρώτες αποτυχίες του ιταλικού στρατού στο μέτωπο της Βορείου Ηπείρου, ο Μουσολίνι εξέδωσε διαταγές προς την αεροπορία να πραγματοποιήσει συνεχείς βομβαρδισμούς στην ελληνική εδαφική επικράτεια, απηχώντας μία παλαιότερη απειλή του να καταστρέψει και να ισοπεδώσει όλα τα αστικά κέντρα με πληθυσμό άνω των 10.000 ατόμων. Καθώς, μάλιστα, στην Ελλάδα δεν υπήρχαν σημαντικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις ή συγκροτήματα βιομηχανικής παραγωγής στα μετόπισθεν των ελληνικών θέσεων ή γενικά στην επικράτεια, η ιταλική αεροπορία επέλεξε εσκεμμένα ως στόχους της διάφορες πόλεις της Ελλάδος. Την περίοδο αυτή σημειώθηκαν βομβαρδισμοί της Άρτας, της Κέρκυρας, της Λάρισας, της Θεσσαλονίκης, των Πατρών και του Πειραιά. Σκοπός των βομβαρδισμών, σύμφωνα με τη διαταγή του ίδιου του Μουσολίνι, ήταν «η αποδιοργάνωση της ζωής των πολιτών στην Ελλάδα και η πρόκληση πανικού παντού».
Κατά την περίοδο των εικοσιεννέα μηνών - έως τον Σεπτέμβριο του 1943 - που διήρκεσε η ιταλική κατοχή στην Ελλάδα, υπήρξαν πολυάριθμα περιστατικά εκτελέσεων και σφαγών σε βάρος του ελληνικού λαού. Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος από την γερμανική κατοχή, τον Οκτώβριο του 1944, συστάθηκε τον Ιούνιο του 1945 το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο Εγκληματιών Πολέμου το οποίο θα εξέταζε τις επιχειρήσεις των κατοχικών δυνάμεων. Η ιταλική κατοχή, συγκεκριμένα, προκάλεσε εκτεταμένες ανθρώπινες απώλειες. Πολυάριθμοι αξιωματικοί του ιταλικού στρατού κατηγορήθηκαν μεταπολεμικά για την πραγματοποίηση συνοπτικών εκτελέσεων, την εκτέλεση ομήρων, καθώς και για πολλές σφαγές αμάχων τους πρώτους οκτώ μήνες του 1943. Η δράση των ιταλικών δυνάμεων κατά του άμαχου ελληνικού πληθυσμού αφορά τις περιοχές της Θεσσαλίας, της Ηπείρου, της Αιτωλοακαρνανίας και της δυτικής Μακεδονίας. Τα ιταλικά εγκλήματα ήταν τριών ειδών: α) εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, β) πολιτικά εγκλήματα και γ) εγκλήματα οικονομικής φύσης.
Με τον όρο πολιτικά εγκλήματα οι ελληνικές αρχές ουσιαστικά αναφέρονταν στο σχέδιο εδαφικού διαμελισμού της Ελλάδος, μέσω της υποκίνησης των αλβανικών διεκδικήσεων στο θέματος της Τσαμουριάς, καθώς και στο συστηματικό πρόγραμμα αφελληνισμού των Ιονίων Νήσων, που είχε επιβάλλει η ιταλική διοίκηση από το 1941. Άλλωστε μακροπρόθεσμος στόχος της ιταλικής πολιτικής ήταν η τελική διάλυση του ελληνικού κράτους και η υπαγωγή του σε ένα οργανωτικό πλέγμα υπό την ιταλική επικυριαρχία. Με τον όρο εγκλήματα οικονομικής φύσης η ελληνική πλευρά αναφερόταν στην εκμετάλλευση της κατεχόμενης Ελλάδος από την ιταλική στρατιωτική διοίκηση. Για την ελληνική πλευρά ο λιμός που σημειώθηκε τον χειμώνα του 1941-42 και την αμέσως επόμενη περίοδο ήταν συνέπεια της γενικής κατοχικής πολιτικής των Ιταλών. Από τον λιμό αυτό υπολογίζεται ότι πέθαναν τουλάχιστον 100.000 άτομα. Ο πληθωρισμός, στον οποίον κατέφυγαν οι κατοχικές αρχές, γερμανική και ιταλική, ώστε να αντιμετωπιστούν τα έξοδα κατοχής, θεωρήθηκε επίσης έγκλημα πολέμου. Η κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας την περίοδο της Κατοχής υπήρξε σε μεγάλο βαθμό απόρροια της κατοχικής πολιτικής των Ιταλών πρωτευόντως.
Ο ιταλικός στρατός κατοχής επέδειξε ιδιαίτερα βίαιη συμπεριφορά προς τον άμαχο πληθυσμό προτού αντίστοιχες ενέργειες πραγματοποιηθούν από τις γερμανικές δυνάμεις στην Ελλάδα, κατά την επίταση των επιχειρήσεων κατά των ανταρτών τα έτη 1943-1944. Οι Ιταλοί στρατιώτες επέδειξαν έντονη σκληρότητα προς τους Έλληνες πολίτες, καθώς και έντονη τάση για λεηλασίες. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι λεηλασίες των Ιταλών στρατιωτών σε βάρος των αγαθών των αμάχων Ελλήνων αποτελούσαν συνήθη πρακτική, ακόμη και όταν πραγματοποιούνταν εκτελέσεις. Προτού καταστρέψουν τα χωριά ή ζητήσουν τον βομβαρδισμό τους, οι Ιταλοί αξιωματικοί κατά κανόνα έδιναν την άδεια στους στρατιώτες των μονάδων τους να προβούν σε λεηλασία των κτισμάτων και των νεκρών αμάχων Ελλήνων πολιτών.
Η συμπεριφορά των Ιταλών στρατιωτών αμέσως μετά τη συνθηκολόγηση του ελληνικού στρατού και την κατάρρευση της αντίστασης στην ηπειρωτική Ελλάδα τον Απρίλιο του 1941, υπήρξε καθαρά εκδικητική. Οι Ιταλοί φέρθηκαν με μεγάλη σκληρότητα προς τον άμαχο ελληνικό πληθυσμό κατά την προέλαση των μονάδων τους, σε αντίθεση με τους Γερμανούς, οι οποίοι αρχικά τήρησαν ευμενή στάση.
Στα Επτάνησα επικεφαλής της νέας πολιτικής διοίκησης ορίστηκε ο Πιέρο Παρίνι (Piero Parini). Ο Παρίνι απαγόρευσε την χρήση της ελληνικής νομοθεσίας, επιβάλλοντας την άμεση αντικατάστασή της με την ισχύουσα ιταλική. Οι Έλληνες δικαστικοί και δημόσιοι υπάλληλοι, οι οποίοι αρνήθηκαν να συμμορφωθούν με την παράνομη - από άποψης διεθνούς δικαίου - μεταβολή, υπέστησαν διώξεις. Οι ιταλικές αρχές επίσης αρνήθηκαν να επιτρέψουν την αποστολή βοήθειας από διεθνείς ανθρωπιστικές οργανώσεις έως το 1943, όταν έφθασαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα μέσω του Ερυθρού Σταυρού. Στα Επτάνησα γενικώς εφαρμόστηκε πολιτική εθνικής και πολιτιστικής γενοκτονίας κατά του ελληνικού στοιχείου σε όλες τις βαθμίδες της καθημερινότητας και της κοινωνικής ζωής. Οι πολίτες αποτρέπονταν από τη δημόσια χρήση της ιταλικής γλώσσας, ενώ η ιταλική γλώσσα κατέστη επίσημη γλώσσα των Επτανήσων. Στο εκπαιδευτικό σύστημα οι Έλληνες διευθυντές των σχολικών ιδρυμάτων αντικαταστάθηκαν με Ιταλούς αξιωματούχους, ενώ και το πρόγραμμα διδασκαλίας αντικαταστάθηκε με αυτό που ήταν σε χρήση στην Ιταλία. Οι μεταβολές αυτές προκάλεσαν την έντονη αντίδραση του ελληνικού πληθυσμού, με αποτέλεσμα διώξεις κατά καθηγητών, μαθητών και των οικογενειών τους. Καθ’ όλη την περίοδο της ιταλικής κατοχής στα Επτάνησα συνελήφθησαν και εκτοπίστηκαν ή μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης - στα νησιά Παξοί, Οθωνοί και Λαζαράτοι - περισσότεροι από 3.500 Έλληνες πολίτες. Σε αυτά τα στρατόπεδα συγκέντρωσης σημειώθηκαν ποικίλα βασανιστήρια κατά των κρατουμένων.

Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2012

Για την μάχη της Πόρτας που έδωσε (;) ο ΕΛΑΣ με τους Ιταλούς


 Ο αρχιστράτηγος του ΕΛΑΣ, Στέφανος Σαράφης, στο βιβλίο του "Ο ΕΛΑΣ" περιγράφει την δράση της συγκεκριμένης αντάρτικης οργάνωσης. Αναφέρεται σε διάφορες μάχες που έδωσε ο ΕΛΑΣ, σύμφωνα με τον ίδιο πάντα.
 Μία από αυτές τις μάχες ήταν και η μάχη της Πόρτας που έγινε 8-10 Ιουνίου 1943 στην Θεσσαλία μεταξύ Ιταλών και ελασιτών.

 Η αρχική περιγραφή της μαχης απ΄τον Σαράφη στο βιβλίο του είναι η παρακάτω στην σελ.132:


  Μιλάει για απώλειες 500 αντρών (νεκροί και τραυματίες) απ΄την πλευρά των Ιταλών.


 Παρακάτω όμως γράφει στην σελ.447:

 
 Εδώ όμως μιλάει για απώλειες 700 αντρών για τους Ιταλούς.


 Tι αξιοπιστία μπορεί να έχει κάποιος που στο ίδιο του το βιβλίο αντιφάσκει σχετικά με  τις απώλειες που ισχυρίζεται ότι προκάλεσε στον εχθρό του;

Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι αυτά είναι λεπτομέρειες.
Αυτές οι λεπτομέρειες όμως είναι που καταδεικνύουν την (α)φερεγγυότητα και την (αν)αξιοπιστία ενός αξιωματικού που μετά την ξεφτίλα που υπέστη απ΄τους ελασίτες (βλ.εδώ), αναγορεύτηκε σε "αρχιστράτηγο του ΕΛΑΣ".

 Δύο ενδιαφέροντα στοιχεία για την συγκεκριμένη μάχη είναι τα εξής:
 - Σύμφωνα με τον Σαράφη, 250-300 αντάρτες του ΕΛΑΣ κατάφεραν και συγκράτησαν 4000 βαριά οπλισμένους Ιταλούς, προξενώντας τους μάλιστα τόσο μεγάλες απώλειες (500, 700, ή και κανα χιλιάρικο αμα λάχει). Το αν και κατά πόσον αυτό ήταν εφικτό, το αφήνουμε στην κρίση του καθενός.
- Αφού αυτή ήταν η πιο μεγάλη μάχη του ΕΛΑΣ  μέχρι τότε, δεν θα έπρεπε κάποιος εκ του τριμελούς αρχηγείου του ΕΛΑΣ (Σαράφης, Βελουχιώτης, Τζήμας) να ήταν παρών και να συντονίζει τον αγώνα; Κανείς τους όμως δεν ήταν.


 Τα παραπάνω στοιχεία οδηγούν στο λογικό συμπέρασμα ότι η συγκεκριμένη μάχη ήταν πολύ μικρότερης έκτασης απ'ότι θέλουν οι αριστεροί να λένε. Οι απώλειες των Ιταλών σίγουρα είναι προϊόν φαντασίας του Σαράφη που άλλωστε ήταν απών και ενημερώθηκε τηλεφωνικά για την εξέλιξη της όποιας μάχης έγινε.


 Για την μάχη της Πόρτας έγραψε και ο εδεσίτης Μιχάλης Μυριδάκης στο έργο του "Οι αγώνες της φυλής", σελ.274:
  "Εις τα στενά της Πόρτας, ορεινότατη τοποθεσία, ο ΕΛΑΣ διέδιδε ότι θα αντιμετωπίσει τους Ιταλούς και προς τούτο εγκατέστησε εκεί 15-18 αντάρτες. Όταν η εμπροσθοφυλακή των Ιταλών εφάνη προ των στενών αυτών η ομάς αυτή έβαλεν εναντίον των ανερχόμενων Ιταλών και από αποστάσεως 1000-1500 μέτρων, ρίψασα όχι περισσότερους των 50-100 πυροβολισμών και κατόπιν απεσύρθη και αυτή προς το μέρος όπου ήταν και οι άλλοι ελασίται και συγκεκριμένως προς την Παληοκαρυά.
 (...)
 Κανείς αναμφισβητήτως απ΄τον ΕΛΑΣ δεν πολέμησε, και πολύ δικαίως, αφού ο αρχηγός τους συνταγματάρχης Σαράφης ουδεμίαν προσοχή έδωσε όταν επληροφορείτο τα γεγονότα και φυσικό ήταν να μην περιμένει διαφορετική στάση απ'τους απλούς αντάρτες"



 Χωρίς περισσότερα σχόλια, ο καθένας ας κρίνει τι πραγματικά έγινε τότε.
 

Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2012

Η δράση του Δημήτριου Ψαρρού πριν την ίδρυση του συντάγματος 5/42 - μέρος γ'



Όπως είπαμε και εδώ, ο Ψαρρός ήταν στην Αθήνα απ΄τον Αύγουστο του 1942 λόγω της άφιξης του Τσιγάντε και της συνεργασίας μαζί του. Έτσι όμως δεν μπόρεσε να φανεί συνεπής στην αποστολή που είχε αναλάβει βάσει της συμφωνίας που είχαμε δει εδώ, σύμφωνα με την οποία έπρεπε να είχε βγει στο αντάρτικο ως τα μέσα Αυγούστου του 1942. Δεν ήταν βέβαια ο μόνος που φάνηκε ασυνεπής. Για την ακρίβεια, όλοι οι εμπλεκόμενοι -με φωτεινή εξαίρεση τον Ζέρβα- φάνηκαν ασυνεπείς  όσον αφορά την τήρηση της συμφωνίας, με τραγικές συνέπειες για την εξέλιξη του αντάρτικου.
  Επίσης, ο Μπακιρτζής που ανεχώρησε ξαφνικά για την Μέση Ανατολή τον Οκτώβριο του 1942, ειδοποίησε τον Ψαρρό να μην βγει στο βουνό πριν τον ειδοποιήσει απ΄το Κάιρο.
  
Κατά την παραμονή του Ψαρρού στην Αθήνα, οι ομάδες που υπάγονταν σε αυτόν (κυρίως του ΕΑΣ των Καϊμαρά, Κούτρα και Ντούρου) ενημερώνονταν για ρίψεις εφοδίων και οπλισμού στην Γκιώνα. Μία έγινε τον Οκτώβριο του ΄42, που ήταν όμως ανεπιτυχής επειδή τα εφόδια διασκορπίστηκαν σε μεγάλη έκταση και τα πήραν χωρικοί, βοσκοί και φυγόδικοι. Μία άλλη ήταν προγραμματισμένη για τον Δεκέμβριο αλλά δεν έγινε. 
 Οι Ιταλοί έχοντας αντιληφθεί την δραστηριότητα των αξιωματικών της Φωκίδας προέβησαν σε συλλήψεις πολλών εξ'αυτών τους οποίους και κράτησαν ως ομήρους. Υπήρχε η πληροφορία ότι οι όμηροι θα μεταφέρονταν οδικώς στην Ναύπακτο και έτσι συγκροτήθηκε κοινή ομάδα από 7 άντρες του ΕΑΣ και 18 του ΕΛΑΣ και στήθηκε ενέδρα με σκοπό την απελευθέρωσή τους. Τελικώς οι όμηροι μεταφέρθηκαν δια θαλάσσης στην Πάτρα. Η ενέδρα όμως έγινε εναντίον ενός ιταλικού στρατιωτικού αυτοκινήτου στην Δοβρούβιτσα στις 18/12/1942 και προκάλεσε απώλειες στους κατακτητές. Απ΄τους αντάρτες σκοτώθηκε ένας άντρας του ΕΑΣ.
Το σκηνικό με τις διαρκείς αναβολές των ρίψεων απ΄τους Βρετανούς προς τον ΕΑΣ συνεχιζόταν και τους πρώτους μήνες του 1943. Μία φορά προς το τέλος Ιανουαρίου και άλλες δύο μες στον Μάρτιο, ενώ είχε υπάρξει σχετική ενημέρωση, εντούτοις τα βρετανικά αεροπλάνα πέρασαν και δεν έκαναν καμμία ρίψη στους άντρες του ΕΑΣ. Παράλληλα οι Ιταλοί είχαν ξεκινήσει τις διώξεις και τις εκτελέσεις υπόπτων για συνεργασία με τους αντάρτες. Π.χ έκαψαν το σπίτι του λοχαγού Κούτρα (εκ των αρχηγών του ΕΑΣ) στα Πέντε Όρια, συνέλλαβαν μεταξύ άλλων την μητέρα του, και εκτέλεσαν τον κοινοτάρχη σαν συνεργάτη των ανταρτών.  Την ίδια εποχή σημειώθηκαν και οι πρώτες εχθρικές ενέργειες σε βάρος αντρών του Ψαρρού, από ομάδες ληστοφυγόδικων που σχετίζονταν με τον ΕΛΑΣ.
  
 Μέσα σε αυτό το τεταμμένο κλίμα, οι υπεύθυνοι του αγώνα στην Φωκίδα καλούσαν τον Ψαρρό να έλθει στην περιοχή και να οργανώσει το αντάρτικο έστω και με τα ελάχιστα εφόδια που υπήρχαν. Στο μεταξύ είχε σκοτωθεί και ο Τσιγάντε σε συμπλοκή με Ιταλούς στην Αθήνα τον Ιανουάριο του 1943. Έτσι ο Ψαρρός, έφτασε στις 25/03/1943 στην Άμφισσα συνοδευόμενος απ΄τον Μήταλα.
  Σε συγκέντρωση στην Γκιώνα, ήλθαν αξιωματικοί της περιοχής πρόθυμοι για αντάρτικο αγώνα υπό τις διαταγές του. Την επόμενη μέρα κατέφτασαν και 50 άντρες του ΕΑΣ με επικεφαλείς τους Καϊμαρά, Κούτρα και Ντούρο και τέθηκαν και αυτοί υπό τις διαταγές του Ψαρρού.

 Η άφιξη του Ψαρρού στην Φωκίδα θορύβησε τον ΕΛΑΣ που πλέον άρχισε να δείχνει τις εχθρικές προθέσεις του. Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω περιστατικό:
Ο ΕΑΣ, του Ψαρρού πλέον, εφοδιαζόταν απ΄τα χωριά Αγία Ευθυμία, Βουνιχώρα και Πέντε Όρια. Οι ελασίτες το γνώριζαν αυτό. Έτσι,έστησαν ενέδρα έξω απ΄την Αγία Ευθυμία και χτύπησαν μία ιταλική αυτοκινητοπομπή. Οι Ιταλοί, όπως ήταν αναμενόμενο, προέβησαν σε αντίποινα καίγοντας την Αγία Ευθυμία και την κοντική Βουνιχώρα, κάτι που είχε δυσμενείς συνέπειες στον αγώνα του ΕΑΣ.
  Φυσικά οι ελασίτες -κατά την συνήθη τακτική τους- δεν επενέβησαν για να προστατέψουν, ως όφειλαν, τα δύο (φιλικά προς τον Ψαρρό) χωριά απ΄την μανία των Ιταλών… Η καταστροφή των δύο χωριών είχε σαν συνέπεια ο ανεφοδιασμός με τρόφιμα του ΕΑΣ να καταστεί προβληματικός, μέχρι να δοθεί λύση στο πρόβλημα χάρη στην οργάνωση της Άμφισσας. 
  Στις 12/04/1943 επιτέλους έγινε μία κανονική ρίψη πολεμικού υλικού προς τον ΕΑΣ. Μαζί με τα εφόδια έπεσε με αλεξίπτωτο και ο άγγλος λοχαγός Τζεφ Γκόρντον-Γκρηντ που θ’αποτελούσε τον σύνδεσμο του ΕΑΣ με το ΣΜΑ. Με τον ριφθέντα οπλισμό εξοπλίστηκαν,  έστω και πλημμελώς, 200 άντρες του ΕΑΣ.
 Στις 20/04/1943 ο ΕΑΣ μετονομάστηκε σε 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων προς τιμήν του ομώνυμου συντάγματος που υπό τον Νικόλαο Πλαστήρα έγραψε λαμπρή ιστορία στα πεδία των μαχών.

 Αυτή ήταν η γενικότερη δράση του εθνομάρτυρα Δημήτριου Ψαρρού εώς την συγκρότηση του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων. 
 Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η μη-κυριαρχία των αντρών του Ψαρρού (είτε σαν ΕΑΣ, είτε σαν ομάδες της ΕΚΚΑ) στην ορεινή Παρνασσίδα ως τις αρχές του 1943 οφείλεται κυρίως στους Βρετανούς. Η περίεργη εώς ακατανόητη τακτική τους στο θέμα του Γοργοποτάμου (είδαμε εδώ) και  η απροθυμία ή/και η ανικανότητά τους να ενισχύσουν με ρίψεις τον ΕΑΣ και τα τμήματα που είχε οργανώσει ο Μήταλας, σε συνδυασμό με την παράλληλη ενίσχυση εκ μέρους τους του ΕΛΑΣ είχαν σαν συνέπεια την ισχυροποίηση των κομμουνιστών σε βάρος των ανταρτών του Ψαρρού. 
Και όλα αυτά συνέβαιναν σε μία περιοχή που υπήρχε ευρεία λαϊκή αποδοχή του Ψαρρού και των αξιωματικών που τον ακολουθούσαν.

 Πέραν των αναμφισβήτητων ευθυνών των Βρετανών, μέρος της ευθύνης βαραίνει και τον ίδιο τον Ψαρρό ο οποίος άργησε χαρακτηριστικά να βγει στο βουνό, αφού επέλεξε λανθασμένα να παρατείνει την διαμονή του στην Αθήνα συνεργαζόμενος με τον Τσιγάντε.

 Έτσι λόγω των παραπάνω αιτίων, το 5/42 κλήθηκε να δράσει εξ'αρχής υπό αντίξοες συνθήκες. Απ΄την μία οι κατακτητές, απ'την άλλη ο ισχυρότερος ΕΛΑΣ και κάπου στην μέση οι Άγγλοι με την μάλλον αλλοπρόσαλλη τακτική τους απέναντι στο τμήμα του Ψαρρού.
  Το μόνο σίγουρο αποκούμπι του 5/42 ήταν η συμπαράσταση του φτωχού λαού της περιοχής. Απ'ότι φάνηκε όμως αυτό δεν έφτανε...



 Πηγή: "Αντιστασιακή οργάνωση ΕΚΚΑ 1941-1944" του Ιωάννη Παπαθανασίου

Τρίτη 14 Αυγούστου 2012

Το πλήρες κείμενο της διάψευσης του Παπαδόγκωνα για το δήθεν σύμφωνό του με τους Ιταλούς


 Είχαμε κάνει εδώ μία πρώτη αναφορά στο πλαστό σύμφωνο Παπαδόγκωνα-Ντομένικο που κυκλοφόρησαν οι κομμουνιστές τον Αύγουστο του 1943 στην Πελοπόννησο.
 Ακόμα πιο επισταμένη έρευνα επί του θέματος έχει γίνει σε αυτήν την ιστοσελίδα όπου μάλιστα παρατίθεται και ολόκληρη η διάψευση του Παπαδόγκωνα:




 
 Ιδού το κείμενο:

ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ
    Επανελθών ενταύθα μετ' απουσίαν ολίγων ημερών έλαβον γνώσιν συκοφαντικής επιθέσεως   δια τίνος λαθροβίως και σκοτίως κυκλοφορούσης δήθεν εφημερίδος φερούσης κατ ευφημισμόν τον κτυπητόν τίτλον "Ελληνική Σάλπιγγα". Δεν θα επεχείρουν να κάμω ουδεμίαν διάψευσιν ουδέ  να απαντήσω καν εις τους κυρίους ύβριστάς μου. Πέποιθα ότι η κοινωνία των Καλαμών και ολοκλήρου του Μεσσηνιακού και  γενικώς  του Πελοποννησιακού Λαού είναι τόσον προηγμένη ώστε και δι' ενός όπλου βλέμματος να δύναται να αντιληφθή ου μόνον την πλαστότητα, αλλά και τους σκοπούς δι' ους εξετοξεύθη ή σοβαρά(;;) αύτη αποκάλυψις. Αν αναγκάζομαι να απαντήσω σήμερον δια του Τύπου - βεβαιώ δε ότι δια πρώτην φοράν δημοσιογραφώ κατόπιν της 34ετούς υπηρεσίας μου εις τον Στρατόν - το πράττω εκ φόβου μήπως μερικοί καλοί τίμιοι Έλληνες, ιδία της υπαίθρου, ξένοι προς τους σκότιους σκοπούς μερικών κακών Ελλήνων της Πρωτευούσης μη γνωρίζοντες τον δημόσιον βίον τόσον εμού όσον και του κ. Γιαννακοπούλου, κλονισθώσι προς στιγμήν επί βλάβη της απαιτουμένης ψυχικής ενότητας πάντων.
Λαέ της Μεσσηνίας και της Λακωνίας,
 Δηλώ με τον κατηγορηματικώτερον τρόπον ότι το δημοσιευθέν έγγραφον είναι ανύπαρκτον    επινόημα κακοβούλων Ελλήνων επιδιωκόντων σκοπούς σκοπούς
Κύριοι αναλφάβητοι,
    Οι οποίοι σαλπίζετε τα ψεύδη σας, κατηναλώσατε πάρα πολλά από τα ολίγα εγκεφαλικά σας κύτταρα δια να επιτύχετε τούτο μόνον: Να παρουσιαθήτε ενώπιον του λαού ποίοι είσθε. Επλαστογραφήσατε υπογραφάς και σφραγίδας, διατυμπανίσατε πανταχού, από καιρού ήδη ότι θα επροβαίνατε εις σοβαράς αποκαλύψεις εις βάρος μου και ουδέν άλλο κατωρθώσατε ειμή να υποδείξετε δια της αγνοίας σας, εκείνα τα οποία γνωρίζουν όλοι - και οι φαντάροι μας ακόμη - όσοι έγραφαν κατά την θητείαν των μίαν αναφοράν ή επρωτοκόλλησαν εν έγγραφον. Πριν προβήτε εις την συκοφαντικήν αυτήν εκστρατείαν εναντίον δύο Συνταγματαρχών, δεν εσυμβουλεύεσθε τουλάχιστον ένα δεκανέα πρωτοκολλητήν, ώστε να σας προλάβη άπ' αυτό το κατρακύλισμα. Πληροφορώ όλους τους αγαπητούς μου συμπολεμιστάς, τους αγαπητούς μου Ελληνας, με τους οποίους τόσοι άρρηκτοι δεσμοί τόσων αγώνων με συνδέουν, και παρά την λύπην μου, ότι θα διδαχθώσι και οι συκοφάνται μου, ώστε μελλοντικώς να δύνανται να πράττωσι το έργον των πειστικώτερα, ότι:
    α) Πρακτικά συντασσόμενα μεταξύ δύο η περισσοτέρων στρατιωτικών (επιτροπαί κλπ.) ουδέποτε αριθμούνται, άλλα καταχωρούνται εις βιβλίον ή απλώς υποβάλλονται δι’ αναφορών εις τας προϊστάμενας αρχάς, λαμβανουσών αριθμόν πρωτοκόλλου μόνον των αναφορών ή εγγράφων, εκτός εάν υπάρχη ιδιαίτερον βιβλίον παρά ταις Ιταλικαίς αρχαίς με αύξοντα αριθμόν Πρωτοκόλλων τιμής.
    β) Ό Υποφαινόμενος ως αρχαιότερος των εν Μεσσηνία αξιωματικών έχω τοποθετηθή ενταύθα παρά του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης ως Διοικητής της Στρατιωτικής Διοικήσεως Μεσσηνίας. Πώς ήτο δυνατόν να υπογράψω ως "Συνταγματάρχης Διοικήσεως του Έθνικού Στρατού Ελλάδος;". Μάλιστα δε Στρατού μη υπαρκτού ατυχώς κατ' αυτούς;
    γ) Γνωστόν τυγχάνει ότι αι Ιταλικαί Στρατιωτικαί Αρχαί μέχρι τη 25η Ιουλίου εις πάντα τα έγγραφα αυτών εκτός χριστιανικής ημερομηνίας, ανέγραφον και φασιστικήν χρονολογίαν. Εις το δημοσιευθέν κακότεχνον κατασκεύασμα ελλείπει αυτή, θα έπρεπε δε να αναγραφή ΧΧΙΙ
    δ)  Παρά  την  υπογραφήν μου  δεν υπάρχει  σφραγίς, φαίνεται δε καθαρά ότι οι επινοηταί του κατασκευάσματος δεν ηδυνήθησαν να υποκλέψουν ταύτην ή μάλλον τους διέφυγε τούτο.
    ε) Το όλον ύφος του δημοσιεύματος διαφαίνεται, και εις τους ολίγην πείραν στρατιωτικήν έχοντας, ότι δεν είναι στρατιωτικόν.
    Μένει ίσως ή αμφιβολία εις τινας, οι οποίοι έλαβον γνώσιν της κυκλοφορησάσης φωτοτυπίας του πλαστού τούτου εγγράφου, πως εν αυτώ υπάρχει η υπογραφή μου. Άλλ' εάν δεν είναι πλαστογραφημένη εντέχνως, πάντως δυνατόν είναι και από εν οιονδήποτε έγγραφον να επικολληθή κάτωθι ενός αλλού εγγράφου και μεταγενεστέρως να λάβη χώραν η φωτοτυπία, χωρίς να είναι δυνατόν να διαφαίνεται ή απάτη. Και ούτω ασφαλώς συμβαίνει εν προκειμένω, ότι με τους παραχαράκτας και πλαστογράφους εγκληματίας, οίτινες πάντα επί μακρόν χρόνον και μετά μεγίστης προσοχής φιλοτεχνούσι το έγκλημα, παρά ταύτα παραμένωσιν αβλεψίαι και πλάναι,αίτινες οδηγούσιν αυτούς εις τον εισαγγελέα.
    Κύριοι, σταματήσατε εις τον κατήφορον τον μέγαν που φέρεσθε, δεν σας χρεωστά  τίποτα  ο  λαός μας,  με  τας θαυμάσιας αρετάς  του, πού τόσο άφθονον αίμα και χρήμα έχει πληρώσει δια την ανεξαρτησίαν, το μεγαλείον και την δόξαν της πατρίδος μας. Φθάνουν οι 286 φόνοι, τους οποίους μέχρι  προχθές έχετε διαπράξει μόνον εις την Μεσσσηνίαν, εναντίον μεμονωμένων φιλήσυχων Ελλήνων πολιτών και αξιωματικών. Προ τίνων ημερών κατεκρεουργήσατε τον μόνιμον ιατρόν Σακελλαριάδην και άλλους   αξιωματικούς   εις   τα   χωρία   των   εις   τον Ταΰγετον.
    Προχθές μοι κατηγγέλθη ότι εις Γαργαλιάνους Φιλιατρά εδολοφονήσατε τον ανθυπομοίραρχον Γιαννουκάκον Μιχ. και το εξαετές κορασιόν του εις την αγκάλην του και ετραυματίσατε δύο εισέτι τέκνα του ανήλικα σοβαρώς δια πυροβολισμών. Δεν πρόκειται εν τω μέλλοντι εν ουδεμία περιπτώσει  να σας παρακολουθήσω κατήφορον πού φέρεσθε. Υπόσχομαι και δηλώ εις τον Λαόν τον Ελληνικόν, ότι δεν πρόκειται να κούρασω τον Τύπον μας πλέον.
    Εν μόνον έχω να είπω εις τους αγαπητούς συμπολίτας και εις τους Έλληνας. Προσέχετε μη γίνεσθε θύματα των διαφόρων συκοφαντών,  οι όποιοι είτε δια ρυπαρογραφημάτων, είτε δια φωνασκιών εις την ύπαιθρο ρίπτουσι το δηλητήριον του διχασμού και του ολέθρου.
    Κλείσατε τα ώτα σας και έχετε συγκεντρωμένον τον νουν, εντείνατε την κρίσιν σας, ώστε να διαχωρίζετε την αλήθειαν από τα ψεύδη.
    Εις σας δε  τους υποδουλιστάς και πυρπολητάς της ησυχίας του λαού μας, σας συνιστώ να σταματήσετε κάπου εις τον κατήφορον, πού επήρατε.  Τους σκότιους σκοπούς σας δεν θα τους επιτύχετε μέσα εις μίαν πατρίδα της οποίας τον όλεθρον δια του διχασμού επιδιώκετε. Τίποτε άλλο.

ΠΑΠΑΔΟΓΚΩΝΑΣ ΔΙΟΝ.
Συντ/ρχης Πεζικού

Τρίτη 7 Αυγούστου 2012

Τηλεγραφήματα που δείχνουν την καχυποψία μεταξύ Γερμανών και Ιταλών στην κατεχόμενη Ελλάδα




  Τα παρακάτω τηλεγραφήματα στέλνονταν απ’την κατασκοπευτική οργάνωση Μίδας 614 προς το Συμμαχικό Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής και είναι μία ακόμη απόδειξη της καχυποψίας που υπήρχε μεταξύ Γερμανών και Ιταλών στην κατεχόμενη Ελλάδα, ιδιαίτερα μετά την εισβολή των αγγλοαμερικάνων στην Σικελία τον Ιούλιο του 1943.
 Αυτή η καχυποψία γιγαντώθηκε και σε κάποιες περιπτώσεις (π.χ Κεφαλονιά και Δωδεκάνησα) μετεξελίχθηκε σε ανοιχτή σύγκρουση μεταξύ των πρώην συμμάχων.


 
 "Μίδας 614" του Σπύρου Κώτση, σελ. 290

   

 
στο ίδιο, σελ. 291


 στο ίδιο, σελ. 292