Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΑΟ-ΕΣΕΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΑΟ-ΕΣΕΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2014

Οι Πομάκοι στο εθνικό αντάρτικο του Τσαούς Αντών


Όπως είναι γνωστό, οι Πομάκοι είναι ελληνικότατο φύλο μουσουλμανικού θρησκεύματος και κατοικούσαν ανέκαθεν στην περιοχή της Θράκης που την περίοδο του Β'Π.Π. ήταν υπό βουλγαρική κατοχή. Οι Βούλγαροι στα πλαίσια της επιχείρησης εκβουλγαρισμού των κατεχόμενων από αυτούς ελληνικών εδαφών, θεωρούσαν τους Πομάκους ως "Βούλγαρους μουσουλμάνους". Στις απογραφές τους κατέγραφαν ως Βούλγαρους. Το ίδιο φυσικά ίσχυε και για τους Πομάκους που κατοικούσαν στην βουλγαρική επικράτεια και είχαν την βουλγαρική υπηκοότητα.
 Οι Πομάκοι όμως στο σύνολό τους ήταν φιλικά προσκείμενοι απέναντι στους Έλληνες αντάρτες.
 Τον Αύγουστο του 1944, Πομάκοι σχημάτισαν ένοπλα τμήματα και εντάχτηκαν στις ΕΑΟ στο αρχηγείο του Καρα-Ντερέ που είχε επικεφαλή τον Αναστάσιο Αβραμίδη.
 Το εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι οι Πομάκοι συνεννοούνταν στα τούρκικα με τους πόντιους αντάρτες των Εθνικών Αντάρτικων Ομάδων (ΕΑΟ) του Φωστερίδη.
 Είναι γνωστοί οι παρακάτω Πομάκοι οπλαρχηγοί:
 Αλή Ριζά, Σαμπάν Τσαβούσογλου, Σουλεϊμάν Σπαϊόγλου, Ισμαήλ Οσμάν Σουρόγλου και Ιμπραχήμ Μουσταφά Σόπογλου.
 Τα παραπάνω στοιχεία τα αναφέρει ο ιστορικός Τάσος Χατζηαναστασίου στο "Αντάρτες και καπετάνιοι", σελ.169-170

 Η συμμετοχή Πομάκων στις ΕΑΟ του Τσαούς Αντών επιβεβαιώνεται και απ΄την εαμική πλευρά.
 Ο αξιωματικός του ΕΛΑΣ Κώστας Κωνσταντάρας στο έργο του "Αγώνες και διωγμοί" σελ.294-6 γράφει ότι βρέθηκαν τα παρακάτω έγγραφα των ΕΑΟ που αναφέρονταν σε ένταξη Πομάκων στις γραμμές των ανταρτών του Φωστερίδη:






            

  

Φυσικά, ο Κωνσταντάρας ως ορκισμένος εχθρός του Φωστερίδη προσδίδει αρνητικό πρόσημο στην ένταξη Πομάκων στις ΕΑΟ του Φωστερίδη, αλλά αυτό ήταν αναμενόμενο. Για τους αριστερούς ο Φωστερίδης ήταν η ενσάρκωση του απόλυτου κακού και ότι και αν έκανε ήταν λάθος. Αυτό όμως είναι δικό τους πρόβλημα.
 Στην προκειμένη περίπτωση, το ουσιώδες είναι ότι στις τάξεις των ανταρτών του μεγάλου Τσαούς Αντών υπηρέτησαν μέλη μιας αλλόθρησκης ελληνικής κοινότητας την οποία το ελλαδικό κράτος μεταχειρίστηκε με τελείως λανθασμένο τρόπο.

 

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Οι μάχες των ανταρτών των ΕΑΟ εναντίον ελασιτών και Βουλγάρων


 Όπως είχαμε δει εδώ οι κοινές επιχειρήσεις ελασιτών και Βουλγάρων κατά των ανταρτών του Τσαούς Αντών το φθινόπωρο του '44 δεν ήταν ιδιαίτερα επιτυχείς, σύμφωνα με παραδοχές υψηλόβαθμων κομμουνιστών.
 Χαρακτηριστικά ήταν τα παραδείγματα των συγκρούσεων που έγιναν στην Σταυρούπολη και στον Κεχρόκαμπο.

 Στην Σταυρούπολη ήταν εγκατεστημένο το 1ο τάγμα του 41ου συντάγματος των ΕΑΟ. Το συγκεκριμένο σύνταγμα είχε στρατιωτικό διοικητή τον ταγματάρχη Δρακόπουλο και καπετάνιο τον Αναστάση Τοπούζογλου. Το 2ο τάγμα ήταν στο κοντινό Νεοχώρι.
 Στις 24/09/1944 έφτασαν αιφνιδιαστικά σε υψώματα γύρω απ΄την Σταυρούπολη τμήματα του 81ου συντάγματος του ΕΛΑΣ (αυτό το σύνταγμα συγκροτήθηκε και έδρασε αρχικά στον γερμανοκρατούμενο Έβρο και από εκεί μετέβη στην Ξάνθη μετά την μεταστροφή της Βουλγαρίας). Την επομένη, οι αξιωματούχοι του ΕΛΑΣ ζήτησαν απ΄τον Δρακόπουλο να παραδώσει τον οπλισμό του 1ου τάγματος που έδρευε στην Σταυρούπολη. Ο Δρακόπουλος αντιλαμβανόμενος το κρίσιμο της κατάστασης καταφερε να κερδίσει χρόνο τον οποίο αξιοποίησε για την καλύτερη αμυντική οργάνωση των αντρών του.
 Μετά από πέντε ώρες απάντησε αρνητικά στους ελασίτες, οι οποίοι εξαπέλησαν επίθεση. Απέτυχαν παταγωδώς. Και όχι μόνο αυτό, αλλά το ξημέρωμα της 26ης Σεπτεμβρίου 1944 βρήκε τα τμήματα του 81ου συντάγματος του ΕΛΑΣ να προσπαθούν να αποφύγουν την διάλυση. Τελικώς υποχώρησαν ατάκτως αφήνοντας πίσω 6 νεκρούς, ένας εκ των οποίων ήταν Βούλγαρος.
 Σύμφωνα με τον καπετάνιο του 81ου συντάγματος Βαγγέλη Κασάπη (γνωστό ως Κρίτωνα):
 "Κάτω από τις συνθήκες αυτές τα τμήματα σφυροκοπούμενα από δραστικά πυρά, ευτυχώς δίχως απώλειες, αλλά σε αξιοθρήνητα χάλια, συμπτύχθηκαν στην Ξάνθη. Και το χειρότερο, οι ελασίτες χάσανε, και πολύ δικαιολογημένα, την εμπιστοσύνη τους στις ικανότητες της διοίκησής τους".

 Οι αντάρτες των ΕΑΟ δεν είχαν απώλειες. Λίγες μέρες μετά την μαχη άφησαν ελεύθερους 32 ελασίτες που είχαν πιάσει αιχμάλωτους.

 Στις 01/10/1944 έγινε δεύτερη επίθεση κατά της Σταυρούπολης με ανοικτή σύμπραξη ελασιτών και Βουλγάρων. Η Σταυρούπολη καταλήφθηκε, κυρίως χάρη στο βουλγαρικό πυροβολικό, και το 41ο σύνταγμα των ΕΑΟ συμπτύχθηκε στο Νεοχώρι και στις γύρω περιοχές όπου συνεχίζονταν οι μάχες.
Παράλληλα δυνάμεις του ΕΛΑΣ εγκαταστάθηκαν στον Κεχρόκαμπο με σκοπό να εμποδίσουν διέλευση τμημάτων των ΕΑΟ προς την Σταυρούπολη.
  Το 25ο σύνταγμα και το ανεξάρτητο σύνταγμα Παγγαίου των ΕΑΟ επιτέθηκαν στον Κεχρόκαμπο στις 07/10/1944. Μετά από πέντε ώρες ο Κεχρόκαμπος καταλήφθηκε. Οι ελασίτες απεχώρησαν με 15 νεκρούς και 28 τραυματίες.
 Πλέον ο δρόμος προς την Σταυρούπολη ήταν ανοικτός, αφού μικρά τμήματα βουλγαρικού στρατού που ήταν λίγο έξω απ'την πόλη δεν αποτελούσαν σοβαρό πρόβλημα.
 Το βράδυ όμως της ίδιας μέρας μαθεύτηκε ότι τμήματα ελασιτών και Βουλγάρων είχαν ξεκινήσει απ΄την Δράμα και την Καβάλα και επιχειρούσαν κατά του 71ου συντάγματος των ΕΑΟ που αναγκαζόταν να συμπτυχθεί προς τα ορεινά. Ο κίνδυνος κύκλωσης των τμημάτων που θα επιχειρούσαν κατά της Σταυρούπολης ήταν ορατός, και έτσι η επιχείρηση ανακατάληψής της ματαιώθηκε.

  Λίγες μέρες μετά, ξεκίνησε σταδιακά η αποχώρηση των Βούλγαρων απ΄τα ελληνικά εδάφη.  
Το κακό όμως ήταν ότι η ενεργός συμμετοχή του βουλγαρικού στρατού με το πυροβολικό του και τα πολεμοφόδια του στην ενδοελληνική σύγκρουση είχε επιτρέψει στον ΕΛΑΣ να κατέχει τις πεδινές περιοχές και τις μεγάλες πόλεις. Συν τοις άλλοις, οι Βούλγαροι αποχωρώντας άφησαν σημαντικές ποσότητες πολεμικού υλικού στον ΕΛΑΣ.
 Αντιστρόφως οι δυνάμεις των ΕΑΟ αν και είχαν επιτύχει σημαντικές νίκες κατά των αντιπάλων τους, ήταν εκ των πραγμάτων αναγκασμένες να παραμένουν στα ορεινά έχοντας να αντιμετωπίσουν σημαντικά προβλήματα ανεφοδιασμού.

 Όταν έγινε γνωστή η σταδιακή αποχώρηση των Βουλγάρων, οι ΕΑΟ άρχισαν να πλησιάζουν τις μεγάλες πόλεις, με πρώτο στόχο την Δράμα. Τόσο η ηγεσία τους όσο και οι αντάρτες γνώριζαν πολύ καλά ότι υπερτερούσαν μαχητικώς των ελασιτών (παρά το ότι εκείνοι είχαν καλύτερο εξοπλισμό), οι οποίοι πλέον δεν θα είχαν και την καθοριστική ενίσχυση του τακτικού βουλγαρικού στρατού.
 Πράγματι τα πρώτα τμήματα των ΕΑΟ κατέλαβαν αμαχητί τα χωριά Καλλίφυτο, Ξηροπόταμος, Μοναστηράκι κ.α. που ήταν πολύ κοντά στην Δράμα. Τότε όμως, και συγκεκριμένα στις 11/10/1944 παρενέβη ο ταγματάρχης Κιτκατ που μετέβη εσπευσμένα στην περιοχή και συνέστησε στην ηγεσία των ΕΑΟ να σταματήσουν τις επιχειρήσεις διότι αναμένεται σύντομα κλιμάκιο της ελληνικής κυβέρνησης στην περιοχή για να διευθετήσει ειρηνικά τις όποιες διαφορές μεταξύ των αντάρτικων οργανώσεων.
  Η ηγεσία των ΕΑΟ υπάκουσε, και η αντιπροσωπεία της κυβέρνησης έφτασε στην Δράμα στις 17/10/1944. Έτσι σταμάτησαν προσωρινά οι ένοπλες συγκρούσεις και τον λόγο πλέον είχαν οι πολιτικοί.


 Πηγές: "Για τον ελληνικό βορρά" του Παρμενίωνα Παπαθανασίου
             "Σκληροί αγώνες και μεγάλες θυσίες" του Δημήτριου Καραϊσαρλή

Σάββατο 22 Ιουνίου 2013

Η συνεργασία ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και Βούλγαρων κατά του Τσαούς Αντών


 Μετά την μεταστροφή της Βουλγαρίας υπέρ των Συμμάχων τον Σεπτέμβριο του '44, τα βουλγαρικά κατοχικά στρατεύματα δεν αποχωρήσουν απ'τα ελληνικά εδάφη, όπως θα ΄πρεπε. Αντιθέτως παρέμεναν εντός ελληνικής επικράτειας, όντας υπό τις διαταγές της νέας φιλο-σοβιετικής βουλγαρικής κυβερνήσεως, και βοηθούσαν εμπράκτως το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ να αναλάβει την εξουσία στην ανατολική Μακεδονία και Θράκη.
 Η κατάσταση βέβαια ήταν πολύ ρευστή και είχε έντονο πολιτικό παρασκήνιο με το οποίο θα ασχοληθούμε σε άλλη ανάρτηση.

 Το πρόβλημα όμως τόσο για τους Βούλγαρους όσο κυρίως για τους ελασίτες ήταν η ύπαρξη των εθνικών αντάρτικων ομάδων που ήταν υπό την ηγεσία του Αντώνη Φωστερίδη (Τσαούς Αντών) και ήταν φυσικά αναγνωρισμένες και απ΄το Συμμαχικό Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής. Οι δυνάμεις του Τσαούς Αντών που έφεραν την επωνυμία ΕΑΟ/ΕΣΕΑ αποτελούσαν βραχνά για τους σκοπούς του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ (δηλαδή του ΚΚΕ) στην περιοχή. Οι πρώτες μεταξύ τους συγκρούσεις είχαν ήδη γίνει νωρίτερα μες στο 1944. Η συνέχεια της μεταξύ τους σύγκρουσης ήταν αναπόφευκτη.

 Από την μία μεριά ήταν ο ΕΛΑΣ με την σύμπραξη του μέχρι πρότινος κατοχικού βουλγαρικού στρατού που εν μία νυκτί μετετράπηκε σε συμμαχικό (!!!), και απ΄την άλλη μεριά οι άντρες των ΕΑΟ.
 Είναι προφανές ότι οι συσχετισμοί δυνάμεων ήταν σαφώς υπέρ των πρώτων.

 Οι δυνάμεις των κομμουνιστών ήταν οργανωμένες στην 6η μεραρχία του ΕΛΑΣ η οποία όπως είχαμε δει εδώ δεν συγκροτήθηκε για αντιστασιακό αγώνα, αλλά αποκλειστικά και μόνο για να επιβάλλει την εξουσία των κομμουνιστών στην περιοχή.
 Επιτελάρχης της 6ης μεραρχίας ήταν ο Κωνσταντάρας.
 Ο Κωνσταντάρας στο έργο του "Αγώνες και διωγμοί" ενώ είναι γενικώς αρκετά λεπτομερής στις περιγραφές του, εντούτοις αποφεύγει να αναφερθεί αναλυτικά στο ζήτημα των ενδοελληνικών συγκρούσεων του Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου 1944 και στο ζήτημα της συνεργασίας ελασιτών και Βούλγαρων.

Γράφει:
 "Στην συγκρουση ΕΛΑΣ και εθνικιστών, η ιστορική αλήθεια επιβάλει να λεχθεί ότι αναμίχτηκαν και οι Βούλγαροι ανάλογα με την ιδεολογική τους τοποθέτηση". [1]

Εδώ ισχυρίζεται ότι και οι δύο πλευρές (ΕΛΑΣ και ΕΑΟ) ενισχύονταν από Βούλγαρους.
 Από Βούλγαρους κομμουνιστές οι μεν, από Βούλγαρους αντικομμουνιστές οι δε.
 Μόνο που αυτό είναι ψέμα.
  Δεν υπάρχει το παραμικρό στοιχείο για ενίσχυση ή υποστήριξη των ανταρτών του Τσαούς Αντών από Βούλγαρους. Απλά ο Κωνσταντάρας, γνωρίζοντας την πικρή αλήθεια της συνεργασίας ελασιτών-Βουλγάρων προσπαθεί να πείσει ότι "και οι άλλοι συνεργάστηκαν με Βούλγαρους".

 Βέβαια ούτε καν ο ίδιος δεν φαίνεται να πολυπίστευε αυτά που ισχυριζόταν γιατί αμέσως παρακάτω έγραφε:

 "Απ΄την στιγμή όμως που επικράτησαν οι παρτιζάνοι και συνέλαβαν τον Συράκωφ και άλλους αξιωματικούς, άρχισε να παρουσιάζεται ως μονόπλευρη η βουλγαρική παρέμβαση".[2]

 Εδώ άφηνε να εννοηθεί ότι και καλά υπήρχε ένα μεσοδιάστημα στην διάρκεια του οποίου ο βουλγαρικός στρατός αμφιταλαντευόταν ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και στις ΕΑΟ του Φωστερίδη.
 Αυτό φυσικά είναι φαντασίωσή του.
 Δεν είχε ούτε την γενναιότητα να παραδεχτεί ευθέως ότι οι Βούλγαροι μόνο τον ΕΛΑΣ υποστήριζαν ανοικτά, αλλά το λέει πιο "κομψά" μιλώντας για "μονόπλευρη βουλγαρική παρέμβαση".

Ο βούλγαρος ιστορικός Ιορντάν Μπάεφ έγραφε πάνω στο θέμα:
 "Αμέσως μετά την 9η Σεπτεμβρίου η νέα βουλγαρική εξουσία συνδέθηκε στενά και συντονίστηκε με τις δυνάμεις του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ". [3]

Επίσης, ο καπετάνιος της Ομάδας Μεραρχιών Μακεδονίας (στην οποία υπαγόταν η 6η μεραρχία) Μάρκος Βαφειάδης διαψεύδει τον υφιστάμενό του Κωνσταντάρα και δεν διστάζει να παραδεχτεί την συνεργασία ελασιτών-Βουλγάρων, χωρίς βέβαια να αναφέρει το παραμικρό για ενίσχυση των Τσαούς Αντών απ΄τον βουλγαρικό στρατό:
 "..αυθόρμητα αποκαταστάθηκαν αγωνιστικές σχέσεις ανάμεσα στις δύο επαναστάσεις και άρχισαν να συνεργάζονται τα βουλγαρικά στρατεύματα με τα δικά μας. Και υποχωρώντας παρέδιναν τις πόλεις κλπ στον ΕΛΑΣ και ταυτόχρονα βάλανε στην διάθεση του ΕΛΑΣ βαρύ οπλισμό, πυρομαχικά κλπ. Κατ΄αυτόν τον τρόπο -χωρίς να πάρουν μέρος οι ίδιοι- βοηθούσαν τον ΕΛΑΣ στην διάλυση των τμημάτων Αντών Τσαούς στην ανατολική Μακεδονία". [4]

 Ο ιστοριογράφος των ΕΑΟ/ΕΣΕΑ Δημήτρης Καραϊσαρλής, βασιζόμενος σε βουλγαρικές στρατιωτικές πηγές, τονίζει ότι οι μονάδες που ενίσχυσαν τον ΕΛΑΣ ήταν η 16η και η 28η μεραρχία του βουλγαρικού στρατού. [5]

 Παρακάτω ο Κωνσταντάρας έγραφε:
 "Μπροστά στην δημιουργηθείσα κατάσταση, αμέσως μετά την απελευθέρωσή μου, εκδώσαμε επείγουσα διαταγή προς τα τμήματά μας να μην επιτρέπουν την ανάμιξη των παρτιζάνων, η οποία άλλωστε ήταν περιττή, γιατί ο ΕΛΑΣ με τις δυνάμεις του Έβρου ήταν κατα πολύ ισχυρότερος απ΄τους εθνικιστές" [6]


 Δεν είναι γνωστό αν αυτή η διαταγή στάλθηκε, αλλά ακόμα και να στάλθηκε είναι σίγουρο ότι δεν εφαρμόστηκε.

 Και πάλι ο Βαφειάδης ήταν αποκαλυπτικός:
 "Ε λοιπόν, σ'ολο αυτό το διάστημα ήταν βραχνάς το Γενικό Στρατηγείο πάνω απ΄το κεφάλι το δικό μας. 'Σταματήστε τις επιχειρήσεις ενάντια στον Αντών Τσαούς, σταματήστε την συνεργασία με τους Βούλγαρους, οι Άγγλοι διαμαρτύρονται..' τέτοια μας λέγανε. Εμείς από την μία μεριά αναγκαζόμαστε να στέλνουμε αυτές τις διαταγές στην 6η μεραρχία μας, αλλά απ΄την άλλη μεριά, με τον κομματικό δρόμο αναγκαζόμαστε να πούμε στον Ερυθριάδη να συνεχίσουν πιο έντονα τις επιχειρήσεις, για να συντομέψει ο χρόνος διάλυσης του Αντών Τσαούς" [7]


 'Όταν αρχίσαμε τις επιχειρήσεις ενάντια στα τμήματα του Αντών Τσαούς με απόρρητη διαταγή της ΟΜΜ που δεν την ανακοινώσαμε στο Γενικό Στρατηγείο και την συνεργασία με τα επαναστατημένα τμήματα του βουλγαρικού στρατού δεν πέρασε μέρα που να μην πάρουμε και μία διαταγή του Γενικού Στρατηγείου και του Σκόμπι να 'σταματήσουμε αμέσως τις επιχειρήσεις ενάντια στον Αντών Τσαούς και την συνεργασία με τους Βούλγαρους'. Εφτασαν μέχρι το σημείο να μας απειλούν ότι συνεγαζόμαστε με τους βούλγαρους κατακτητές" [8]



 Όσον αφορά την εξέλιξη των συγκρούσεων ο Βαφειάδης ξαναδιαψεύδει τον Κωνσταντάρα που όπως είδαμε υποστήριζε ότι ο ΕΛΑΣ από μόνος του ήταν πολύ ισχυρότερος απ΄τους άντρες των ΕΑΟ:

"Οι σύντροφοί μας εκεί πέρα δεν τα πολυκατάφερναν, πήγαινε σε μάκρος η δουλειά και τελικά δεν έγινε κατορθωτή η ολοκληρωμένη διάλυση του Τσαούς Αντών." [9]


 "Και παρά το γεγονός ότι η 6η μεραρχία δεν κατάφερε με κεραυνοβόλα ταχύτητα να διαλύσει τα τμήματα του Τσαούς Αντών, παρά την βοήθεια και των Βουλγάρων και οι επιχειρήσεις τράβηξαν σε μάκρος" [10]

 Σύμφωνα λοιπόν με τις παραδοχές του Βαφειάδη:
α) Η διοίκηση της Ομάδας Μεραρχιών Μακεδονίας (ΟΜΜ), δηλαδή ο Βαφειάδης και ο Μπακιρτζής, αγνοούσε επανειλημμένως τις διαταγές του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ όσον αφορά την ανατολική Μακεδονία, και έκανε ότι γούσταρε. Σε οποιοδήποτε σοβαρό στρατό του κόσμου θα είχε περάσει στρατοδικείο, σίγουρα θα είχε καθαιρεθεί και ίσως να αντιμετώπιζε ακόμη χειρότερες ποινές. Αυτός όμως όχι μόνο δεν καθαιρέθηκε αλλά λίγα χρόνια μετά ανέλαβε την ηγεσία του ΔΣΕ κατά τον συμμοριτοπόλεμο...
β) Η εξόφθαλμη συνεργασία ελασιτών-Βουλγάρων προκαλούσε σοβαρές αντιδράσεις ακόμα και στο Γ.Σ του ΕΛΑΣ, αλλά οι Βαφειάδης, Μπακιρτζής, Ερυθριάδης κλπ δεν έπαιρναν χαμπάρι..
γ) οι ελασίτες παρά την αμέριστη βοήθεια των Βουλγάρων, τα βρήκαν σκούρα με τους άντρες του Τσαούς Αντών. Ενδεικτικά αναφερουμε ότι δύο χαρακτηριστικές μάχες εκείνων των ημερών ήταν αυτή της Σταυρούπολης και αυτή του Κεχρόκαμπου. Για το σκέλος των στρατιωτικών επιχειρήσεων θα αναφερθούμε σε επόμενη ανάρτηση.

  
[1] "Αγώνες και διωγμοί" του Κώστα Κωνσταντάρα, σελ.269
[2] "Αγώνες και διωγμοί" του Κώστα Κωνσταντάρα, σελ.269
[3] "Δεκέμβρης του '44. Νεότερη έρευνα. Νέες προσεγγίσεις" επιμ. Γρηγόρη Φαράκου, σελ.171

[4] "Απομνημονεύματα" του Μάρκου Βαφειάδη, τόμος β', σελ. 204
[5] "Σκληροί αγώνες και μεγάλες θυσίες 1941-1944" του Δημήτριου Καραϊσαρλή, σελ.289
[6] "Αγώνες και διωγμοί" του Κώστα Κωνσταντάρα, σελ.269
[7] "Απομνημονεύματα" του Μάρκου Βαφειάδη, τόμος β', σελ. 204
[8] "Απομνημονεύματα" του Μάρκου Βαφειάδη, τόμος γ', σελ.199
[9] "Απομνημονεύματα" του Μάρκου Βαφειάδη, τόμος β', σελ. 204
[10] "Απομνημονεύματα" του Μάρκου Βαφειάδη, τόμος γ', σελ.199
 




Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013

Συγκρούσεις μεταξύ των ανταρτών του Τσαούς Αντών και του ΕΛΑΣ


 Είχαμε δει εδώ το ξεκίνημα των εμφύλιων συγκρούσεων στην βουλγαροκρατούμενη ζώνη και ειδικά στην περιοχή του Παγγαίου. Τα γεγονότα αυτά είχαν σαν αποτέλεσμα την φυγή των ανεξάρτητων ανταρτών του Τσακιρίδη απ΄το Παγγαίο προς το Τσαλ-Νταγ, όπου έδρευε ο Φωστερίδης με την ένοπλη ομάδα του.
 Ο Φωστερίδης ενημερώθηκε για τα γεγονότα του Παγγαίου και δεν ήταν διατεθειμένος φυσικά να έχει την ίδια τύχη. Στο Τσαλ-Νταγ, εκτός απ΄την ομάδα του Τσαούς Αντών υπήρχε και τμήμα του ΕΛΑΣ με την επωνυμία "Ρήγας Φεραίος", το οποίο απ'τον Δεκέμβριο διαρκώς ενισχυόταν.

 Οι ελασίτες του Τσαλ-Νταγ κάλεσαν στο λημέρι τους τον Φωστερίδη και τους άντρες του να γιορτάσουν μαζί την Πρωτοχρονιά του 1944. Τότε, ο πόντιος οπλαρχηγός αποφάσισε να δράσει άμεσα. Ο κίνδυνος του να έχει η ομάδα του την ίδια τύχη με τους αντάρτες του Παγγαίου ήταν υπαρκτός. Έτσι, αποφάσισε να χτυπήσει πρώτος τους ελασίτες, όπως και έγινε.
 Το αιφνιδιαστικό χτύπημα των ανταρτών του Φωστερίδη ήταν συντριπτικό. Οι ελασίτες του Τσαλ-Νταγ διαλύθηκαν. Οι νεκροί υπολογίζονταν σε 16-19, ενώ δύο διασωθέντες εντάχθηκαν στην ομάδα του Τσαούς Αντών.

Από τότε, Ιανουάριος του 1944, εώς και αρχές Μαϊου οπότε και οι άντρες των ΕΑΟ μετακινήθηκαν προς το οροπέδιο της Χάιδους που ήταν καταλληλότερο για ρίψεις πολεμικού υλικού από συμμαχικά αεροπλάνα, οι εθνικιστές αντάρτες επικράτησαν στο στρατηγικής σημασίας όρος Τσαλ-Νταγ.
 Οι ελασίτες επιχείρησαν τον Απρίλιο του '44 με συντονισμένη επιχείρηση να τους εκδιώξουν από εκεί, αλλά απέτυχαν. Οι εθνικιστές αντάρτες του Φωστερίδη απεδείχθησαν πολύ δύσκολος αντίπαλος για τους ελασίτες, ενώ και ο ντόπιος πληθυσμός δεν ήταν ιδιαίτερα φιλικός προς τους κομμουνιστές.

Αυτή η αποφασιστική κίνηση του Φωστερίδη την Πρωτοχρονιά του 1944 τον καθιέρωσε σαν αδιαφιλονίκητο επικεφαλή των ανεξάρτητων εθνικιστών ανταρτών της ευρύτερης περιοχής.
Στις 18/01/1944 στο Καστανωτό Ξάνθης έγινε συγκέντρωση των αρχηγών των εθνικιστικών αντάρτικων ομάδων όπου και αποφασίστηκε η οργανωτική δομή τους με την ονομασία Εθνικές Αντάρτικες Ομάδες (ΕΑΟ) υπό την ηγεσία του Φωστερίδη. Μαζί τους ήταν και στελέχη της Συμμαχικής Στρατιωτικής Αποστολής υπό τον ταγματάρχη Μίλερ, ο οποίος αρχικά είχε έρθει στην περιοχή για να συνδράμει τον ΕΛΑΣ.
Τα γεγονότα σχετικά με τον Μίλερ θα αποτελέσουν θέμα ξεχωριστής ανάρτησης διότι παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

 Όπως ήταν αναμενόμενο, μετά τα παραπάνω γεγονότα ο Φωστερίδης έγινε "κόκκινο πανί" για τους κομμουνιστές οι οποίοι έκτοτε τον λασπολογούσαν διαρκώς. Ο λόγος ήταν ότι δεν μπορούσαν να χωνέψουν ότι αυτός τους αντιμετώπισε με το ίδιο τρόπο που αντιμετώπιζαν και αυτοί τους αντιπάλους τους. Γι'αυτό άλλωστε και επιβίωσε. Την εποχή εκείνη, ο ανταρτοπόλεμος, ειδικά όταν είχες απέναντί σου έναν ύπουλο και αποφασισμένο εχθρό όπως οι ελασίτες, απαιτούσε γρήγορες αιφνιδιαστικές κινήσεις δίχως συναισθηματισμούς.
 Ο Τσαούς Αντών το αντελήφθη εγκαίρως και έπραξε αναλόγως. Έτσι μπόρεσε να ανταπεξέλθει επιτυχώς στον διμέτωπο αγώνα εναντίον Βουλγάρων και κομμουνιστών.



 Πηγή: "Αντάρτες και καπετάνιοι" του Τάσου Χατζηαναστασίου

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2012

Ο λόγος της συγκρότησης της 6ης μεραρχίας του ΕΛΑΣ

 Όπως είναι γνωστό η ανατολική Μακεδονία και η Θράκη, δηλαδή η Ελλάδα ανατολικώς του ποταμού Στρυμόνα (πλην του μεγαλύτερου μέρους του νομού Έβρου), το 1941-44 ήταν υπό βουλγαρική κατοχή. Σε αυτήν την βουλγαροκρατούμενη ζώνη αναπτύχθηκε το ρωμαλέο αντιστασιακό κίνημα του Αντώνη  Φωστερίδη και άλλων οπλαρχηγών που από ένα σημείο και έπειτα συγκρότησαν τις Εθνικές Αντάρτικες Ομάδες (ΕΑΟ).
 Σε αυτήν την περιοχή όμως δρούσε και ο ΕΛΑΣ ο οποίος αναλωνόταν κυρίως σε αποτυχημένες συγκρούσεις με τις ΕΑΟ. Το πρώτο συγκροτημένο τμήμα του ΕΛΑΣ στα πρότυπα των ελασίτικων τμημάτων της υπόλοιπης Ελλάδας ήταν το 26ο σύνταγμα, το οποίο αναδιοργανώθηκε τον Φεβρουάριο του 1944 με νέο στρατιωτικό διοικητή τον ταγματάρχη Κώστα Κωνσταντάρα. Η κύρια βάση του 26ου συντάγματος ήταν το Παγγαίο αλλά είχε μικρά τμήματα και σε άλλες περιοχές. [1]

 Αυτό το σύνταγμα απετέλεσε ουσιαστικά τον πυρήνα γύρω απ'τον οποίο συγκροτήθηκε η 6η μεραρχία του ΕΛΑΣ στην ανατολική Μακεδονία και Θράκη.

 Ας δούμε όμως λίγο τι συνέβη τον Σεπτέμβριο του 1944:
 Η Βουλγαρία που κατείχε την περιοχή, στις 9 Σεπτεμβρίου 1944 μετεστράφη υπέρ των Συμμάχων και κατά του Άξονα. Η νέα βουλγαρική κυβέρνηση του Πατριωτικού Μετώπου ήταν φιλοκομμουνιστική και ο Κόκκινος Στρατός βρισκόταν σε βουλγαρικό έδαφος.
 Στα βουλγαροκρατούμενα ελληνικά εδάφη ο βουλγαρικός στρατός ως τις 13 Σεπτεμβρίου είχε πλέον τεθεί υπό τις διαταγές της νέας κυβέρνησης και υπό τον έλεγχο των βούλγαρων κομμουνιστών παρτιζάνων, και παρέδιδε τις πολιτικές αρχές στο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. [2]

 Ο βουλγαρικός στρατός, που παρέμενε στα ελληνικά εδάφη, δηλαδή ήταν πλέον ουσιαστικά και πρακτικά σύμμαχος του ΕΛΑΣ. Οι μέχρι προ ολίγων ημερών στυγνοί κατακτητές μετεβλήθησαν εν μία νυκτί σε συμμάχους των κομμουνιστών του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ οι οποίοι φυσικά αποδέχτηκαν δίχως ενδοιασμούς τη νέα κατάσταση.

 Μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα πολιτικοστρατιωτικών εξελίξεων, ο ΕΛΑΣ άρχισε στις 16 Σεπτεμβρίου 1944 την συγκρότηση της 6ης μεραρχίας του, με την ίδρυση και άλλων συνταγμάτων πέραν του ήδη υπάρχοντος 26ου και του 81ου που ήταν στον γερμανοκρατούμενο Έβρο. [3] Ο Κωνσταντάρας ανέλαβε επιτελάρχης της με στρατιωτικό διοικητή τον Σιγανό και καπετάνιο τον Χρήστο Μόσχο (γνωστό με το ψευδώνυμο Πέτρος). [4]

 Τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι:
 Αυτή η 6η μεραρχία του ΕΛΑΣ για ποιον λόγο συγκροτήθηκε; 
 Εναντίον ποιων προοριζόταν να πολεμήσει;
   Προφανώς όχι κατά των Βουλγάρων αφού αυτοί πλέον ήταν από κάθε άποψη σύμμαχοι του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ.

 Άρα μοιραία, δεν μπορεί να λογίζεται ως αντιστασιακή μονάδα.

 Ο ρόλος της 6ης μεραρχίας του ΕΛΑΣ ήταν να χτυπήσει τους εθνικιστές αντάρτες του Τσαούς Αντών των ΕΑΟ, όπως και το έκανε. Και μάλιστα το έκανε σε ανοικτή σύμπραξη με τους Βούλγαρους τον Οκτώβριο του 1944, αλλά τα αποτελέσματα ήταν αρνητικά για τους εαμοβούλγαρους (και αυτό δεν είναι ύβρις αλλά ακριβέστατος χαρακτηρισμός δεδομένης της συμμαχίας των δύο μερών).
 Αργότερα τον Δεκέμβριο του 1944 επαναλήφθηκαν οι επιθέσεις της 6ης μεραρχίας του ΕΛΑΣ κατά των ΕΑΟ, υπό αρκετά διαφορετικές συνθήκες και με διαφορετικό αποτέλεσμα.
 
 Είναι ξεκάθαρο λοιπόν απ΄τα ιστορικά γεγονότα ότι στην ανατολική Μακεδονία και Θράκη ο σκοπός της αναδιοργάνωσης του ΕΛΑΣ τον Σεπτέμβριο του '44 ήταν να στραφεί αποκλειστικά και μόνο εναντίον των αντιφρονούντων Ελλήνων αντιστασιακών του Αντώνη Φωστερίδη.

 Το παραπάνω σε συνδυασμό με:
 α) την συμμαχία των ελασιτών με τους Βούλγαρους και
 β) την γενικότερη εμφυλιοπολεμική τακτική που ακολούθησαν (και) στην ανατολική Μακεδονία και Θράκη κατά την διάρκεια της βουλγαρικής κατοχής,
  τους καθιστά υπόλογους απέναντι στον ελληνικό πληθυσμό της περιοχής.


 
 [1] "Αγώνες και διωγμοί" του Κ.Κωνσταντάρα, σελ.102-3
 [2] "Αντάρτες και καπετάνιοι" του Τάσου Χατζηαναστασίου, σελ.219
 [3] "Αγώνες και διωγμοί" του Κ.Κωνσταντάρα, σελ.248
 [4] "Σκληροί αγώνες και μεγάλες θυσίες 1941-1944" του Δημήτρη Καραϊσαρλή, σελ.279 

Δευτέρα 13 Αυγούστου 2012

O καπετάν-Βαγγέλης Καρανάσιος των ΕΑΟ/ΕΣΕΑ



O Βαγγέλης Καρανάσιος γεννήθηκε το 1918 στην ανατολική Θράκη.  Ήρθε σαν πρόσφυγας στην κυρίως Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στον Περιστερεώνα Καβάλας. Τον Σεπτέμβριο του 1941 κατέφυγε στο δάσος του Κοτζά Ορμάν επειδή καταδιωκόταν απ’τις βουλγαρικές κατοχικές αρχές για τον φόνο ενός βούλγαρου κοινοτικού υπαλλήλου. Κρυβόταν επί 18 μήνες στην ορεινή περιοχή Μακρυχωρίου Καβάλας και μετά επέστρεψε στο δάσος του Κοτζά Ορμάν. Εκεί, τον Φεβρουάριο του 1943 ήρθε σε επαφή με άλλους καταδιωκόμενους, και λίγο καιρό μετά συμμετείχε σε μία συνάντηση ανταρτών στην Στενωπό στην οποία ήταν παρών και ένας πολιτικός καθοδηγητής, προφανώς του ΚΚΕ. Ο Καρανάσιος διαφώνησε μαζί του και απεχώρησε μαζί με άλλους 19 άντρες. Εγκατέλειψε προσωρινά το Κοτζά Ορμάν, στο οποίο όμως επανήλθε τον Ιούνιο του 1943.
 Εκεί πλέον είχαν καταφύγει και αρκετοί νέοι απ’τα γύρω χωριά με την πρόθεση για συμμετέχουν στο αντάρτικο. Οι περισσότεροι από αυτούς απευθύνθηκαν στον Καρανάσιο, τον οποίο και αναγνώρισαν ως αρχηγό των ανταρτών του Κοτζά Ορμάν. Υπαρχηγός του ορίστηκε ο Στρατής Τουτζέρογλου.
 Ως τις αρχές του ’44 η ομάδα του Καρανάσιου δρούσε αυτόνομα, προβαίνοντας σε επιθέσεις εναντίον μεμονωμένων Βουλγάρων και συμπλοκές με βουλγαρικά αντιαντάρτικα αποσπάσματα. Στην συγκρότηση των Εθνικών Αντάρτικων Ομάδων στις 18/01/1944 στο Τσαλ Νταγ υπό την ηγεσία του Φωστερίδη, στον Καρανάσιο (που ήταν απών από την συνάντηση των οπλαρχηγών) ανατέθηκε το αρχηγείο ΕΑΟ του Κοτζά Ορμάν. Γύρω στο τέλος Ιανουαρίου-αρχές Φεβρουαρίου του 1944 σημειώθηκε μία πρώτη μικρής έκτασης αψιμαχία του τμήματος Καρανάσιου με ένα μικρό τμήμα του ΕΛΑΣ που έδρευε στο Κοτζά Ορμάν και είχε αρχηγό τον Χατζηνικολάου.
Στις 18/02/1944 οι Βούλγαροι έκαναν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στο Κοτζά Ορμάν για να πλήξουν τους αντάρτες που δρούσαν στην περιοχή. Κατά την διάρκειά τους σκοτώθηκε ο υπαρχηγός του Καρανάσιου, Στρατής Τουτζέρογλου που διεύθυνε την μάχη και άλλοι αντάρτες. Ο Καρανάσιος δεν ήταν παρών σε αυτές τις συγκρούσεις διότι λίγες μέρες πριν είχε μεταβεί στην άλλη πλευρά του ποταμού Νέστου όπου ρύθμιζε ζητήματα τροφοδοσίας του τμήματός του.

 Μετά την αποχώρηση των Βουλγάρων απ’το Κοτζά Ορμάν και τις καταστροφές που έκαναν στα γύρω χωριά, ο Καρανάσιος και οι αντάρτες του επέστρεψαν στα λημέρια τους. Πήρε μία ομάδα ανταρτών του και μετέβη στο Τσαλ Νταγ όπου ήταν η ηγεσία των ΕΑΟ (Φωστερίδης) και η αγγλική αποστολή. Τον Απρίλιο του ΄44 οι αντάρτες των ΕΑΟ στο Τσαλ Νταγ ανέπτυξαν έντονη δράση συγκρουόμενοι τόσο με Βούλγαρους όσο και με ελασίτες. Ειδικά στην σύγκρουση με τον ΕΛΑΣ επικεφαλής των ανταρτών των ΕΑΟ ήταν ο Καρανάσιος μαζί με τον Φωστερίδη.
Μετά, ακολούθησε τον Τσαούς Αντών στην Χαϊδού όπου και μεταφέρθηκε το αρχηγείο των ΕΑΟ, επειδή εκεί ο χώρος ήταν καλύτερος για ρίψεις από αέρος. Εκεί ήρθε σε ρήξη με τους Άγγλους επειδή διαφώνησε με την ενίσχυση από αυτούς των Βούλγαρων κομμουνιστών παρτιζάνων με πολεμικό υλικό. Ο Καρανάσιος διαφωνούσε ρητώς με τέτοιες κινήσεις αφού θεωρούσε ότι όλοι οι Βούλγαροι είναι εχθροί της πατρίδας του. Αναφέρεται επίσης ότι διενήργησε μόνος του επιχειρήσεις (πιθανότατα επιδρομές σε βουλγαρικό έδαφος) χωρίς να ΄χει πάρει σχετική έγκριση. Αυτά είχαν σαν συνέπεια να αποκηρυχτεί απ’την αγγλική αποστολή και να αποκλειστεί απ’την ενίσχυση με πολεμικό υλικό απ’τους Συμμάχους.
Οι συχνές επιδρομές που έκανε ο Καρανάσιος με τους άντρες του σε βουλγαρικό έδαφος ενόχλησαν και τον επικεφαλή των ΕΑΟ, Αντώνη Φωστερίδη που του συνέστησε να τις σταματήσει προς αποφυγή αντιποίνων σε βάρος του ελληνικου πληθυσμού απ΄τον βουλγαρικό στρατό. Επήλθε ψυχρότητα μεταξύ των δύο αντρών και ο Καρανάσιος έφυγε για να ξαναγυρίσει στο Κοτζά Ορμάν. Τον Ιούλιο του 1944 συγκρούστηκε με βουλγαρικό απόσπασμα στην περιοχή της Ξάνθης, και στις 20 Αυγούστου συγκρούστηκε με τους ελασίτες του Κοτζά Ορμάν.
 Κατά την διάρκεια της εαμοκρατίας, ο Καρανάσιος συνελήφθη απ΄τους κομμουνιστές αλλά κατάφερε να δραπετεύσει. Συμμετείχε στις συγκρούσεις ΕΑΟ και ΕΛΑΣ τον Δεκέμβριο του 1944 και μετά την ήττα των πρώτων κατέφυγε στο γνώριμο Κοτζά Ορμάν το οποίο και άφησε τον Μάρτιο του ’45 με σκοπό να παραδώσει τον οπλισμό του στους Άγγλους. Συμμετείχε και στο ανταρτοπόλεμο (ή συμμοριτοπόλεμο) σαν επικεφαλής ένοπλης μονάδας με δράση κατά των κομμουνιστών.

 Ο καπετάν Βαγγέλης Καρανάσιος ήταν μία τυπική περίπτωση Έλληνα οπλαρχηγού που δεν εντασσόταν εύκολα σε οργανωμένα σχήματα, δεν αναγνώριζε ανωτέρους και αρεσκόταν στο να δρα αυτόνομα. Για τους λόγους αυτούς η συνεργασία του με τον εξίσου σκληροτράχηλο Φωστερίδη ήταν βραχύβια και οι σχέσεις τους χάλασαν γρήγορα. Ουσιαστικά διατήρησε την αυτονομία του καθ’όλη την διάρκεια της δράσης του. Δεν μπόρεσε να αντιληφθεί ότι το συμφέρον του ήταν να μείνει δίπλα στους υπόλοιπους οπλαρχηγούς των ΕΑΟ και στην αγγλική αποστολή, και όχι να κινείται μόνος του. Παρ’ολ’αυτά κατάφερε να επιβιώσει υπό εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, προφανώς χάρη στην ανθεκτικότητα και στις ικανότητές του.



 Πηγές:
 "Αντάρτες και Καπετάνιοι" του Τάσου Χατζηαναστασίου
 "Οι άλλοι καπετάνιοι" σελ. 317-322

Τετάρτη 13 Ιουνίου 2012

Η μάχη της γέφυρας των Παπάδων


Μετά την γερμανική εισβολή το 1941 η ανατολική Μακεδονία, πέραν του ποταμού Στρυμόνα, και η Θράκη τέθηκαν υπό βουλγαρική κατοχή. Όπως ήταν φυσικό και εκεί η αντίσταση του ελληνικού λαού ήταν ιδιαιτέρως έντονη αφού οι Βούλγαροι ήταν μισητοί εχθροί και προσπαθούσαν να εκβουλγαρίσουν βιαίως την περιοχή προκειμένου να την προσαρτήσουν. 
 Κορυφαία στιγμή της εθνικής αντίστασης στην βουλγαροκρατούμενη περιοχή ήταν η μάχη της γέφυρας των Παπάδων τον Μάιο του 1944.
  
Οι έλληνες αντάρτες που συμμετείχαν σε αυτήν την μάχη ήταν κυρίως πρόσφυγες απ΄τον Πόντο και υπάγονταν στην αντιστασιακή οργάνωση ΕΑΟ (Εθνικές Αντιστασιακές Ομάδες) – ΕΣΕΑ (Ένωση Συμπολεμιστών Εθνικού Αγώνος), της οποίας αρχηγός ήταν ο Αντώνης Φωστερίδης γνωστός και ως Τσαούς Αντών.

 Μετά την αποκατάσταση επαφών με το συμμαχικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής, οι αντάρτες ενισχύονταν διαρκώς από αυτό σε οπλισμό και στρατιωτικό υλικό. Μεταξύ άλλων, ρίψεις γίνονταν κοντά στο Βουνοχώρι Δράμας τέλος Απριλίου-αρχές Μαϊου του 1944.
Οι Βούλγαροι σύντομα το αντιλήφθηκαν και ξεκίνησαν μεγάλες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις με σκοπό να διώξουν τους αντάρτες απ΄τα γύρω όρη Καρά Ντερέ και Μποζ Νταγ.
 Στις 06/05/1944 οι επικεφαλείς των ΕΑΟ στο Καρά Ντερέ (Αναστάσης Αβραμίδης) και στο Μποζ Νταγ (Παντελής Παπαδάκης) δίνουν εντολή στους  καπεταναίους τους Λαφτσίδη και Σελαλματζίδη να πάρουν θέσεις μάχης κοντά στην γέφυρα των Παπάδων στον ποταμό Νέστο. Ήταν περίπου 50-70  αντάρτες με αρκετά καλό εξοπλισμό.

 Την επόμενη μέρα επιχείρησε να περάσει την γέφυρα ένα βουλγαρικό τάγμα. Απέτυχε παταγωδώς και υποχώρησε. Το ίδιο συνέβη και με άλλα δύο βουλγαρικά τάγματα, ενώ στην μάχη μπήκαν και δύο βουλγαρικά αεροπλάνα χωρίς όμως κάποιο αποτέλεσμα. Ο μόνος τρόπος για να διαβούν τον ποταμό Νέστο ήταν απ’την γέφυρα, όπου ήταν όμως εκτεθειμένοι στα πυρά των ανταρτών.
 Παράλληλα κατέφταναν ενισχύσεις και από άλλα αρχηγεία των ΕΑΟ, ενώ σημαντική ήταν η συνεισφορά των ντόπιου πληθυσμού στην μεταφορά εφοδίων.

 Οι μάχες συνεχίστηκαν με αμείωτη ένταση εώς και τις 9 Μαϊου. Οι έλληνες αντάρτες απέκρουαν επιτυχώς τις βουλγαρικές επιθέσεις, και απεχώρησαν την νύχτα της 9ης προς 10η Μαϊου αφού είχαν μάθει ότι έρχονται στρατιωτικές δυνάμεις απ’το εσωτερικό της Βουλγαρίας για να τους πλήξουν απ’τα νώτα.
 Οι εκτιμήσεις για τις απώλειες των Ελλήνων ποικίλουν γιατί άλλοι συμπεριλαμβάνουν σε αυτές και τους νεκρούς αμάχους (γυναικόπαιδα) απ΄τους βουλγαρικούς βομβαρδισμούς στα κοντινά λημέρια των ανταρτών. Πάντως οι νεκροί αντάρτες υπολογίζονταν σε 5-9 και σε αρκετούς τραυματίες.
Οι απώλειες των Βουλγάρων ήταν σαφώς μεγαλύτερες. Ο Τάσος Χατζηαναστασίου στο συλλογικό έργο "Οι άλλοι καπετάνιοι" μιλάει για 150 νεκρούς και τραυματίες (σελ.328), ενώ τον ίδιο αριθμό υιοθετεί και ο φιλο-αριστερός Ιάσων Χανδρινός στην μονογραφία του "Εθνική Αντίσταση" (σελ.72)

  Οι Βούλγαροι μετά την μάχη προέβησαν σε εκτεταμμένες αγριότητες σε βάρος του ντόπιου άμαχου πληθυσμού. 
 Γενικότερα η μάχη είχε ηχηρό αντίκτυπο στην βουλγαρική πλευρά. Χαρακτηριστικό είναι ένα απόσπασμα απ’την εφημερίδα Ούτρο της Σόφιας στις 13/05/1944 που έλεγε:
 Η Μπελομόριε (το Αιγαίο στα βουλγάρικα) θρηνεί τα ηρωικά παιδιά της που έπεσαν για την πατρίδα στα βουνά της Δράμας. Εκδίκηση ζητούν οι οικογένειες των αδικοχαμένων παιδιών μας. Χτυπήστε αλύπητα τους φονιάδες του Τσαούς Αντών όπως και κάθε συνεργάτη του.
 (στο ίδιο, σελ.72)

 Όπως προαναφέρθηκε, η μάχη της γέφυρας των Παπάδων ήταν η κορυφαία στιγμή της ελληνικής εθνικής αντίστασης στην βουλγαροκρατούμενη ζώνη. Δυστυχώς το ελληνικό κράτος ποτέ δεν τίμησε όπως έπρεπε την μνήμη εκείνων των ηρώων που αγωνίστηκαν κατά του βούλγαρου κατακτητή.



 Εκτός των προαναφερθεισών πηγών, τα κυριότερα στοιχεία για την ανάρτηση προέρχονται από τα βιβλία:
"Για τον ελληνικό Βορρά" του Παρμενίωνος Παπαθανασίου σελ.679-685
 "Σκληροί αγώνες και μεγάλες θυσίες 1941-1944" του Δημήτριου Καραϊσαρλή, σελ.194-7