Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επτάνησα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επτάνησα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 3 Δεκεμβρίου 2017

ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ - ΓΙΑΤΙ Ο ΧΙΤΛΕΡ ΔΙΕΤΑΞΕ ΤΗΝ "ΑΣΥΛΙΑ" ΤΟΥΣ









Του Δημοσθένη Κούκουνα


Χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια μέχρις ότου - κατά ένα μέρος - λυθεί το μυστήριο, πώς οι Εβραίοι της Ζακύνθου κυκλοφορούσαν ακαταδίωκτοι κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής.

Είμαστε στα τέλη του 1943 και οι κατακτητές στην Ελλάδα έχουν επεκτείνει τις διώξεις των Εβραίων σε ολόκληρη την Ελλάδα, μετά τις διώξεις στη Θεσσαλονίκη που έγιναν στις αρχές του χρόνου. Και πράγματι, εξ αιτίας του τότε μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομου, προκλήθηκε μία σπάνια ευεργετική διαταγή που ελήφθη σε ανώτατο επίπεδο στο Βερολίνο και έτσι ο εβραϊκός πληθυσμός του νησιού δεν διώχθηκε "υπ' ευθύνη του τοπικού μητροπολίτη". Ίσως είναι το μοναδικό μέρος σε ολόκληρη την Ελλάδα που κέρδισαν οι Εβραίοι μια τέτοιας μορφής ασυλία εν σχέσει με τα τόσα και τόσα τραγικά που υπέστησαν οι ομόθρηκοι και ομόφυλοί τους παντού αλλού. Θα αναρωτηθεί φυσικά κανείς γιατί κανείς άλλος Έλληνας μητροπολίτης στην υπόλοιπη Ελλάδα δεν ενήργησε αντίστοιχα. Η απάντηση είναι ότι κανείς άλλος δεν είχε γνωριμία με τον ίδιο τον Χίτλερ όπως ο Ζακύνθου Χρυσόστομος Δημητρίου, ο οποίος γνώριζε προσωπικά τον Χίτλερ από εικοσαετίας, πριν καν γίνει γνωστός και παντοδύναμος ο τελευταίος, από το Μόναχο. Εκεί είχε υπηρετήσει επί χρόνια ο Χρυσόστομος ως εφημέριος της ελληνικής εκκλησίας των Αγίων Πάντων και είχε δημιουργήσει φιλίες με διάφορους Γερμανούς πλην του Χίτλερ, όπως ο Τουρκογερμανός Μουράτ Φέριντ Μπέη (γεννηθείς το 1908 στη Θεσσαλονίκη, γιος Τούρκου αξιωματικού και Γερμανίδας). Ο τελευταίος αυτός έδρασε ως αρχηγός της Άμπβερ στην Ελλάδα επί Κατοχής.

Σε τοπικό επίπεδο από εβραϊκής πλευράς η ευγνωμοσύνη προς τον τόσο αποτελεσματικό ως προς το θέμα της μη δίωξης των Εβραίων της Ζακύνθου Έλληνα ιεράρχη, εκδηλώθηκε με διάφορους απλούς τρόπους μετακατοχικά. Τα γνωρίζουν καλύτερα οι Ζακυνθινοί, όσοι τυχόν επιζούν από εκείνα τα χρόνια και διατηρούν μνήμες. Βέβαια από επίσημης πλευράς του Ισραήλ χρειάστηκε να περάσουν σχεδόν τριάντα χρόνια μέχρις ότου τιμηθεί ανάλογα με το τι προσέφερε. Τέτοιου είδους τιμές όμως δεν είναι αξιοπερίεργο να αποδίδονται καθυστερημένα, αρκεί να αποδίδονται. Και ίσως το Ισραήλ, άλλωστε, να είχε τους λόγους του. Οπωσδήποτε όμως θα είχε επιπρόσθετη βαρύτητα αν αναγνωριζόταν η προσφορά του όταν ακόμη βρισκόταν εν ζωή (ο Χρυσόστομος πέθανε το 1958, αφού ένα χρόνο νωρίτερα είχε υποχρεωθεί να εγκαταλείψει το νησί για άλλους λόγους άσχετους με το θέμα μας).

Σύμφωνα με την πιο έγκυρη εβραϊκή εκδοχή, που όμως είναι και η πιο απλοϊκή, ο μητροπολίτης Ζακύνθου, καθώς και ο δήμαρχος της πόλης Λουκάς Καρρέρ, έδωσαν γροθιά στο μαχαίρι:

«Ενώ σε όλη την υπόλοιπη χώρα οι διώξεις και εκτοπίσεις Εβραίων διεξάγονταν από τους Γερμανούς αποτελεσματικά, η Ζάκυνθος αποτέλεσε μια μοναδική εξαίρεση. Δύο θαρραλέοι άνθρωποι, ο Μητροπολίτης του νησιού Χρυσόστομος Δημητρίου και ο Δήμαρχος Ζακύνθου Λουκάς Καρρέρ, πέτυχαν κάτι πρωτοφανές: θέτοντας την ίδια τους τη ζωή σε κίνδυνο, κατόρθωσαν να προστατέψουν ολόκληρο τον εβραϊκό πληθυσμό της Ζακύνθου από την τύχη των ομοθρήσκων τους σε άλλες περιοχές. Στα τέλη του 1943 ο Γερμανός Διοικητής της Ζακύνθου, Μπέρενς, κάλεσε τον Δήμαρχο στο γραφείο του και απαίτησε, υπό την απειλή όπλου, κατάλογο με τα ονόματα όλων των Εβραίων του νησιού. Ο Δήμαρχος και ο Μητροπολίτης, αντιλαμβανόμενοι το τι σήμαινε η εντολή αυτή, προσπάθησαν να κερδίσουν χρόνο, αλλά ο Διοικητής ήταν αμετακίνητος, καθώς είχε διαταγές από το Γενικό Αρχηγείο. Μετά από πολλή σκέψη, καθώς βρίσκονταν και οι ίδιοι σε θανάσιμο κίνδυνο, οι δύο άνδρες πήραν τη γενναία απόφαση να περιλάβουν στον κατάλογο μόνο τα εξής δύο ονόματα: Μητροπολίτης Ζακύνθου Χρυσόστομος και Δήμαρχος Ζακύνθου Λουκάς Καρρέρ. Ο Γερμανός Διοικητής έμεινε άναυδος. Μαζί με ένα γράμμα του Μητροπολίτη προς τον ίδιο τον Χίτλερ, στο οποίο αναλάμβανε ακέραια την ευθύνη για τη διαγωγή των Εβραίων του νησιού, τα δύο έγγραφα αποστάλθηκαν στο Γενικό Αρχηγείο, όπου πρέπει να έκαναν έντονη εντύπωση, γιατί η διαταγή της σύλληψης όλων των Εβραίων ακυρώθηκε. Παρ'όλα αυτά, για κάθε ενδεχόμενο, όλοι οι Εβραίοι της Ζακύνθου διασκορπίστηκαν στα χωριά του νησιού, όπου χριστιανικές οικογένειες τους έκρυψαν και ανέλαβαν τη διατροφή τους. Χάρη στην επιρροή, το θάρρος και την αποφασιστικότητα των δύο ηγετών του νησιού, καθώς και του ντόπιου πληθυσμού, οι 275 Εβραίοι της Ζακύνθου επέζησαν χωρίς ούτε μία απώλεια, από έναν πόλεμο που εξολόθρευσε το σύνολο των ομοθρήσκων τους σε πολλές άλλες περιοχές». [Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και το Ολοκαύτωμα των Ελλήνων Εβραίων, 1941-1944. Εγχειρίδιο Μελέτης, Εβραϊκό Μουσείο Ελλάδος, Αθήνα 2005, σ. 26-27].

Ωστόσο αυτή η εκδοχή δεν είναι απόλυτα ακριβής, διότι αγνοεί τη βασική παράμετρο, που ήταν η προσωπική γνωριμία του Χρυσόστομου με τον Χίτλερ από τα χρόνια του Μονάχου. Ως προς δε το δεύτερο πρόσωπο, τον δήμαρχο, αυτός είναι δευτεραγωνιστής, διότι από μόνος του δεν θα επετύγχανε τίποτε - όπως δεν το κατόρθωσαν πολύ ισχυρότερα δημόσια πρόσωπα στην Ελλάδα, από τον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό μέχρι τους κατοχικούς πρωθυπουργούς Κ. Λογοθετόπουλο και Ι. Ράλλη, που επιχείρησαν να υψώσουν τη φωνή τους για τις εβραϊκές διώξεις στην Ελλάδα γενικότερα. Ο εν λόγω δήμαρχος Ζακύνθου ήταν πρωτίστως άνθρωπος εμπιστοσύνης των Ιταλών και όχι των Γερμανών (ως γνωστόν μέχρι την ιταλική συνθηκολόγηση του Σεπτεμβρίου 1943 η Ζάκυνθος, όπως και τα λοιπά Επτάνησα, τελούσαν υπό καθεστώς προετοιμασίας προσάρτησης). Το αντίθετο ακριβώς συνέβαινε με τον τοπικό μητροπολίτη, τον Χρυσόστομο Δημητρίου. Αυτός ήταν άνθρωπος εμπιστοσύνης των Γερμανών, κάθε άλλο δε των Ιταλών, οι οποίοι και τον είχαν απελάσει από το νησί στις αρχές του 1943.

Τότε εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, εννέα χρόνια μετά την εκλογή του σε μητροπολίτη Ζακύνθου. Μεταξύ άλλων επαφών και γνωριμιών του, ξανασυναντήθηκε μετά από πολλά χρόνια με τον Μουράτ Φέριντ Μπέη, ο οποίος από το καλοκαίρι του 1942 είχε αναλάβει σταθμάρχης της Άμπβερ στην Αθήνα. Ο Φέριντ οργάνωσε στην Αθήνα διάφορα κατασκοπευτικά δίκτυα για λογαριασμό των Γερμανών, μισθώνοντας Έλληνες συνεργάτες. Στις μακρές ανακριτικές καταθέσεις, που έδωσε μετά τον πόλεμο στις συμμαχικές αρχές, αποκαλύπτει πολλά στοιχεία και μεταξύ άλλων ότι ήταν στα πρόθυρα μιας πολιτικής συνεργασίας με τον μητροπολίτη Χρυσόστομο Δημητρίου, "που τον είχαν εξορίσει από το νησί οι Ιταλοί". Η συνεργασία δεν προχώρησε, πρόσθετε, διότι αρνήθηκε ο τότε ανώτατος διοικητής Ν. Ελλάδος στρατηγός Σπάιντελ να τον δεχθεί, επειδή για λόγους σκοπιμότητας ο γερμανικός στρατός δεν θα έπρεπε να αναμίξει στις δραστηριότητές του την ελληνική εκκλησία. Το αποτέλεσμα ήταν να δυσαρεστηθεί ο Χρυσόστομος και να μην συστήσει πράκτορες στη γερμανική αντικατασκοπία! Ιδού ένα απόσπασμα από συμμαχικό έγγραφο σχετικό με τις ανακρίσεις του Φέριντ ως προς τους Έλληνες συνεργάτες του κατά την Κατοχή, με εμπλεκόμενο τον μητροπολίτη:



Η μετάφραση: "Δημητρίου Χρυσόστομος. Αρχιεπίσκοπος της Νήσου Ζακύνθου. Ο σταθμός [της Άμπβερ] στην Αθήνα ήρθε σε επαφή μαζί του για να προμηθεύσει πράκτορες. Ζει στην Αθήνα. Γεννήθηκε το 1875. Ύψος 1,65 μ. Λεπτός, γκριζομάλλης. Διάφορα: Ομιλεί γαλλικά. Καριέρα: Ποτέ δεν πρόσφερε πράκτορες. Δυσαρεστήθηκε επειδή δεν έγινε δεκτός από τον στρατηγό Σπάιντελ".

Εν τω μεταξύ, οι Ιταλοί εγκαταλείπουν τη Ζάκυνθο, αίρεται αυτόματα το καθεστώς προετοιμασίας προσάρτησης και βεβαίως αναπετάσσεται η ελληνική σημαία. Επανέρχονται οι ελληνικές αρχές και δημόσιες υπηρεσίες που είχαν απομακρυνθεί και μεταξύ αυτών και ο μητροπολίτης Χρυσόστομος. Ταυτόχρονα όσοι Έλληνες είχαν εκτεθεί για τη συνεργσία τους με τους Ιταλούς βρίσκουν τώρα καταφύγιο στις γερμανικές αρχές και προθυμοποιούνται ανάλογα να προσφέρουν υπηρεσίες στον άλλο κατακτητή (σ' αυτή την κατηγορία ανήκει και ο περιβόητος Φραγκίσκος Μερκάτης, που μετά την Κατοχή είχε τη γνωστή περιπέτεια).

Και όταν αιφνιδίως εμφανίστηκαν οι Γερμανοί να ζητούν απογραφή των Εβραίων προέκυψε - έπειτα από κάποιες δύσκολες μέρες αγωνίας και δυστοκίας - η αντίδραση του Χρυσόστομου, όταν ενημερώθηκε από τον δήμαρχο Καρρέρ. Ο Χρυσόστομος που φέρεται να είχε σύνδεσμο με τον Χίτλερ από εντελώς "ανύποπτα" χρόνια και με τον οποίο φέρεται να είχε ιδεολογικές συζητήσεις μαζί του ως προς τα εθνικοσοσιαλιστικά οράματα κλπ., αφού ανέφερε στον έκπληκτο Γερμανό αξιωματικό τα περί του συνδέσμου του με τον τελευταίο (όπως και με τον επικεφαλής της γερμανικής αντικατασκοπίας στην Αθήνα Φέριντ), ασφαλώς θα πρόσθεσε και ένα άλλο επιχείρημα που έπαιξε ρόλο: Τόνισε ότι οι Εβραίοι της Ζακύνθου είναι φιλήσυχοι, ανήκουν στους λεγόμενους "αφομοιωτές" και ότι δεν είναι σαν τους εξ Ισπανίας σιωνιστές, αλλά βρίσκονται επί χίλια σχεδόν χρόνια στην Ελλάδα και διαβιούν ήσυχα με τον εντόπιο πληθυσμό.

Κάπως έτσι, λοιπόν, έφτασε από το Βερολίνο η διαταγή "ασυλίας των Εβραίων της Ζακύνθου" και έτριβαν τα μάτια τους από έκπληξη οι τοπικοί Γερμανοί αξιωματούχοι. Ο Χίτλερ από το Βερολίνο είχε αντιδράσει θετικά! Ακριβώς όπως είχε προβλέψει ότι θα αντιδρούσε όταν ο Χρυσόστομος αναλάμβανε την πρωτοβουλία του...


Τρίτη 27 Μαρτίου 2012

Η ιταλική κατοχή στα Επτάνησα


 
Μετά την κατάρρευση της Ελλάδος τον Απρίλιο του 1941, τα Επτάνησα τέθηκαν υπό αποκλειστική ιταλική πολιτική και στρατιωτική διοίκηση, εν αντιθέσει με την υπόλοιπη Ελλάδα που ήταν μεν υπό ξένη στρατιωτική κατοχή αλλά υπήρχε ελληνική πολιτική διοίκηση η οποία βέβαια υπαγόταν υποχρεωτικά στις κατοχικές αρχές. Οι Ιταλοί με σειρά μέτρων προχώρησαν στην αποκοπή των Επτανήσων απ΄την Ελλάδα και απέβλεπαν στην προσάρτησή τους στην Ιταλία.
  
 - Διορίστηκαν πολιτικοί διοικητές σε όλα τα νησιά, οι οποίοι υπάγονταν απευθείας στο ιταλικό υπουργείο εξωτερικών. Ήταν εξουσιοδοτημένοι να εκδίδουν διατάγματα γύρω από διοικητικά θέματα (οικοδομή, επισιτισμός, υγιεινή κτλ).
  
 - Η εκμάθηση της ιταλικής γλώσσας στα σχολεία έγινε υποχρεωτική, ενώ αντίθετα περιορίστηκε η διδασκαλία της ελληνικής ιστορίας. Οι Έλληνες εκπαιδευτικοί ήταν υπό ιταλική εποπτεία αφού τους απαγορεύτηκε οποιαδήποτε επαφή με την ελληνική διοίκηση της υπόλοιπης Ελλάδας.
  
 - Ιδρύθηκε η Ανώνυμος Εταιρεία Ιονικού Εμπορίου που είχε την αποκλειστικότητα εισαγωγών και εισαγωγών, καθώς και υποκαταστήματα ιταλικών τραπεζών. Εισήχθη νέο νόμισμα, η ιόνιος δραχμή, με συνέπεια να σταματήσουν οι συναλλαγές με την υπόλοιπη Ελλάδα. Τα γεωργικά προϊόντα σε μεγάλο ποσοστό δεσμεύονταν και μεταφέρονταν στην Ιταλία.
  
 - Οι Ιταλοί εισήγαγαν νέο φορολογικό σύστημα, ενώ και οι δικαστές εφάρμοζαν υποχρεωτικά τον ιταλικό νόμο και δίκαζαν εν ονόματι του Ιταλού βασιλιά. Παράλληλα άνοιξαν και στρατόπεδα συγκέντρωσης για τους "ανυπάκουους" Έλληνες σε Παξούς, Οθωνούς και Λαζαρέτο.

 Με όλα τα παραπάνω μέτρα, οι Ιταλοί προετοίμαζαν το έδαφος για την τυπική προσάρτηση των Επτανήσων. Αυτό δεν συνέβη όμως, προφανώς λόγω των Γερμανών που είχαν απορρίψει αντίστοιχες ιταλικές διεκδικήσεις σε βάρος της ηττημένης Γαλλίας το 1940.   
 Αυτά καλό θα είναι να γνωρίζουν όλοι όσοι έχουν την τάση να παραβλέπουν την πολύ σκληρή και ανθελληνική στάση των ιταλικών κατοχικών δυνάμεων την περίοδο 1941-43, και να εστιάζουν μόνο στην γερμανική κατοχή.
 Ναι, ασφαλώς και οι Γερμανοί ήταν κατακτητές, σκληρότατοι σε πολλές περιπτώσεις, αλλά συνιστά ιστορική αφέλεια το να μένουν οι ύπουλοι Ιταλοί στο απυρόβλητο μόνο και μόνο επειδή ως γνήσιοι καιροσκόποι άλλαξαν ουσιαστικά στρατόπεδο τον Σεπτέμβριο του 1943 στρεφόμενοι κατά των πρώην συμμάχων τους.


 Τα στοιχεία για την ανάρτηση προέρχονται απ'το βιβλίο του Αννίβα Βελλιάδη "Κατοχή - Γερμανική πολιτική διοίκηση στην κατεχόμενη Ελλάδα 1941-1944", σελ.117-120

Πέμπτη 8 Μαρτίου 2012

Τι πραγματικά συνέβη με την ιταλική μεραρχία Άκουι στην Κεφαλλονιά το 1943


 Τον Σεπτέμβριο του 1943 η Κεφαλλονιά ήταν για λίγο στο επίκεντρο των εξελίξεων. Αιτία ήταν η σύγκρουση μεταξύ των πρώην συμμάχων Ιταλών και Γερμανών. 
 Αν και ποτέ οι ιταλογερμανικές σχέσεις δεν ήταν  άριστες, παρά την μεταξύ τους συμμαχία, τα προβλήματα μεγάλωσαν με την ανατροπή του Μουσολίνι απ΄τον στρατάρχη Μπαντόλιο στις 25/07/1943.
 Τότε ο Χίτλερ μη εμπιστευόμενος πλέον τους Ιταλούς διέταξε την προετοιμασία της επιχείρησης Αchse η οποία προέβλεπε τον αφοπλισμό και την αντικατάσταση με ειρηνικά ή βίαια μέσα των ιταλικών φρουρών στις υπο κατοχή χώρες, όπως η Ελλάδα. Στα πλαίσια της επιχείρησης αποβιβάστηκε στην Κεφαλλονιά στις 07/08/1943 ένα γερμανικό σύνταγμα με διοικητή τον αντισυνταγματάρχη Μπάργκε. Στην Κεφαλλονιά τότε βρισκόταν η ιταλική μεραρχία Άκουι ως στρατεύματα κατοχής του νησιού, με διοικητή των υποστράτηγο Γκαντίν.
  
 Στις 08/09/1943 ο Μπαντόλιο ανακοίνωσε την συνθηκολόγηση της Ιταλίας με τους Συμμάχους. Οι Ιταλοί στην Κεφαλλονιά στο άκουσμα της είδησης ξέσπασαν σε πανηγυρισμούς, ενώ οι Γερμανοί απλά παρακολουθούσαν. Ο Γκαντίν διατάσσεται απ΄ τον στρατηγό Βεκιαρελι (διοικητή της 11ης ιταλικής Στρατιάς στην Αθήνα) να παραδώσει τον οπλισμό της μεραρχίας του στους Γερμανούς. Ξεκινάει απρόθυμα διαπραγματεύσεις με τον Μπάργκε. Οι Γερμανοί δεν αφήνουν πολλά περιθώρια και θέτουν στους Ιταλούς τελεσίγραφο  ως την 13η Σεπτεμβρίου για να παραδώσουν τον οπλισμό τους.
 Ο Γκαντίν το συζητάει με τους αξιωματικούς του, αποφεύγοντας να απαντήσει. Παράλληλα αρχίζουν μικροαψιμαχίες μεταξύ Ιταλών και Γερμανών στο νησί. Οι Γερμανοί τους αποκαλούν προδότες. Συγχρόνως, και καθώς το γερμανικό τελεσίγραφο έληγε, προσεγγίζουν την Κεφαλλονιά δύο γερμανικά πλοία φορτωμένα με βαριά όπλα και στρατιώτες. Καθώς πλησίαζαν το Αργοστόλι ένας ιταλός αξιωματικός, ο λοχαγός Απολλόνιο διέταξε πυρ. Το ένα πλοίο βυθίστηκε και το άλλο υπέστη σοβαρές ζημιές και αιχμαλωτίστηκε απ’τους Ιταλούς.
Παρ’ολ’αυτά, στις 14/09/1943 ο Μπάργκε υπέβαλλε νέες προτάσεις για παράδοση των ιταλικών όπλων, αλλά ο Γκαντίν αρνήθηκε πάλι. Οι Γερμανοί τότε επιτίθενται. Οι Ιταλοί εκμεταλλευόμενοι την αριθμητική υπεροχή τους (12.000 έναντι 2.000) αντιστέκονται . Μετά όμως από την αποβίβαση γερμανικών ενισχύσεων στην Κεφαλλονιά και την εμπλοκή της Λουφτβάφε με αεροπορικούς βομβαρδισμούς, οι Ιταλοί καταρρέουν με βαρύτατες απώλειες. Ο Γκαντίν συνθηκολογεί στις 21/09/1943, η μεραρχία Άκουι παραδίδεται και οι Ιταλοί του νησιού συλλαμβάνονται αιχμάλωτοι.
 Με συνοπτικές διαδικασίες εκτελέστηκαν όλοι. Περίπου 5.000 υπολογίζονται οι εκτελεσθέντες, ενώ άλλοι 3.000 πνίγηκαν όταν το πλοίο που τους μετέφερε στην ηπειρωτική Ελλάδα προσέκρουσε σε νάρκη.
  
 Αυτό ήταν το τέλος της μεραρχίας Άκουι. Καλό θα είναι να υπενθυμίζουμε ότι οι Ιταλοί είχαν επιβάλλει ένα σκληρό καθεστώς κατοχής στα Επτάνησα καθώς αποσκοπούσαν στο να τα προσαρτήσουν μετά την λήξη του πολέμου. Τα Επτάνησα ουσιαστικά ήταν ιταλικό προτεκτοράτο υπό ιταλική πολιτική διοίκηση, με ξεχωριστό νόμισμα και αποκομμένο απ’την υπόλοιπη Ελλάδα. Η μεραρχία Άκουι ήταν ο στρατιωτικός εκφραστής αυτής της στυγνής ιταλικής κατοχής στην Κεφαλλονιά.
  
 Μεταπολεμικά και αφού η Ιταλία είχε εξαγνιστεί διότι είχε εγκαταλείψει τον Άξονα το 1943, τα γεγονότα της Κεφαλλονιάς παρουσιάζονταν με τέτοιο τρόπο ώστε η ιταλική μεραρχία Άκουι να παρουσιάζεται σαν αθώο θύμα των Γερμανών. Μέχρι και μνημείο της έκαναν!!! Το άκρον άωτον του παραλογισμού.
 Η πραγματικότητα βέβαια ήταν διαφορετική. Οι Ιταλοί στην Κεφαλλονιά απλά πλήρωσαν  τις συνέπειες της βλακείας τους. Από την στιγμή που δεν ήταν σε θέση να αντέξουν στρατιωτικά, το μόνο που είχαν να κάνουν ήταν να παραδοθούν, όπως έκαναν στις περισσότερες περιοχές της Ελλάδας, και όχι να προκαλέσουν τους Γερμανούς. Από την στιγμή που τους προκάλεσαν η μοίρα τους ήταν προδιαγεγραμμένη.
 Σίγουρα η εκτέλεση των Ιταλών αιχμαλώτων απ’τους Γερμανούς συνιστά έγκλημα πολέμου και είναι κατακριτέα πράξη, αλλά σαν Έλληνες δεν έχουμε κανέναν λόγο να λυπόμαστε ιδιαίτερα για την τύχη των ύπουλων και στυγνών Ιταλών κατακτητών. Ας μην ξεχνάμε ότι πέραν της πρόθεσης αρπαγής των Επτανήσων, οι Ιταλοί ενίσχυαν απροκάλυπτα τα ανθελληνικά αποσχιστικά κινήματα των μουσουλμάνων Τσάμηδων στην Ήπειρο, των ελάχιστων ρουμανίζοντων βλαχόφωνων στην Θεσσαλία και ήταν οι πρώτοι που εξόπλισαν τους ανθέλληνες φιλοβούλγαρους κομιτατζήδες στην δυτική Μακεδονία.  Συν τοις άλλοις ευθύνονταν απόλυτα και για την εμπλοκή της Ελλάδας στην ανθρωποσφαγή του Β’Παγκ.Πολέμου με την απρόκλητη επίθεση της 28η Οκτωβρίου του 1940…



 Τα ιστορικά στοιχεία για την ανάρτηση είναι απ'το τεύχος 85 του περιοδικού Στρατιωτική Ιστορία, σελ. 64-69.