Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οπλαρχηγοί Πελοποννήσου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οπλαρχηγοί Πελοποννήσου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 30 Ιουνίου 2014

Η πρώτη μάχη του Μελιγαλά και η διάλυση στρατοπέδων συγκέντρωσης του ΕΛΑΣ απ΄το τοπικό Τάγμα Ασφαλείας


 Όπως είχαμε δει εδώ, ο ταγματάρχης Στούπας διέφυγε στην Αθήνα μετά την μάχη της Λεύκης τον Οκτώβριο του '43 όπου ο ΕΛΑΣ διέλυσε την αντάρτικη ομάδα του χωρίς όμως να καταφέρει να συλλάβει και τον ίδιο.
 Στις 15 Μαρτίου 1944 ο Στούπας επέστρεψε σιδηροδρομικώς στην Καλαμάτα και ανέλαβε την διοίκηση του Τάγματος Χωροφυλακής Μεσσηνίας. Έφερε μαζί του ακόμα 80 αξιωματικούς και υλικό ικανό να εξοπλίσει άλλους 300 οπλίτες. Στην Καλαμάτα αύξησε την δύναμη του Τάγματος με νέους εθελοντές και εγκαταστάθηκε στο Μελιγαλά που ήταν και η έδρα του σώματος. Μικρές φρουρές, δύναμης διμοιρίας, εγκαταστάθηκαν και σε κοντινά χωριά. Η βάση του έμψυχου υλικού του Τάγματος Ασφαλείας ήταν πρώην αντάρτες του Στούπα και της οργάνωσης Ελληνικός Στρατός που είχε διαλυθεί απ΄τον ΕΛΑΣ το φθινόπωρο του 1943.

 Οι κομμουνιστές βλέποντας τις κινήσεις του Στούπα ανησύχησαν και αποφάσισαν να χτυπήσουν το Τάγμα πρωτού αυτό προλάβει να οργανωθεί και να αποτελέσει ισχυρό αντίπαλο.
 Έτσι στις 7 Απριλίου 1944 επιτέθηκαν στο Μελιγαλά με σκοπό να διαλύσουν το Τάγμα Ασφαλείας. Η επίθεσή τους αρχικά ήταν επιτυχής. Μπήκαν εύκολα στην πόλη και κύκλωσαν το αρχηγείο του Στούπα. Εκεί όμως ατύχησαν. Βρέθηκαν εκτεθειμένοι στα πυρά των αμυνομένων και του ιδίου του Στούπα που ήταν εξαιρετικός σκοπευτής, με αποτέλεσμα να έχουν σημαντικές απώλειες.
 Στο Μελιγαλά έδρευε και μία μικρή γερμανική φρουρά. Οι Γερμανοί αρχικά παρατηρούσαν αμέτοχοι την ενδοελληνική σύρραξη. Άλλωστε οι ελασίτες δεν τους ενόχλησαν στο ελάχιστο, παρά το ότι επρόκειτο για έναν εύκολο στόχο.
 Ένας ακόμα λόγος της αρχικής μη-εμπλοκής των Γερμανών ήταν ότι ήταν πολύ επιφυλακτικοί εώς καχύποπτοι απέναντι στους προσφάτως εξοπλισθέντες ταγματασφαλίτες, ενώ ήθελαν να διαπιστώσουν και τις μαχητικές ικανότητες των τελευταίων. Το φαινόμενο του να παραμένουν οι Γερμανοί αμέτοχοι στις συγκρούσεις μεταξύ ελασιτών και εξοπλισμένων Ελλήνων είχε παρατηρηθεί κατ'επανάληψη στην Κατοχή, ιδιαίτερα στην Μακεδονία και στις επιθέσεις που εξαπέλυε ο ΕΛΑΣ εναντίον των χωριών που ήταν οργανωμένα στον ΕΕΣ.

 Από ένα σημείο και μετά, και αφού είδαν ότι ο Στούπας και οι άντρες του όντως πολεμούσαν γενναία, οι Γερμανοί επενέβησαν με ριπές πολυβόλων. Οι ελασίτες ήταν πλέον αδύνατον να παραμείνουν στην πόλη και απεχώρησαν κακήν κακώς.

 Ο Ιωάννης Μπουγάς στο έργο του "Ματωμένες μνήμες 1940-1945" απ'όπου αντλούμε και τις πληροφορίες για την παρούσα ανάρτηση, μιλάει για 49 νεκρούς ελασίτες και 4 νεκρούς ταγματασφαλίτες. Δεν γνωρίζουμε αν ο αριθμός των νεκρών είναι ιστορικά επιβεβαιωμένος.
  Παραθέτει και αποσπάσματα από αριστερούς συγγραφείς που παραδέχονται την αποτυχία της επίθεσης, έστω και αν παρουσιάζουν την ήττα τους με διαφορετικό τρόπο ο καθένας.
  Άλλος λέει ότι "δεν έγινε μάχη και φύγαμε", άλλος λέει ότι κέρδιζαν αλλά απεχώρησαν επειδή είδαν μία φωτιά σε γειτονικό μοναστήρι που την εξέλαβαν ως σήμα οπισθοχώρησης (πραγματικά απίθανος ισχυρισμός), άλλος λέει ότι την μέρα εκείνη έτυχε και "οι Γερμανοί είχαν φέρει νέες δυνάμεις απ΄την Καλαμάτα" και τρέχα γύρευε.

Ο συγκριτικά σοβαρότερος Φοίβος Γρηγοριάδης, αξιωματικός του ΕΛΑΣ και ιστοριογράφος, γράφει για την συγκεκριμένη μάχη χωρίς να μασάει τα λόγια του:
  "Άλλη μία ανεπιτυχής μάχη (ας ξαναγράψουμε πως πόλεμος μόνο με επιτυχίες δεν είναι πόλεμος), είναι η επίθεσις κατά της εχθρικής βάσεως του Μελιγαλά, τον Απρίλιο του 1944"
 ("Το αντάρτικο ΕΛΑΣ-ΕΔΕΣ-ΕΚΚΑ-5/42", ε' τόμος, σελ.304)

 Μιλάει βέβαια γενικώς για "εχθρική βάση", αφήνοντας να εννοηθεί ότι οι ελασίτες επιτέθηκαν σε Γερμανούς.
 Παρακάτω όμως είναι πιο διαφωτιστικός:
 "... προς τον Μελιγαλά, ισχυρό σημείο στηρίγματος των Ταγμάτων, όπου είχε σημειωθεί μία αποτυχία του ΕΛΑΣ για την εκπόρθησή του τον Απρίλιο" (στο ίδιο, σελ.305)

 Στην μάχη αυτή, οι ταγματασφαλίτες συνέλλαβαν και αιχμάλωτους ελασίτες απ΄τους οποίους μάθανε για την ύπαρξη στρατοπέδου συγκέντρωσης αιχμαλώτων του ΕΛΑΣ στην Χαλβατσού (σημερινό Κεφαλόβρυσο). Οι αιχμάλωτοι ήταν αντιφρονούντες απ΄την Μεσσηνία.
 Τις επόμενες μέρες το Τάγμα ξεκίνησε με σκοπό να φτάσει στο στρατόπεδο, όπως και έγινε. Μαζί τους βρισκόταν και μία μικρή γερμανική μονάδα με βαρύτερο οπλισμό που δεν είχε το Τάγμα.
Οι ελασίτες δεν προέβαλλαν αντίσταση και απεχώρησαν χωρίς μάχη. Οι ταγματασφαλίτες απελευθέρωσαν τους κρατουμένους που ήταν σε άθλια κατάσταση λόγω ασιτίας και ξυλοδαρμών. Απ΄τους απελευθερωθέντες έμαθαν για την ύπαρξη ενός δεύτερου στρατοπέδου στην κοντινή Ποταμιά. Τους απελευθέρωσαν και αυτούς, και πάλι χωρίς μάχη. Μεταξύ των κρατουμένων της Ποταμιάς βρίσκονταν και μέλη της οικογένειας του Στούπα. Αυτά έγιναν την Μεγάλη Παρασκευή του 1944. Το σύνολο των απελευθερωθέντων ήταν 448 άτομα.

 Η πραγματικότητα είναι ότι οι ελασίτες δεσμοφύλακες δεν προέβησαν σε εκτελέσεις κρατουμένων, μόλις έμαθαν ότι πλησιάζει ο Στούπας. Δυσκολευόμαστε να υποθέσουμε ότι έπραξαν έτσι επειδή ήταν μεγαλόψυχοι. Η συνολική στάση τους ειδικά στην περιοχή της Μεσσηνίας δεν συνηγορεί υπέρ αυτού. Το πιθανότερο είναι ότι αιφνιδιάστηκαν απ΄την κίνηση του Στούπα και δεν πρόλαβαν να οργανώσουν την αντίδρασή τους.

 Πολλοί "υπερευαίσθητοι πατριώτες" μπορεί να διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους επειδή οι "κακοί ταγματασφαλίτες" συνεργάστηκαν με τους "κακούς Ναζί" κατά των "Ελλήνων ανταρτών".
 Στην εξιστορούμενη περίπτωση όμως (ΌΠΩΣ ΚΑΙ ΣΕ ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΕΣ ΑΚΟΜΑ) η επιχείρηση έγινε με σκοπό την απελευθέρωση μελλοθάνατων Ελλήνων που κρατούνταν απ΄τους ελασίτες αποκλειστικά και μόνο με πολιτικά κριτήρια.
 Πιστεύουμε ότι δεν υπάρχει κάποιος ψυχικά υγιής άνθρωπος που να κατηγορήσει τους ταγματασφαλίτες του Στούπα για αυτήν τους την δράση.

Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2013

Ο ίλαρχος Τηλέμαχος Βρεττάκος - μέρος γ'


 Μετά την επιστροφή των Γιαννακόπουλου-Βρεττάκου στο Δυρράχι με την συνοδεία του τμήματος Κοσιώρη, στις 28/09/1943 έγινε σύσκεψη κάποιων αξιωματικών του Ε.Σ και των εκπροσώπων της αγγλικής αποστολής ταγματάρχη Χάρρινγκτον και υπολοχαγού Ταβερναράκη. Εκεί ο Χάρρινγκτον ανακοίνωσε ότι υπάρχει απόφαση να ενισχυθεί σημαντικά μέσω αεροπορικών ρίψεων το τμήμα Ε.Σ του ταγματάρχη Καραχάλιου που βρίσκεται στην Ηλεία και του οποίου εκπρόσωπος στην σύσκεψη ήταν ο ανθυπολοχαγός Κοσιώρης. Οι ρίψεις θα γίνονταν στην Γορτυνία στις 12-13 Οκτωβρίου 1943
 Στον Κοσιώρη ανατέθηκε να κινηθεί προς τον Καραχάλιο ώστε να τον ενημερώσει σχετικά.

 Ο ρόλος του Βρεττάκου στο σχέδιο ήταν να παραμείνει στο Δυρράχι και στις 12/10, οπότε και υπολογιζόταν να γίνουν οι ρίψεις στον Καραχάλιο, θα κατήγγειλε το σύμφωνο Ε.Σ-ΕΛΑΣ και θα στρεφόταν αιφνιδιαστικά κατά των τμημάτων του ΕΛΑΣ στο Δυρράχι και τα αφοπλίσει. Με τα όπλα που θα έπαιρνε θα επανεξόπλιζε άντρες του Ε.Σ που είχαν αφοπλιστεί νωρίτερα απ΄τον ΕΛΑΣ, και θα ανακαλούσε αυτούς που είχαν αποχωρήσει οικειοθελώς λόγω διαφωνίας με το σύμφωνο.
 Με τον τρόπο αυτό θα οργανωνόταν μία ισχυρή δύναμη του Ε.Σ στον Ταϋγετο και σε συνεργασία με το ενισχυθέν τμήμα του Καραχάλιου θα υπήρχε μία πολύ υπολογίσιμη εθνική αντιστασιακή δύναμη στην Πελοπόννησο.

 Ο Βρεττάκος όμως αποφάσισε να δράσει διαφορετικά. Έφυγε απ΄το Δυρράχι στις 29/09 μαζί με περίπου 150-200 άντρες και κινήθηκε και αυτός προς την Γορτυνία για να είναι παρών στις ρίψεις. Ενδεικτικό είναι ότι αρκετοί αξιωματικοί και αντάρτες του Ε.Σ δεν τον ακολούθησαν και είτε γύρισαν στα σπίτια τους είτε εντάχτηκαν στον ΕΛΑΣ. Η κίνησή του προς την Γορτυνία έγινε με την σύμφωνη γνώμη του υπολοχαγού Ταβερναράκη της συμμαχικής αποστολής ο οποίος τον εφοδίασε και με σχετικούς χάρτες. Αυτή η ξαφνική αλλαγή πλάνων δείχνει ότι η συνεννόηση μεταξύ των αξιωματικών του Ε.Σ για τον συντονισμό της δράσης τους ήταν μάλλον προβληματική.

 Ο Βρεττάκος κατήγγειλε και το σύμφωνο του Δυρραχίου και κυκλοφόρησε προκήρυξη που έλεγε ότι σκοπός του Ε.Σ ήταν πρώτα η εξόντωση των κομμουνιστών και μετά των Γερμανών.
 Στην διαδρομή, και συγκεκριμένα στο χωριό Βάγκου οι κομμουνιστές επιχείρησαν ανεπιτυχώς να τον σκοτώσουν. Οι υπεύθυνοι συνελλήφθησαν και πέρασαν από ανταρτοδικείο που έγινε στο χωριό Λυκόχια. Δύο εξ'αυτών καταδικάστηκαν και εκτελέστηκαν.
 Ο Βρεττάκος προέβαινε επίσης σε επιτάξεις ζώων απ΄τους ντόπιους για την εξυπηρέτηση του τμήματός του. Αυτό, όπως ήταν φυσικό, προκάλεσε δυσαρέσκεια σε πολύ κόσμο.
 Γενικότερα η συμπεριφορά του απέναντι στους οπαδούς του ΕΑΜ ήταν πολύ σκληρή και αυτό σε συνδυασμό με την καταγγελία του συμφώνου εκ μέρους του και την κίνησή του προς την Γορτυνία έδωσε την καλύτερη αφορμή στον ΕΛΑΣ για να κινηθεί εναντίον του.

 Στις 04/10 έφτασε στην Βυτίνα όπου και συναντήθηκε με τον Κοσιώρη με τον οποίο είχε έντονη λεκτική αντιπαράθεση για όλα τα παραπάνω. Δύο μέρες μετά εμφανίστηκε στην Βυτίνα ένα αυτοκίνητο με 5 Γερμανούς. Ο Βρεττάκος μίλησε με τον επικεφαλή αξιωματικό και δεν χτύπησε τους Γερμανούς φοβούμενος αντίποινα σε βάρος της Βυτίνας. Αυτό το εκμεταλλεύτηκε η εαμική προπαγάνδα και τον παρουσίαζε ως συνεργάτη των Γερμανών.
 Την επομένη οι Βρεττάκος και Κοσιώρης με τους αντάρτες τους έφυγαν απ΄την Βυτίνα και κινήθηκαν προς συνάντηση με το τμήμα Καραχάλιου όπως είχε αρχικά οριστεί. Πραγματικά στις 10/10 στην Κάπελη συναντήθηκαν και ενώθηκαν τα τμήματα Καραχάλιου-Βρεττάκου όπου και αναδιοργανώθηκαν. Αρχηγός ορίστηκε ο πρώτος, υπαρχηγός ο δεύτερος. Μαζί τους ήταν και Άγγλοι αξιωματικοί που είχαν έρθει μαζί με τον Καραχάλιο για να οργανώσουν τις ρίψεις όπλων.

 Τελικώς οι πολυαναμενόμενες ρίψεις οπλισμού που θα ενίσχυαν σημαντικά τον Ε.Σ δεν έγιναν. Ο λόγος ήταν ότι το τμήμα Καραχάλιου-Βρεττάκου βρισκόταν υπό την συνεχή πίεση ισχυρών τμήματων του ΕΛΑΣ που είχαν κινηθεί προς την περιοχή με σκοπό να το διαλύσουν. Με παρόμοιες διαθέσεις κινούνταν και οι Γερμανοί, αφού πρώτα ο Καραχάλιος και ο Βρεττάκος απέρριψαν τις προτάσεις συνεργασίας που τους έκαναν. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την συνεχή μετακίνηση του τμήματος προς διάφορα σημεία προκειμένου να βρεθεί ασφαλές πεδίο ρίψεων.
 Αυτό απεδείχθη αδύνατον στην πράξη και φυσιολογικά το τμήμα του Ε.Σ ενεπλάκη σε έναν ανηλέη διμέτωπο πόλεμο φθοράς στον οποίο ήταν καταδικασμένο να μην αντέξει.
  Χαρακτηριστική είναι η μάχη στο Πυργάκι στις 16/10/1943, όπου είχε οριστεί σαν πεδίο ρίψεων. Το πρωί της μέρας εκείνη ο Ε.Σ δέχτηκε επίθεση από Γερμανούς και το απόγευμα της ίδιας μέρας δέχτηκε επίθεση από ελασίτες οι οποίοι με την αιφνιδιαστική τους επίθεση κατέλαβαν το πεδίο ρίψεων.
 Η σφοδρότερη μάχη έγινε στις 21/10/1943 στην Πετρίνα, όπου ισχυρές δυνάμεις του ΕΛΑΣ επιτέθηκαν στον Ε.Σ. Η επίθεση αποκρούστηκε με σημαντικές απώλειες για τους ελασίτες, αλλά το πλήγμα για τον Ε.Σ ήταν ο σοβαρός τραυματισμός του Καραχάλιου ο οποίος μάλιστα και συνελλήφθη απ΄τους κομμουνιστές.

 Τελικά το τμήμα του Ε.Σ με επικεφαλή τον Βρεττάκο πλέον επέστρεψε στο Δυρράχι όπου σε σύσκεψη με τους Χάρριγκτον και Ταβερναράκη του ανακοινώθηκε ότι τελικά λόγω των συνεχιζόμενων εμφύλιων συρράξεων σε όλη την Ελλάδα (την ίδια περίοδο ηταν σε εξέλιξη η επίθεση του ΕΛΑΣ κατά του ΕΔΕΣ στην Ήπειρο και κατά της ΠΑΟ στην Μακεδονία) το Στρατηγείο Μέσης Ανατολής αποφάσισε την ματαίωση των ρίψεων μέχρι νεωτέρας.
 Αυτό ουσιαστικά σήμαινε και την διάλυση του Ε.Σ, όπως και έγινε. Το τμήμα Ε.Σ Ηλείας κινήθηκε προς βορρά με σκοπό να ελευθερώσει τον αιχμάλωτο Καραχάλιο και στην συνέχεια να αυτοδιαλυθεί, και ο Βρεττάκος με το τμήμα του κινήθηκε προς την ακτή με σκοπό να βρουν πλωτό μέσο που θα τους μετέφερε στην Μέση Ανατολή. Το τμήμα του Βρεττάκου ήταν πλέον καταπονημένο και εξαιρετικά ευάλωτο. Πολλοί το εγκατέλειψαν και γύρισαν στα χωριά τους. Η δύναμη του ήταν γύρω στους 60-70 άντρες με λίγα πυρομαχικά.
Ο Βρεττάκος έστειλε αξιωματικούς του στην Καλαμάτα για να βρουν βενζινόπλοιο με το οποίο θα διέφευγαν στην Μέση Ανατολή. Η αποστολή τους δεν ήταν επιτυχής. Εκεί ήρθαν σε επαφή με τον συνταγματάρχη Παπαδόγκωνα ο οποίος τους πρότεινε να μην φύγουν για Μέση Ανατολή αλλά να έρθει το τμήμα του Βρεττάκου στην Καλαμάτα και να τεθεί υπό την γερμανική προστασία. Παρόμοιες προτάσεις επανέλαβαν και οι Γερμανοί μόλις έμαθαν για την παρουσία εκπροσώπου του Βρεττάκου στην πόλη. Οι προτάσεις τους απορρίφθηκαν. Ο Βρεττάκος και οι άντρες του δεν επιθυμούσαν κανενός είδους προστασία ή συνεργασία με τους Γερμανούς, παρά το ότι ήταν σε πολύ δύσκολη θέση.
 Το τμήμα του Βρεττάκου τελικά βρέθηκε στην Παληοχώρα στις 23/10/1943 όπου υπήρχε η πληροφορία ότι θα κατέφτανε βρετανικό υποβρύχιο για να τους μεταφέρει στην Μέση Ανατολή. Στην διαδρομή προς την Παλιοχώρα συγκρούστηκε στην Μονή Βελανιδιάς με ένα μκρό τμήμα του ΕΛΑΣ το οποίο και διέλυσε. Στην Παλιοχώρα έφτασε ο κατοχικός νομάρχης Μεσσηνίας Περρωτής και ξαναπρότεινε στον Βρεττάκο να έρθει στην Καλαμάτα υπό γερμανική προστασία. Η απάντηση του Βρεττάκου ήταν και πάλι αρνητική. 

  Τελικά υποβρύχιο δεν εμφανίστηκε. Στις 28/10/1943 το τμήμα του Βρεττάκου δέχτηκε επίθεση πολύ ισχυρότερων ελασίτικων δυνάμεων που είχαν κινητοποιηθεί με σκοπό να τον διαλύσουν. Όταν πλέον η δυσμενής εξέλιξη της μάχης ήταν μη-αναστρέψιμη, ο Βρεττάκος έστειλε απεσταλμένο στον Περρωτή για να μεσολαβήσει στους Γερμανούς ώστε αυτοί να ρίξουν μερικές βολές πυροβολικού για να απομακρυνθούν οι ελασίτες. Οι Γερμανοί φυσικά δεν έκαναν τίποτα. Αφού ο Βρεττάκος είχε απορρίψει κατ'επανάληψη τις προτάσεις τους, αυτοί δεν είχαν κανέναν λόγο να τον βοηθήσουν.
 Τελικά, το τμήμα του Βρεττάκου ηττήθηκε, όπως ήταν αναμενόμενο, και εκείνος τραυματίστηκε και συνελλήφθη, όπως και πολλοί αντάρτες του. Μετά από δύο εβδομάδες βασανιστηρίων εκτελέστηκε.

 Αυτό ήταν το τέλος του ίλαρχου Τηλέμαχου Βρεττάκου.
 Οι κομμουνιστές δεν αρκέστηκαν μόνο στην φυσική εξόντωσή του, αλλά συνέχιζαν και στην ηθική εξόντωσή του ακόμα και μετά την εκτέλεσή του. Τον αποκαλούσαν συνεργάτη των Γερμανών παρά το ότι ο ίδιος συγκρούστηκε με Γερμανούς και απέκρουε τις προτάσεις τους ακόμα και όταν η μοίρα του ήταν προδιαγεγραμμένη.

 Αναμφίβολα ο Τηλέμαχος Βρεττάκος ήταν ένας άξιος πατριώτης αξιωματικός με έντονη διάθεση για αντιστασιακό αγώνα. Σίγουρα δεν ήταν αλάνθαστος και πολλές επιλογές του ελέγχονται για την ορθότητά τους. Ειδικά η κίνησή του προς Γορτυνία και η πρόωρη καταγγελία του συμφώνου του Δυρραχίου απεδείχθησαν τελείως λανθασμένες επιλογές.
 Ο Βρεττάκος ήταν μία ακόμη περίπτωση που αποδεικνύει ότι τότε ο πατριωτισμός, η ανδρεία και η μαχητική ικανότητα δεν αρκούσαν για να επιβιώσει κάποιος στο αντάρτικο. Σημαντικός παράγοντας ήταν και η κατάλληλη προσαρμογή στις διαμορφωθείσες συνθήκες και η επιλογή του "μη-χείρον βέλτιστον", ειδικά όταν κάποιος έχει εμπλακεί σε διμέτωπο αγώνα...
 Τελικώς, λόγω του αδιάλλακτου χαρακτήρα του δεν κατάφερε να επιβιώσει.
 Μπόρεσε όμως να μείνει στην Ιστορία σαν εθνομάρτυρας.
 Αιωνία του η μνήμη.


 Οι τρεις αναρτήσεις για τον Βρεττάκο βασίστηκαν στις παρακάτω πηγές:
 "Εθνική Αντίστασις 1941-1945" του Κοσμά Αντωνόπουλου
 "Το χρονικό της εθνικής αντιστάσεως Πελοποννήσου 1941-1945" του Ιωάννη Κοσσιώρη
 "Ματωμένες μνήμες 1940-1945" του Ιωάννη Μπουγά
  Έκθεση Ταβερναράκη
 

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013

Ο ίλαρχος Τηλέμαχος Βρεττάκος - μέρος β'


 Η ένταξη του Βρεττάκου στον Ε.Σ έδωσε πνοή σε αυτήν την οργάνωση των αξιωματικών που ως τότε στην Λακωνία δεν είχαν επιδείξει την απαιτούμενη τόλμη και πρωτοβουλία για οργάνωση αντάρτικου. Άρχισε η συγκρότηση ομάδων που θα ανέβαιναν στο βουνό και ο Βρεττάκος ανέλαβε την ευθύνη να έρθει σε επαφή με την αγγλική αποστολή και άλλους αξιωματικούς που με επικεφαλή τον συνταγματάρχη Αθανάσιο Γιαννακόπουλο βρίσκονταν στο Δυρράχι Ταϋγέτου.
 Σκοπός του Βρεττάκου ήταν η οργάνωση ρίψεων για τον εξοπλισμό αξιωματικών και ανταρτών που θα έρχονταν απ΄την Λακωνία. Πράγματι ανέβηκε στον Ταϋγετο, ήρθε σε επαφή μαζί τους και ορίστηκε το δάσος της Βασιλικής Ταϋγέτου σαν τόπος συγκέντρωσης των Λακώνων υπό των Βρεττάκο. Ο συνταγματάρχης Γιαννακόπουλος τον διόρισε επιτελάρχη του, ουσιαστικά δηλαδή ήταν το νο.2 στην ιεραρχία του Ε.Σ
 
 Απ΄τα μέσα Ιουλίου άρχισαν να καταφτάνουν στην Βασιλική Λάκωνες, ένοπλοι και περισσότεροι άοπλοι, τέθηκαν υπό τις διαταγές του Βρεττάκου και περίμεναν τις αεροπορικές ρίψεις οπλισμού απ΄τους Συμμάχους. Υπολογίζονταν γύρω στους 200-250 άντρες, οι περισσότεροι άοπλοι. Ημερομηνία ρίψεων ορίστηκε η 9η Αυγούστου 1943.

 Τα παραπάνω δεν έμειναν φυσικά κρυφά στους κομμουνιστές που ανησυχούσαν καθώς έβλεπαν να διαφαίνεται πολύ πιθανό το ενδεχόμενο συγκρότησης ισχυρής αντάρτικης δύναμης που δεν θα ελεγχόταν απ΄τους ίδιους. Τμήματα του ΕΛΑΣ άρχισαν να κινούνται προς την Βασιλική με εχθρικές διαθέσεις. Ο Βρεττάκος το γνώριζε από πληροφορίες που είχε, πήρε όσα μέτρα προστασίας μπορούσε να πάρει αλλά πρακτικά δεν είχε μεγάλη δύναμη αποτροπής.
 Το χειρότερο ήταν ότι οι προκαθορισμένες ρίψεις δεν έγιναν. Ο πιθανότερος λόγος της ματαίωσης των ρίψεων ήταν η δυσαρέσκεια των Άγγλων για τις συγκρούσεις μεταξύ ΕΛΑΣ-Ε.Σ που ξεκίνησαν αρχές Αυγούστου του 1943. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ήταν η αιματηρή διάλυση του τμήματος Ε.Σ Τριφυλλίας απ΄τον ΕΛΑΣ στις 06/08/1943.
 Ήταν προφανές και λογικό ότι οι Άγγλοι δεν ήθελαν να εξοπλίζουν τους Έλληνες για να σκοτώνονται μεταξύ τους, αλλά για να συνεισφέρουν στον συμμαχικό αγώνα δια του ανταρτοπολέμου κατά των κατακτητών.
 Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι ο Γιαννακόπουλος στις 09/08/1943 έβγαλε μία επιθετική ανακοίνωση κατά του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ λόγω των γεγονότων της Τριφυλλίας που αναφέραμε. Οι Άγγλοι αξιωματικοί διαμαρτυρήθηκαν έντονα στον Γιαννακόπουλο γι'αυτήν του την κίνηση, που ήταν άκαιρη από κάθε άποψη.

 Όπως και να χει, το γεγονός ήταν ότι η ματαίωση των ρίψεων ήταν καθοριστική. Ενόψει της επικείμενης επίθεσης ο Βρεττάκος έστειλε τον ανθυπολοχαγό Γριβάκο για να ζητήσει ενισχύσεις απ'τον Γιαννακόπουλο που βρισκόταν στα Πηγάδια εν αναμονή ρίψεων, αλλά ούτε αυτό είχε αποτέλεσμα. Έτσι το τμήμα του Ε.Σ στην Βασιλική παρέμεινε ανίσχυρο και εκτεθειμμένο στις διαθέσεις των κομμουνιστών.
   Στις 13/08/1943 οι ελασίτες επιτίθενται στο τμήμα του Βρεττάκου και το διαλύουν. Πολλοί αιχμάλωτοι του Ε.Σ εκτελούνται απ΄τον ΕΛΑΣ σε μία επίδειξη εμφυλιοπολεμικού μίσους.
 Ο Βρεττάκος διαφεύγει μαζί με άλλους 30 άντρες και πάει στα Πηγάδια που ήταν ο Γιαννακόπουλος, και από εκεί στις 17/08 ξεκίνησαν για την επιστροφή στο Δυρράχι που ήταν η βάση του Ε.Σ.

 Στην διαδρομή δέχτηκαν επίθεση από ισχυρά τμήματα του ΕΛΑΣ στην περιοχή της Αλαγονίας. Έγινε σκληρή μάχη στην οποία ο Ε.Σ επικράτησε κατα κράτος. Στις 18/08 έφτασαν στο Δυρράχι.
 Παρά την εμφατική νίκη του Ε.Σ στην Αλαγονία, η θέση του στο Δυρράχι ήταν επισφαλής. Ισχυρές δυνάμεις του ΕΛΑΣ κατέφταναν από άλλες περιοχές της Πελοποννήσου και είχαν αποκλείσει το Δυρράχι με σκοπό να αποτρέψουν κατάταξη νέων αντρών στον Ε.Σ και να δυσκολέψουν την τροφοδοσία του. Ο Ε.Σ δεν ήταν βέβαια και τόσο εύκολος στόχος διότι διέθετε ικανό οπλισμό από προηγούμενες ρίψεις που είχαν γίνει στην περιοχή, πολλούς και ικανούς αξιωματικούς και συνεργαζόταν με άγγλους αξιωματικούς που λειτουργούσαν ως σύνδεσμοι με το Στρατηγείο Μέσης Ανατολής.
Για να αποφευχθεί όμως περαιτέρω αιματοχυσία, ο άγγλος ταγματάρχης Χάρρινγκτον έπεισε τον Γιαννακόπουλο να έλθει σε συνεννόηση με τον ΕΛΑΣ. Τελικά υπεγράφη στις 29/08/1943 το σύμφωνο του Δυρραχίου μεταξύ Ε.Σ-ΕΛΑΣ το οποίο όμως πρακτικά σήμαινε την υποταγή του Ε.Σ στον ΕΛΑΣ. Εκ μέρους του Ε.Σ υπέγραψε ο Γιαννακόπουλος και ο λοχαγός Νικολόπουλος.
 Μόλις γίνονται γνωστοί οι όροι του συμφώνου, το σύνολο των αντρών του Ε.Σ δυσανασχετεί. Μεταξύ αυτών και ο Βρεττάκος, ο οποίος όμως αποφάσισε να πειθαρχήσει στον Γιαννακόπουλο.
 Το σύμφωνο του Δυρραχίου μεταξύ άλλων προέβλεπε ότι ο Γιαννακόπουλος θα αναλάμβανε την γενική αρχηγία του αντάρτικου της Πελοποννήσου. Οι κομμουνιστές του είπαν ότι το συγκεκριμένο αρχηγείο βρίσκεται κοντά στα Καλάβρυτα και έτσι ο Γιαννακόπουλος ξεκίνησε να πάει προς τα εκεί μαζί με τον Βρεττάκο και τους ανθυπολοχαγούς Δραγουμάνο και Κυριακουλάκο.

 Μετά από ένα μήνα περίπου οι απεσταλμένοι του Ε.Σ επέστρεψαν άπραγοι στο Δυρράχι, αφού όχι μόνο δεν τους έφεραν σε επαφή με κανένα αρχηγείο αλλά και επιπλέον φοβήθηκαν ότι υπήρχε κίνδυνος για την ζωή τους. Η επιστροφή τους στο Δυρράχι έγινε με την συνοδεία του ένοπλου τμήματος Ε.Σ του ανθυπολοχαγού Κοσιώρη που δρούσε στην Ηλεία υπό τον ταγματάρχη Καραχάλιο.

 Εκεί πλέον, και λόγω της έντονης δυσαρέσκειας για το σύμφωνο αλλά και των συνεχομένων προστριβών με τον ΕΛΑΣ, οι αξιωματικοί του Ε.Σ αποφάσισαν να δράσουν άμεσα για να προλάβουν την βέβαιη διάλυση της οργάνωσής τους. Υπό την ηγεσία του Βρεττάκου, στον οποίο ο Γιαννακόπουλος παρέδωσε την ηγεσία του Ε.Σ, και με την σύμφωνη γνώμη του ταγματάρχη Χάρρινγκτον και του Ταβερναράκη, καταστρώθηκε ένα φιλόδοξο σχέδιο που θα ακύρωνε στην πράξη το σύμφωνο του Δυρραχίου.







Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2013

Ο ίλαρχος Τηλέμαχος Βρεττάκος - μέρος α'


 Ο ίλαρχος Τηλέμαχος Βρεττάκος ήταν ένας απ΄τους κυριότερους πρωταγωνιστές του κατοχικού εμφυλίου στην νότια Πελοπόννησο. To 1926 εισήχθη στην Σχολή Ευελπίδων απ'όπου αποφοίτησε τρία χρόνια μετά ως ανθυπίλαρχος. Κατά την διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου υπηρέτησε στην Μεραρχία Ιππικού και μετά την κατάρρευση του μετώπου λόγω της γερμανικής επίθεσης γύρισε στον τόπο διαμονής του στην περιοχή του Γυθείου.

Η έντονη δραστηριοποίησή του στο αντιστασιακό κίνημα ξεκίνησε το 1943. Τον Μάρτιο εκείνου του έτους συμμετείχε σε σύσκεψη αξιωματικών του Γυθείου με θέμα την οργάνωση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Εκτός απ'τον ίδιο συμμετείχαν και άλλοι αξιωματικοί όπως ο λοχαγός Τσόμπος, ο υπολοχαγός Ν.Δεμέστιχας, ο ανθυπολοχαγός Δ.Δεμέστιχας, ο ανθυπασπιστής Μανωλάκος κ.α.
 Το κυριότερο διακύβευμα της σύσκεψης ήταν το σε ποια οργάνωση θα εντάσσονταν. Στην οργάνωση των αξιωματικών που είχαν ήδη αρχίσει να κινητοποιούνται σε διάφορες περιοχές της Πελοποννήσου και λίγο αργότερα πήρε την ονομασία Ελληνικός Στρατός (Ε.Σ) ή στο ΕΑΜ. Η έντονη παρουσία των κομμουνιστών στο ΕΑΜ είχε ήδη γίνει αντιληπτή και αυτό προφανώς προκαλούσε καχυποψία σε μεγάλο μέρος του ντόπιου πληθυσμού που κυριαρχούσαν οι βασιλόφρονες. Ο υπολοχαγός Ν.Δεμέστιχας που εκτός απ΄τον εαυτό του εξέφραζε και μεγάλο μέρος των ντόπιων αξιωματικών και παραγόντων της Μάνης που τον είχαν εξουσιοδοτήσει σχετικά, ήταν εναντίον της σύμπραξης με το ΕΑΜ διότι πίστευε ότι η ύπαρξη κομμουνιστών καθοδηγητών θα δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα στους αξιωματικούς.
 Ο Βρεττάκος αντίθετα πίστευε ότι θα ήταν προτιμότερο να μπούν στο ΕΑΜ για να αναλάβουν αυτοί την πρωτοβουλία και να μην αφήσουν τους κομμουνιστές να το ελέγξουν.
 Υπήρξε έντονη διαφωνία που δεν γεφυρώθηκε. Έτσι επήλθε διάσπαση. Ο Βρεττάκος μαζί με τους ανθυπασπιστές Μανωλάκο και Λεβάκο απεχώρησαν και εντάχθηκαν στο ΕΑΜ. Ειδικά ο Βρεττάκος ανέλαβε και επιτελάρχης (στρατιωτικός υπεύθυνος) στο ΕΑΜ Λακωνίας.
 Ουσιαστικά δηλαδή επιχείρησε να κάνει εισοδισμό στο ΕΑΜ με σκοπό να το ελέγξει εκ των έσω. Η προσπάθειά του ήταν εκ των προτέρων καταδικασμένη σε αποτυχία. Οι κομμουνιστές ήταν πολύ πιο έμπειροι στην συνωμοτική δράση απ΄τον Βρεττάκο και τον κάθε Βρεττάκο. Επίσης ήταν φύσει καχύποπτοι απέναντι στους μόνιμους αξιωματικούς που εντάσσονταν στο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ (έχουμε δει πολλά σχετικά παραδείγματα σε παλαιότερες αναρτήσεις), πόσο μάλλον απέναντι στους Μανιάτες αξιωματικούς που ήταν γνωστό ότι σε μεγάλο ποσοστό ήταν συντηρητικοί βασιλόφρονες. Αν μη τι άλλο ο Βρεττάκος με αυτήν του την κίνηση έδειξε ότι είχε μάλλον υποτιμήσει τους κομμουνιστές, όσον αφορά τόσο την επιρροή τους στο ΕΑΜ όσο και γενικότερα.

 Κατά την παραμονή του στο ΕΑΜ ο Βρεττάκος προσπάθησε να συνεργαστεί με τον λοχαγό Καραγιαννάκο στην Σπάρτη για να συγκροτήσουν από κοινού στρατιωτικό επιτελείο, κατόπιν συμφωνίας με τον λοχαγό Ταβερναράκη που είχε έλθει στην περιοχή σαν απεσταλμένος απ'το Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής. Όπως είχαμε δει εδώ ο Καραγιαννάκος ήταν αρχικά ο επικεφαλής των αξιωματικών της Σπάρτης που ήταν προσκείμενοι στον Ε.Σ. Η συνεργασία τους όμως δεν ευοδώθηκε διότι και οι δύο ήθελαν να ηγούνται του επιτελείου. Ο μεν Καραγιαννάκος λόγω παλαιότητας, ο δε Βρεττάκος λόγω της στήριξής του απ΄το ΕΑΜ.

 Λίγο αργότερα ο Βρεττάκος έστειλε τον ανθυπασπιστή Στέφανο Μανωλάκο στον Πάρνωνα όπου βρισκόταν μία μονάδα του ΕΛΑΣ με επικεφαλείς τους Λεβεντάκη και Κονταλώνη, για να ρυθμίσουν τρέχοντα στρατιωτικά ζητήματα. Ο Μανωλάκος όμως ούτε επέστρεψε στο καθορισμένο χρονικό σημείο, ούτε έστειλε κάποια ειδοποίηση. Ο Βρεττάκος ανησύχησε και ανέβηκε ο ίδιος στον Πάρνωνα. Εκεί οι ελασίτες τον ενημέρωσαν ότι ο Μανωλάκος σκοτώθηκε από Ιταλούς. Χωρίς να είναι γνωστές οι ακριβείς λεπτομέρειες σχετικά με την παρουσία του Βρεττάκου στον Πάρνωνα, είναι προφανές ότι εκεί επήλθε η ρήξη του με το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Πέραν του ότι απέφυγαν να τον φέρουν σε επαφή με τον Άγγλο ταγματάρχη Χάρρινγκτον που ήταν στην περιοχή, ο Βρεττάκος ήταν πεπεισμένος ότι τον Μανωλάκο τον σκότωσαν οι κομμουνιστές επειδή δεν τον εμπιστεύονταν.

 Μέσα σε αυτό το κλίμα και αφού βεβαιώθηκε ότι η προσπάθειά του να καθοδηγήσει εκ των έσω το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ δεν είχε καμμία τύχη γιατί ήταν πλήρως ελεγχόμενο απ΄τους κομμουνιστές, ο Βρεττάκος επιστρέφοντας απ΄τον Πάρνωνα αποφάσισε να το εγκαταλείψει.
 Τέλος Ιουνίου του 1943 στέλνει επιστολή στον υπολοχαγό Δεμέστιχα με την οποία παραδεχόταν το λάθος του να συνεργαστεί με το ΕΑΜ και τον ενημέρωνε ότι θα συνταχθεί πλέον με τους αξιωματικούς του Ε.Σ.

 Από τότε ξεκινάει το δεύτερο μέρος της παρουσίας του Τηλέμαχου Βρεττάκου στο αντάρτικο, αυτήν την φορά στον Ε.Σ, δηλαδή σε οργάνωση ανταγωνιστική του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ όπου είχε αρχικά ενταχθεί.


Πέμπτη 6 Ιουνίου 2013

Ο ταγματάρχης Στούπας και η μάχη της Λεύκης τον Οκτώβριο του '43


 Ο ταγματάρχης Στούπας ήταν επικεφαλής τοπικής αντάρτικης ομάδας της οργάνωσης Ελληνικό Στρατός (Ε.Σ) στην ορεινή Τριφυλλία. Μετά την υπογραφή του συμφώνου του Δυρραχίου στις 28/08/1943 μεταξύ Ε.Σ-ΕΛΑΣ, που πρακτικά σήμαινε την υποταγή του πρώτου στον δεύτερο, οι ελασίτες απαιτούσαν απ΄τους οπλαρχηγούς του Ε.Σ είτε να ενταχθούν με τους άντρες τους στον ΕΛΑΣ είτε να διαλύσουν αυτοβούλως τις ένοπλες ομάδες τους.
 Στην ίδια περιοχή με τον Στούπα, λίγο έξω απ΄την Κυπαρισσία, δρούσε και ο καπετάνιος του ΕΛΑΣ Ναπολέων Παπαγιαννόπουλος. Αυτός ενημέρωσε σχετικά τον Στούπα. Ο Στούπας, εμπειροπόλεμος αξιωματικός με περγαμηνές απ΄την μιρασιατική εκστρατεία και τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, αν και θεώρησε προσβλητικό για τον ίδιο να υποταχθεί στον ΕΛΑΣ εντούτοις δέχτηκε να διαλύσει την ομάδα του διότι δεν είχε την δύναμη να κάνει κάτι διαφορετικό.
 Είπε στον Παπαγιαννόπουλο ότι θα πήγαινε στο αρχηγείο του ΕΛΑΣ στο Δυρράχι, αφού πρώτα πέρναγε απ΄το χωριό του την Λεύκη. Ο Παπαγιαννόπουλος του έδωσε άδεια, κάτι σπάνιο για αξιωματικούς του Ε.Σ που δεν εντάσσονταν αμέσως στον ΕΛΑΣ. Στην Λεύκη ο Στούπας κατάφερε και εξασφάλισε άδεια απ΄το τοπικό ΕΑΜ για να μεταβεί στην Καλαμάτα. Οι κομμουνιστές όμως τον παρακολουθούσαν.

 Στην Καλαμάτα ήρθε σε επαφή με τον Παπαδόγκωνα και άλλους αξιωματικούς του Ε.Σ που είχαν καταφύγει εκεί και συμφώνησαν να προσπαθήσουν να οργανώσουν νέα αντάρτικη ομάδα και να ζητούσαν ενίσχυση απ΄τους Βρετανούς με αεροπορικές ρίψεις. Ο Στούπας είχε εντοπίσει ένα σημείο κατάλληλο για αεροπορικές ρίψεις κοντά στην Λεύκη.
 Στην διαδρομή προς την Λεύκη ήρθε σε αψιμαχίες με μέλη της ΟΠΛΑ που είχαν διαταγή να τον συλλάβουν επειδή δεν είχε εμφανιστεί στο Δυρράχι για να καταταγεί στον ΕΛΑΣ. Τελικά μπόρεσε και έφτασε στην Λεύκη μαζί με άλλους 3 συντρόφους του. Ένας από αυτούς, ο Κάππος, είχε κρύψει κάποια όπλα πριν την διάλυση της ομάδας του Στούπα. Έτσι ο Στούπας μπόρεσε και εξόπλισε καμμιά δεκαριά συντρόφους του. Ήταν σίγουρος, πιθανότατα και από πληροφορίες που είχε, ότι επίκειται επίθεση του ΕΛΑΣ εναντίον του.

 Όπως αναμενόταν, η επίθεση έγινε στις 11 Οκτωβρίου του '43. Η μάχη ήταν σκληρή και κράτησε σχεδόν όλη την μέρα. Κατά την διάρκεια της μάχης οι ελασίτες έκαψαν αρκετά σπίτια, σκότωσαν τρεις άοπλους ντόπιους και τρεις άντρες του Στούπα. Οι ίδιοι είχαν αρκετά βαριές απώλειες, γύρω στους 18-20 νεκρούς και τραυματίες. Πιθανότατα οι περισσότεροι από αυτούς ήταν θύματα του ίδιου του Στούπα που ήταν δεινός σκοπευτής και είχε ταμπουρωθεί στο σπίτι του, το οποίο προσπαθούσαν να κάψουν οι επιτιθέμενοι.
 Οι ελασίτες διέκοψαν ξαφνικά την επίθεσή τους όταν είδαν ότι πλησίαζε μία αυτοκινητοπομπή που νόμιζαν ότι ήταν Γερμανοί. Η αποχώρησή τους έδωσε την ευκαιρία στον Στούπα και τους συντρόφους του να φύγουν απ΄το χωριό. Η αυτοκινητοπομπή όμως δεν ήταν γερμανική, αλλά του Ερυθρού Σταυρού που έφερνε τρόφιμα στον πληθυσμό.
 Έτσι μετά από λίγο οι ελασίτες επέστρεψαν. Δεν βρήκαν τον Στούπα αλλά επειδή το σπίτι του είχε καεί διέδιδαν ότι πέθανε. Συνέλλαβαν τους γονείς του και έναν ξάδελφό του τον οποίο βασάνισαν φρικτά.

 Μετά την μάχη της Λεύκης, ο Στούπας μαζί με τέσσερις συντρόφους του κρυβόταν στην ύπαιθρο για πάνω από δύο μήνες. Για λίγες μέρες τον είχε φιλοξενήσει στην Λεύκη ο τοπικός υπεύθυνος του ΕΑΜ, ονόματι Γιωργόπουλος. Ο αδελφός του Γιωργόπουλου λίγο μετά συνελλήφθη από Γερμανούς και ο Στούπας έστειλε σημείωμα στον Παπαδόγκωνα για να μεσολαβήσει στους Γερμανούς προκειμένου να απελευθερωθεί.
 Έτσι ο Παπαδόγκωνας έμαθε ότι ο Στούπας ήταν ζωντανός, εν αντιθέσει με το τι διέδιδαν οι κομμουνιστές και έπεισε τους Γερμανούς να στείλουν ένα μικρό τμήμα στην περιοχή για να περισώσουν τον Στούπα και τους συντρόφους του. Ήταν Δεκέμβριος του ΄43. Ο Στούπας μεταφέρθηκε στην Αθήνα όπου και παρέμεινε ως τις 15/03/1944 οπότε και επανήλθε στην Μεσσηνία, αυτήν την φορά υπό άλλες συνθήκες.


 Πηγή: "Ματωμένες μνήμες 1940-45" του Ιωάννη Μπουγά

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

Η δράση του οπλαρχηγού Mαντζουράνη στην Πελοπόννησο



 Ο Γρηγόρης Μαντζουράνης γεννήθηκε στον Άγιο Ανδρέα Κυνουρίας το 1917. Πολέμησε στον ελληνοϊταλικό πόλεμο, όπου έγινε δόκιμος ανθυπολοχαγός πεζικού. Μετά την λήξη του πολέμου επέστρεψε στο χωριό του αλλά δεν έμεινε άπραγος. Συνελήφθη, για άγνωστους λόγους, απ΄τους Ιταλούς και τον Νοέμβριο του 1941 καταδικάστηκε σε 21 χρόνια φυλάκιση. Κλείστηκε στις φυλακές Τριπόλεως απ’όπου δραπέτευσε.
 Ανέβηκε στον Πάρνωνα όπου απ’τις αρχές του 1943 άρχισε να οργανώνει αντάρτικη ομάδα 10 αντρών με ελάχιστα όπλα και πυρομαχικά. Στον Πάρνωνα υπήρχε και μία ομάδα του ΕΛΑΣ 15 αντρών με επικεφαλείς τον ανθυπολοχαγό Κονταλώνη και τον έφεδρο ανθυπολοχαγό Λεβεντάκη.
 Τον Μάιο έρχεται σε επαφή με την συμμαχική αποστολή στον Πάρνωνα της οποίας ηγούνταν ο ταγματάρχης Χάρρινγκτον και ο υπολοχαγός Ταβερναράκης. Η συμμαχική αποστολή ήδη συνεργαζόταν με τον ΕΛΑΣ του Πάρνωνα και τον είχε ενισχύσει με ρίψεις από αέρος. Ο Μαντζουράνης επεδίωξε και κατάφερε να ενισχυθεί και η δική του ομάδα με 24 όπλα. 
 Ζήτησε βέβαια περισσότερα, αλλά το αίτημα του δεν έγινε δεκτό απ΄τον Χάρρινγκτον διότι η ομάδα του Μαντζουράνη δεν διέθετε το κατάλληλο δίκτυο πληροφοριών και τροφοδοσίας, στοιχεία απαραίτητα για ένα αντάρτικο τμήμα.
 Ενδεικτικό είναι ότι οι Μαντζουράνης και Κονταλώνης δεν είχαν καθόλου κακές σχέσεις μεταξύ τους, αλλά η εξάρτηση του δεύτερου απ΄τους κομμουνιστές που ήλεγχαν τον ΕΛΑΣ καθιστούσε αδύνατη οποιαδήποτε στενότερη συνεργασία.
 
 Λίγες μέρες μετά, στις 25 Μαϊου 1943 γίνεται η πρώτη σύγκρουση με Ιταλούς στον Πάρνωνα. Είναι η μάχη της Καστανίτσας όπου το ελασίτικο τμήμα του Κονταλώνη και αυτό του Μαντζουράνη χτύπησαν ένα μικρό ιταλικό τμήμα που είχε πάει στο ομώνυμο χωριό. Οι Ιταλοί είχαν μάθει για την άφιξη βρετανών αλεξιπτωτιστών και κινούνταν για τον εντοπισμό τους. Η επίθεση των ανταρτών δεν αιφνιδίασε τους Ιταλούς που ήταν προετοιμασμένοι. Τελικώς οι Ιταλοί απεχώρησαν χωρίς να υπάρχει καμμία απώλεια εκατέρωθεν.
 Την συμπλοκή αυτή ακολούθησε η  εκτέλεση δύο μεμονωμένων Ιταλών στρατιωτών από ελασίτες. Έτσι οι Ιταλοί κινήθηκαν με ισχυρές δυνάμεις για να εκκαθαρίσουν τον Πάρνωνα. Κάψανε και λεηλατήσανε πολλά χωριά. Η συμμαχική αποστολή εγκατέλειψε το βουνό και κινήθηκε προς τον Ταϋγετο, και οι ελασίτες πήγαν προς τον νότιο Πάρνωνα αποφεύγοντας να συγκρουστούν με τα ιταλικά στρατεύματα. Το τμήμα του Μαντζουράνη βρέθηκε πολύ δύσκολη θέση και αυτοδιαλύθηκε. Στο μεταξύ οι κομμουνιστές κατάφεραν και έκρυψαν πάνω από 300 όπλα που είχαν ριφθεί με συμμαχικό αεροπλάνο. Αυτά τους χρησίμεψαν για τον περαιτέρω εξοπλισμό του ΕΛΑΣ στην περιοχή.
 Ο Μαντζουράνης συνελήφθη μερικές μέρες μετά απ΄τους Ιταλούς. Παρά το ότι έφερε πλαστή ταυτότητα με το όνομα Δήμος Αθανασιάδης, ξυλοκοπήθηκε και φυλακίστηκε στην Σπάρτη. Κατάφερε και δραπέτευσε, και ξαναγύρισε στην γενέτειρά του, τον Άγιο Ανδρέα Κυνουρίας. Συμμετείχε σε συνάντηση αξιωματικών της περιοχής στο Καστρί Κυνουρίας όπου αποφασίστηκε η μετάβαση στονΤαύγετο και η εκεί ανασυγκρότηση της ομάδας Μαντζουράνη καθώς και η οργάνωση και άλλων μονάδων με επικεφαλείς άλλους αξιωματικούς. Απώτερος στόχος ήταν η επιστροφή στον Πάρνωνα, όπου όμως πλέον ο ΕΛΑΣ θα ήταν αρκετά ισχυρός με τα όπλα που είχε πλέον στην κατοχή του.
 Έτσι ο Μαντζουράνης πήγε στο Δύρραχι του Ταϋγέτου όπου υπήρχαν άγγλοι αξιωματικοί και αντάρτικες δυνάμεις της οργάνωσης Ελληνικός Στρατός, στην οποία και εντάχτηκε. Εκεί στις 28 Αύγουστου του 1943 υπογράφτηκε, μετά από συγκρούσεις μεταξύ των δύο οργανώσεων σε διάφορες περιοχές της Πελοποννήσου, σύμφωνο συνεργασίας μεταξύ ΕΛΑΣ-Ε.Σ., το οποίο όμως πρακτικά σήμαινε την υποταγή του δεύτερου στον πρώτο, και δυσαρέστησε μεγάλο μέρος του Ε.Σ

 Ακόμα και μετά την υπογραφή του συμφώνου η κατάσταση δεν βελτιώθηκε ουσιαστικά. Μεταξύ άλλων γεγονότων, οι κομμουνιστές ζητούσαν να επιστρέψει ο Μαντζουράνης στον Πάρνωνα, με το πρόσχημα ότι καταγόταν από εκεί και γνώριζε την περιοχή. Αυτός αρνήθηκε φυσικά επειδή στον Πάρνωνα θα κινδύνευε σοβαρά αφού θα ήταν μόνος με τους ελασίτες. Μετά ζητούσαν να τον περάσουν από λαϊκό δικαστήριο επειδή ήταν συνεργάτης του ταγματάρχη Πέτρου Μαρινάκου τον οποίο οι ίδιοι είχαν εκτελέσει ως προδότη, χωρίς αποδείξεις βέβαια.. Με παρέμβαση του Ταβερναράκη και του Χάρρινγκτον οι κομμουνιστές υποχώρησαν και το θέμα έκλεισε.
 Η κατάσταση στο Δυρράχι παρέμενε ηλεκτρισμένη. Πολλοί αξιωματικοί του Ε.Σ απεχώρησαν απ΄το Δυρράχι, καθώς διαφωνούσαν με το σύμφωνο που υπεγράφη με τον ΕΛΑΣ. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και ο  ανθυπολοχαγός Ιωάννης Κοσιώρης στου οποίου το τμήμα εντάχθηκε ο Μαντζουράνης. Στις 29/09/1943 το τμήμα Ε.Σ του Κοσιώρη απεχώρησε απ΄το Δυρράχι και κινήθηκε προς την Γορτυνία.

 Εντωμεταξύ οι ελασίτες αντιλήφθηκαν ότι υπήρχαν τμήματα του Ε.Σ που δεν ήταν διατεθειμένοι να υποταχθούν στον ΕΛΑΣ. Έτσι κινήθηκαν εναντίον τους. Στα πλαίσια αυτών των κινήσεων έστησαν ενέδρα στο τμήμα του Κοσιώρη στις 17/10/1943 στο χωριό Μεθύδριο, όπου τραυματίστηκε ο Μαντζουράνης και ο ανθυπολοχαγός Μουτζούρης. Ο δεύτερος συνελήφθη απ΄την ΟΠΛΑ μερικές μέρες αργότερα και εκτελέστηκε στις 21 Οκτωβρίου.
 Ο Μαντζουράνης συνελήφθη επίσης, αλλά χάρη στην πλαστή ταυτότητα που διέθετε γλίτωσε τα χειρότερα. Οι ελασίτες τον είχαν υπό κράτηση αλλά κατάφερε να δραπετεύσει και διέφυγε στην Αθήνα. Από εκεί πήγε στην Μέση Ανατολή και εντάχτηκε στον Ιερό Λόχο με τον οποίο έλαβε μέρος σε πολλές επιχειρήσεις, κυρίως στα νησιά του Αιγαίου το 1944-5.
Μεταπολεμικά ανέλαβε την προεδρία του συλλόγου Ριμινιτών-Ιερολοχιτών


 Πηγές:
 "Το χρονικό της εθνικής αντιστάσεως Πελοποννήσου 1941-1945" του Ιωάννη Κοσιώρη
 "Εθνική Αντίστασις 1941-1945" του Κοσμά Αντωνόπουλου

Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2012

Η πρώτη προσπάθεια των αξιωματικών για οργάνωση αντάρτικου στην Κορινθία



Οι αδελφοί Μιλτιάδης και Ντίνος Στεργιόπουλος ήταν ανθυπολοχαγοί που πολέμησαν στον ελληνοϊταλικό πόλεμο και βγήκαν στα βουνά της Κορινθίας τον Ιούνιο του 1943 μαζί με άλλους αξιωματικούς με σκοπό την αντιστασιακή δράση. Σχημάτισαν μία μικρή ομάδα και ήρθαν σε επαφή με τον Ιωάννη Πανουτσόπουλο, γνωστό με το ψευδώνυμο Ζήρειας, στο χωριό Μάτι της Κορινθίας. Ο Ζήρειας είχε εξουσιοδότηση απ’τον ΕΔΕΣ για να οργανώσει αντάρτικο στην περιοχή και να αποκτήσει επαφή με τις εθνικές αντάρτικες ομάδες της νότιας Πελοποννήσου. Στην ομάδα προσχώρησαν και άλλοι αξιωματικοί της περιοχής όπως ο λοχαγός Μαρκόπουλος και ο ίλαρχος Ηλιόπουλος. Επικεφαλής τυπικά και ουσιαστικά ήταν ο Ζήρειας λόγω των σχέσεών του με τον ΕΔΕΣ, αλλά σε καμμία περίπτωση δεν είχε τα απαραίτητα προσόντα για αρχηγός ανταρτών.
  
 Λίγες μέρες μετά, φτάνει στο λημέρι τους ένας εκπρόσωπος του ΕΛΑΣ της Αιγιαλείας, και τους ζήτησε να πάει ο αρχηγός  τους για συνάντηση στο Μάζι όπου έδρευαν οι ελασίτες. Αποφασίστηκε να πάει ο Μιλτιάδης Στεργιόπουλος. Στην έδρα του ΕΛΑΣ βρήκε κρατούμενο έναν σύνδεσμο που είχε αποστείλει η ομάδα του, τον Γιώργο Λυμπερόπουλο. Τον είχαν αποστείλει μερικές μέρες πριν με σκοπό να έρθει σε επαφή με τις εθνικές ομάδες της νότιας Πελοποννήσου. Τον συνέλαβαν όμως οι ελασίτες της Αιγιαλείας, τον χτύπησαν και τον φυλάκισαν. Εκείνος τους είπε ότι είναι σύνδεσμος της ομάδας των αξιωματικών, γι’αυτό και οι ελασίτες επεδίωξαν επαφή μαζί τους.
  
 Ο Στεργιόπουλος επιβεβαίωσε ότι ο Λυμπερόπουλος ήταν δικός τους απεσταλμένος. Οι ελασίτες του ζήτησαν να συγχωνευτούν οι  ομάδες τους, αλλά ο Στεργιόπουλος επιφυλάχτηκε να απαντήσει αν δεν ρωτούσε πρώτα την ηγεσία του, δηλαδή τον Ζήρεια. Σύμφωνα με τον Λυμπερόπουλο, οι ελασίτες σχεδίαζαν να συλλάβουν και τον Στεργιόπουλο. Δεν το αποτόλμησαν όμως διότι στην συγκεκριμένη ομάδα του ΕΛΑΣ υπήρχαν πολλοί απ΄την περιοχή που είχαν υπηρετήσει υπό τις διαταγές του Μιλτιάδη Στεριόπουλου στον ελληνοϊταλικό πόλεμο, τον εκτιμούσαν, και πολύ δύσκολα θα δέχονταν να στραφούν εναντίον του. Ο Στεργιόπουλος γύρισε πίσω στην έδρα της ομάδας του μαζί με τον Λυμπερόπουλο και μετέφερε αυτά που είδε.

 Λίγες μέρες μετά εγκαταστάθηκε κοντά τους, στον Φενεό,  μία ομάδα του ΕΛΑΣ απ’την Αιγιαλεία με επικεφαλή κάποιον Αγησίλαο (Κ.Μανούσος με καταγωγή απ’την Ρούμελη) και ζητούσαν να βρεθούν μαζί τους. Ήταν η πρώτη εμφάνιση του ΕΛΑΣ στην Κορινθία. Ο Ζήρειας και ο Μαρκόπουλος δέχτηκαν να τους συναντήσουν. Πριν πάνε, είχε αποφασιστεί να μην δεχτούν καμμία συγχώνευση παρά μόνο συνεργασία των δύο ομάδων. Δύο μέρες όμως μετά, έφτασε αυτή η ομάδα του ΕΛΑΣ στο Μάτι μαζί με τον Ζήρεια και τον Μαρκόπουλο. Ο Ζήρειας ανακοίνωσε στον Στεργιόπουλο ότι εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ ως στρατιωτικός αρχηγός στην Κορινθία και αποφασίστηκε να γίνει συγχώνευση!! Έκανε δηλαδή ακριβώς το αντίθετο απ’ότι είχε συμφωνηθεί.
Τελικώς, κατόπιν συζητήσεων συμφωνήθηκε να γίνει η συγχώνευση μετά την ρίψη οπλισμού που αναμενόταν στην περιοχή, και την οποία κανόνιζε ο άγγλος ταγματάρχης Τζέιμς που ήταν υπεύθυνος. Η συμφωνία ήταν να εξοπλιστούν εξίσου και οι δύο ομάδες. Ο Μαρκόπουλος ακολούθησε το τμήμα του ΕΛΑΣ ως σύνδεσμος της ομάδας των αξιωματικών. Αντίστοιχα υπήρχε ένας σύνδεσμος του ΕΛΑΣ στην ομάδα των αξιωματικών.

 Πριν γίνουν οι ρίψεις όμως οι ελασίτες συνέλαβαν τόσο τον Ζήρεια και τον Μαρκόπουλο, όσο και τον Ντίνο Στεργιόπουλο μαζί με τους αντάρτες του στο χωριό Γκούρα. Βλέποντας αυτά τα γεγονότα ο Τζέιμς ακύρωσε την ρίψη.
  
 Η πραγματικότητα είναι ότι ο Μαρκόπουλος και ο Ζήρειας σχεδίαζαν να στραφούν κατά του ΕΛΑΣ μετά την ρίψη οπλισμού. Για τον λόγο αυτό έστειλαν κάποιον άνθρωπό τους με το όνομα Χαρλαυτής για να ενημερώσει αναλόγως την υπόλοιπη ομάδα που έδρευε στο ύψωμα Σαϊντά. Ο Χαρλαυτής όμως πιάστηκε από ανθρώπους του ΕΑΜ, που βρήκαν πάνω του ένα σχετικό σημείωμα. Έτσι το σχέδιο των αξιωματικών απέτυχε και οδήγησε στην σύλληψη του Ζήρεια, του Μαρκόπουλου, του Ντίνου Στεριόπουλου και των ανταρτών τους. Οι υπόλοιποι με επικεφαλής τον Μιλτιάδη Στεργιόπουλο κατέφυγαν στον Φαρμακά και εντάχθηκαν στην ομάδα του ταγματάρχη Βαζαίου στην οποία είχε προσχωρήσει και η ομάδα του ενωμοτάρχη Κουβελάκη.
  
 Αργότερα, οι ελασίτες στείλανε τον Ντίνο Στεριόπουλο για να πείσει τον αδελφό του Μιλτιάδη να ενταχθεί στον ΕΛΑΣ. Αλλά τελικά, έμειναν και οι δύο στην ομάδα του Βαζαίου.
  
 Στην συνέχεια, όπως είδαμε εδώ, και η ομάδα του Βαζαίου διαλύθηκε απ’τον ΕΛΑΣ. Ο ίδιος ο Βαζαίος και άλλοι αξιωματικοί, μεταξύ αυτών και οι αδελφοί Στεριόπουλοι εντάχθηκαν επίσης στον ΕΛΑΣ, ελλείψει άλλης επιλογής.

 Kάπως έτσι διαλύθηκε η ομάδα των Στεργιόπουλων απ’τον ΕΛΑΣ. Σίγουρα φέρουν ευθύνη οι Ζήρειας και Μαρκόπουλος που κινήθηκαν επιπόλαια και χωρίς την απαιτούμενη μυστικότητα με αποτέλεσμα να γίνουν αντιληπτοί απ΄τους κομμουνιστές που ήταν πολύ πιο έμπειροι στον συνωμοτισμό.

 Οι υπόγειες μεθοδεύσεις των Μαρκόπουλου και Ζήρεια δεν αθώωνουν σε καμμία περίπτωση τους ελασίτες, οι οποίοι είχαν δείξει εξαρχής τις  προθέσεις τους με την σύλληψη και την κακοποίηση του Λυμπερόπουλου, με την πρόθεσή τους να συλλάβουν τον Στεργιόπουλο, και με την εμμονή τους για συγχώνευση των διαφόρων ομάδων.

Σε επόμενη ανάρτηση θα δούμε για την δράση των αδελφών Στεργιόπουλων και άλλων αξιωματικών της Κορινθίας που εντάχθηκαν, με τον ένα τρόπο ή τον άλλο, στον ΕΛΑΣ.




 Τα στοιχεία για την ανάρτηση προέρχονται απ΄το βιβλίο "Μόνιμοι αξιωματικοί στον ΕΛΑΣ - οικειοθελώς ή εξ΄ανάγκης" του Γιάννη Πριόβολου.

Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2012

Οι αξιωματικοί της Σπάρτης στην Κατοχή



 Απ΄τις αρχές του 1943 είχε οργανωθεί στην Σπάρτη μία μυστική οργάνωση κατώτερων αξιωματικών με σκοπό την αντιστασιακή δράση. Αυτή η τοπική οργάνωση υπαγόταν στον Ελληνικό Στρατό (Ε.Σ) την εθνική αντιστασιακή οργάνωση της Πελοποννήσου. Επικεφαλής των αξιωματικών του Ε.Σ στην Σπάρτη ήταν ο λοχαγός Καραγιαννάκος που κατάφερε να μυήσει στην οργάνωση το σύνολο των κατώτερων αξιωματικών της πόλης.
 Όπως απεδείχθη όμως στην συνέχεια, πρακτικά αρχηγός του Ε.Σ στην Λακωνία ήταν ο ίλαρχος Τηλέμαχος Βρεττάκος. Μόλις μαθεύτηκε τον Ιούλιο του 1943 ότι ο Βρεττάκος ανέβηκε στον Ταϋγετο ως επικεφαλής ομάδας με σκοπό την παραλαβή όπλων απ’τους Συμμάχους διαμέσω αεροποροκών ρίψεων, πολλοί Λάκωνες αξιωματικοί πήγαν εκεί χωρίς καν να ρωτήσουν τον Καραγιαννάκο. Αυτό δείχνει ότι η ηγεσία του Καραγιαννάκου ήταν περισσότερο τυπική παρά ουσιαστική.
 
Παράλληλα, ο Ε.Σ Σπάρτης κατέβαλλε προσπάθειες να συγκροτήσει και πολιτική οργάνωση στην πόλη της Σπάρτης με αρμόδιο τον γιατρό Σακελλαρίδη. Γενικότερα, ο Ε.Σ υστερούσε όσον αφορά την πολιτική οργάνωση, πράγμα που τον έφερνε σε μειονεκτική θέση απέναντι στο σαφώς πιο οργανωμένο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Επειδή όμως η τακτική των κομμουνιστών είχε ήδη αρχίσει να ενοχλεί πολύ κόσμο, δημιουργούνταν εκ των πραγμάτων κάποιες προοπτικές για την πολιτική οργάνωση του Ε.Σ.
Γύρω στο τέλος Ιουλίου του 1943, ο ταγματάρχης Κωστόπουλος διαδέχτηκε τον Καραγιαννάκο στην αρχηγία του Ε.Σ Σπάρτης, στον οποίο εντάχθηκε και ο ταγματάρχης Δεμέστιχας. Λίγες μέρες μετά, ο γιατρός Σακελλαρίδης μαζί με αρκετούς άοπλους οπαδούς του Ε.Σ, ανεβαίνουν στον Ταύγετο στο δάσος της Βασιλικής όπου ήταν ήδη ο ίλαρχος Βρεττάκος και αναμένονταν συμμαχικές ρίψεις για τον περαιτέρω εξοπλισμό των ανταρτών της οργάνωσης. Πολλοί απ’αυτούς που ανέβηκαν ήταν άοπλοι, ενώ ακόμα και οι ένοπλοι δεν ήταν επαρκώς εξοπλισμένοι.
  Όμως, όχι μόνο δεν έγιναν ρίψεις, αλλά το τμήμα του Ε.Σ δέχθηκε στις 13/08/1943 αιφνιδιαστική επίθεση απ‘τον ΕΛΑΣ και διαλύθηκε. Εκεί σκοτώθηκε ο γιατρός Σακελλαρίδης και άλλοι.
  
 Τα γεγονότα της Βασιλικής γρήγορα μαθεύτηκαν στην Σπάρτη και ανησύχησαν τους αξιωματικούς. Τότε ο Κωστόπουλος ήρθε σε επαφή με εκπροσώπους του ΕΑΜ. Αυτοί απαίτησαν να διαλυθεί ο Ε.Σ και οι αξιωματικοί να ενταχθούν στον ΕΛΑΣ.
 Κατόπιν συνεννόησης μεταξύ των αξιωματικών, αποφασίστηκε ομοφώνως με την προτροπή του Κωστόπουλου να ενταχθούν όλοι στον ΕΛΑΣ. Όντως γύρω στα μέσα Σεπτεμβρίου 1943, μετά την ιταλική συνθηκολόγηση, οι αξιωματικοί της Σπάρτης (συνολικά 19 άτομα) ανέβηκαν στον Πάρνωνα όπου ήταν η διοίκηση του 8ου συντάγματος του ΕΛΑΣ. Εντάχθηκαν στον ΕΛΑΣ όλοι πλην του Κωστόπουλου! Οι ελασίτες δεν τον ήθελαν στις τάξεις τους για λόγους που δεν έχουν ξεκαθαριστεί, και τον έδιωξαν.

  Τον Οκτώβριο του ’43 ο ΕΛΑΣ διέλυσε το τμήμα Ε.Σ του Βρεττάκου στην Παληοχώρα και εκτέλεσε τον τελευταίο. Λίγο αργότερα ξεκίνησε -σαν λογική αντίδραση προς τις μεθόδους των ελασιτών- η συγκρότηση των Ταγμάτων Ασφαλείας στην Λακωνία, όπου πρωτοστάτησε ο αδελφός του Τηλέμαχου Βρεττάκου, ο Λεωνίδας.
  Τότε κάποιοι αξιωματικοί απ'αυτούς που είχαν ενταχθεί στον ΕΛΑΣ, προσχώρησαν στα νεοσύστατα τάγματα. Οι πιο εντυπωσιακές περιπτώσεις ήταν αυτές των ταγματαρχών Κωστόπουλου και Δεμέστιχα.

 Μετά την μη-αποδοχή του απ'τον ΕΛΑΣ ο ταγματάρχης Κωστόπουλος γύρισε στο χωριό του. Οι απειλές όμως των κομμουνιστών εναντίον του τον ώθησαν να ενταχθεί στα Τάγματα Ασφαλείας. Ανέλαβε ηγετική θέση στο τάγμα της Σπάρτης ως στρατιωτικός σύμβουλος και διοικητής αμύνης Μυστρά. Αργότερα διετέλεσε για λίγο καιρό διοικητής του Συντάγματος Ασφαλείας (τάγματα Σπάρτης και Γυθείου) της Λακωνίας. 
 Δηλαδή, αυτός που πρωτοστάτησε στην ένταξη των αξιωματικών του Ε.Σ Σπάρτης στον ΕΛΑΣ, δεν έγινε δεκτός στον ΕΛΑΣ και λίγο αργότερα εντάχθηκε στα Τάγματα Ασφαλείας και μάλιστα ως επικεφαλής!
  
 Ο ταγματάρχης Δεμέστιχας εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ ως διοικητής τάγματος. Τον Νοέμβριο του 1943 τον επισκέφτηκε η γυναίκα του στο βουνό και τον έπεισε να φύγει απ’το αντάρτικο. Τότε προφασίστηκε βαρειά ασθένεια και πήρε ολιγοήμερη αναρρωτική άδεια. Κατέβηκε στην Σπάρτη και δεν ξαναγύρισε στον ΕΛΑΣ. Ετοιμαζόταν να φύγει για την Μέση Ανατολή, αλλά τελικά πείστηκε να ενταχθεί στο Σύνταγμα Ασφαλείας Σπάρτης. Αργότερα διετέλεσε και διοικητής του, μετά τον Κωστόπουλο. Συνελλήφθη προσωρινά απ’τους Γερμανούς με την κατηγορία ότι είχε έρθει σε συνεννόηση με τους αντάρτες και ότι ήταν αγγλόφιλος, αλλά αφέθηκε ελεύθερος και ανέλαβε την διοίκηση του τάγματος Γυθείου.
  
 Το παράδειγμα της Σπάρτης είναι μία ακόμη απόδειξη ότι είναι γελοίο να χαρακτηρίζονται απ'τους αριστερούς ως προδότες αυτοί που υπηρέτησαν στα Τάγματα Ασφαλείας. 
 Σύμφωνα με την αριστερή λογική, π.χ ο ταγματάρχης Δεμέστιχας ήταν προδότης όσο ήταν στον Ε.Σ (οι κομμουνιστές την χαρακτήριζαν προδοτική οργάνωση), μετά έγινε πατριώτης (αφού πήγε στον ΕΛΑΣ) και μετά ξανάγινε προδότης (πηγαίνοντας στα Τ.Α)!!!
 Αστεία λογική που δεν στέκει με τίποτα.
 Η ιστορική πραγματικότητα είναι πάντα πιο πολύπλοκη όπως κατέδειξαν τα προαναφερθέντα παραδείγματα.




 Πηγές:
 "Μόνιμοι αξιωματικοί στον ΕΛΑΣ - οικειοθελώς ή εξ'ανάγκης" του Γιάννη Πριόβολου
 "Εθνική Αντίστασις 1941-1945" του Κοσμά Αντωνόπουλου

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2012

Η αρχή της εθνικής αντίστασης στην Αχαϊα

 Όπως στις περισσότερες περιοχές της Πελοποννήσου, έτσι και στην Αχαϊα το ξεκίνημα του αντάρτικου παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η τάση του ΕΛΑΣ να μονοπωλήσει την αντίσταση είναι εξόφθαλμη.
  
 Ο πρώτος αντιστασιακός στην Αχαϊα ήταν ο αγρότης Δημήτρης Γιαννόπουλος απ'το χωριό Μποτιά, γνωστός και ως καπετάν-Γιάννος. Βγήκε στο βουνό τέλη του '42 και ως τον Μάιο του 1943 είχε οργανώσει μία ομάδα 30 ανδρών στην περιοχή των Καλαβρύτων. Ήρθε σε επαφή με τον Άγγλο αξιωματικό Άντονι που είχε πέσει με αλεξίπτωτο στην περιοχή.
 Αρχές Ιουνίου του '43, με την μεσολάβηση του Άντονι, έρχεται σε επαφή με τον νεοσύστατο ΕΛΑΣ Αχαϊας του οποίου τότε αρχηγός ήταν ο σμήναρχος Μίχος. Ο Μίχος του ζητάει να εντάξει την ομάδα του στον ΕΛΑΣ, και μετά από συζητήσεις ο Γιαννόπουλος συμφωνεί υπό τον όρο ότι αυτός και οι άντρες του θα φοράνε στα πηλίκιά τους το στέμμα. Ο Μίχος, μετριοπαθής και φυσικά μη-κομμουνιστής, το δέχτηκε. Έτσι ο Γιαννόπουλος και οι άντρες του εντάχθηκαν στον ΕΛΑΣ.
 Στα μέσα του Ιουνίου καταφθάνει στην περιοχή οργανωμένη δύναμη του ΕΛΑΣ απ'την Στερεά Ελλάδα με κομμουνιστές επικεφαλείς (Ωρίων, Πελοπίδας κτλ) με σκοπό να αναδιοργανώσουν τον ΕΛΑΣ Πελοποννήσου. Δεν είναι πρόθυμοι να αποδεχτούν την ύπαρξη βασιλικών συμβόλων στις μονάδες του ΕΛΑΣ, επικρίνουν τον  Μίχο για την μετριοπάθειά του και αφοπλίζουν βίαια τους άντρες του καπετάν-Γιάννου. Τους περνάνε ανταρτοδικείο, τους καταδικάζουν σε θάνατο με αναστολή, και τους αφήνουν ελεύθερους.
 Ο καπετάν-Γιάννος γυρνάει στο χωριό του και επιχειρεί να επανασυστήσει την αντάρτικη ομάδα του χωρίς επιτυχία. Ο ΕΛΑΣ επιχειρεί να τον συλλάβει, αλλά αυτός διαφεύγει στην Πάτρα και από κει στην Αθήνα, όπου συλλαμβάνεται απ'τους Γερμανούς και εκτελείται στο Χαϊδάρι τον Φεβρουάριο το 1944.

 Την ίδια περίοδο, ο ΕΛΑΣ είχε διαλύσει βίαια την αντάρτικη ομάδα (25 ανδρών) του ανθυπασπιστή Νηγιάννη που έφερε την επωνυμία "Μωριάς" στην τοποθεσία Πιπίτσα, κοντά στο Αίγιο. Πολλοί άντρες του "Μωρια" εντάσσονται στην αντάρτικη ομάδα του λοχαγού Σεβαστάκη. Ο ΕΛΑΣ απειλεί και τον Σεβαστάκη ο οποίος βλέποντας ότι δεν έχει την στρατιωτική δυνατότητα να ανταπεξέλθει σε πιθανή σύρραξη, αποφασίζει την αυτοδιάλυση του τμήματός του τον Ιούλιο του '43. Οι ομάδες των Νηγιάννη και Σεβαστάκη εκτός από ολιγομελείς ήταν κα πλημμελώς εξοπλισμένες, άρα αποτέλεσαν εύκολο στόχο για τον ΕΛΑΣ.

 Παράλληλα με τα γεγονότα αυτά, στην Πάτρα είχε συγκροτηθεί επιτροπή του ΕΔΕΣ με σκοπό την ανάπτυξη της οργάνωσης στην Αχαϊα. Αποφασίστηκε η ανάθεση της ηγεσίας του ενόπλου τμήματος στον υπολοχαγό Χρήστο Δροσόπουλο και είχε βρεθεί ικανοποιητική ποσότητα οπλισμού και υλικού.
 Γνωρίζοντας όμως για την διάλυση των τμημάτων Νηγιάννη και Σεβαστάκη απ'τον ΕΛΑΣ, οι εδεσίτες ήρθαν σε επαφή με τους κομμουνιστές και υπέγραψαν από κοινού σύμφωνο συνεργασίας στις 16/08/1943. Για λογαριασμό του ΕΔΕΣ υπέγραψαν οι Ανδ.Μουτούσης και Βασιλάκης και για τον ΕΑΜ/ΕΛΑΣ οι Πισκοτάκης και Αγγελάτος.
 Με την υπογραφή του συμφώνου ξεκινάει  και η δράση του τμήματος ΕΔΕΣ του Δροσόπουλου με έδρα το Καστρίτσι. Σε μικρό χρονικό διάστημα, ως τις 20/08/1943, το τμήμα του Δροσόπουλου φτάνει τους 80 άνδρες. Εκτός απ'τον Δροσόπουλο, επικεφαλείς ήταν οι αξιωματικοί Μουτούσης, Νηγιάννης, Καρπόζηλος, Γεωργούλης και Σκαρτσίλας.
 Στις 12/09/1943 σημειώνει την πρώτη αντιστασιακή επιτυχία της καθώς με την καθοδήγηση του Μουτούση αφοπλίζει ιταλικό φυλάκιο στον Ψαθόπυργο και παίρνει όπλα και εφόδια. Έτσι οι προοπτικές ανάπτυξης του ΕΔΕΣ στην Αχαϊα υπό τον Δροσόπουλο φαίνονται ευνοϊκές.
 Το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου γίνεται η πρώτη αψιμαχία μεταξύ ΕΛΑΣ-ΕΔΕΣ στην Αχαία. Ο κομμουνιστής Σκαλτσάς σε ομιλία του στο Καστρίτσι στρέφεται εναντίον όλων όσων δεν είναι στο ΕΑΜ. Ο ανθυπασπιστής Νηγιάννης, που έχει προηγούμενα με τον ΕΛΑΣ λόγω της διάλυσης της ομάδας "Μωριάς" της οποίας ηγείτο, εξανίσταται, τον συλλαμβάνει και τον παρουσιάζει στον Δροσόπουλο, ο οποίος όμως τον αφήνει ελεύθερο. Αργότερα ο Νηγιάννης τον ξανασυλλαμβάνει, αλλά ο Δροσόπουλος τον ξαναφήνει ελεύθερο.
 Στις 14 Σεπτεμβρίου φτάνουν πληροφορίες στον Δροσόπουλο ότι μαζεύονται δυνάμεις του ΕΛΑΣ στην περιοχή με σκοπό να τους χτυπήσουν, αλλά αυτός δεν δίνει την πρέπουσα σημασία. Αντ'αυτού δίνει εντολή στον Μουτούση να χτυπήσει το γερμανικό φυλάκιο στο κοντινό χωριό Λαμπίρη, και στον Σκαρτσίλα να μεταβεί στην Πάτρα για παραλαβή οπλισμού.
 Η επίθεση του ΕΛΑΣ έγινε το πρωί της 16ης Σεπτεμβρίου. Το στρατηγείο του Δροσόπουλου είχε κυκλωθεί, όπως και οι ομάδες του Μουτούση και του Σκαρτσίλα που είχαν σταλεί στις αποστολές τους. Στην επίθεση πρωτοστάτησαν το τάγμα Αιγιαλείας και το τάγμα Καλαβρύτων του 12ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ που είχαν μεταβεί για το σκοπό αυτό στην περιοχή. Στην μάχη σκοτώνονται δύο ελασίτες.
 Η δύναμη του ΕΔΕΣ όμως, αριθμητικά μικρότερη και κυκλωμένη, δεν μπορεί να αντέξει και παραδίδεται. Οι κομμουνιστές τους συλλαμβάνουν, αφήνουν τους οπλίτες ελεύθερους και κρατάνε τους αξιωματικούς, πλην του Καρπόζηλου που προφανώς διέφυγε, που τους περνάνε από λαϊκό δικαστήριο με την κατηγορία -φυσικά- της προδοσίας..
 Στις 22/09/1943 εκτελούνται οι Δροσόπουλος-Νηγιάννης-Σκαρτσίλας, ενώ ο Μουτούσης και ο Γεωργούλης παραμένουν σαν αιχμάλωτοι του ΕΛΑΣ...

  Αυτό ήταν το τέλος της ομάδας ΕΔΕΣ του Δροσόπουλου που ήταν η πιο σοβαρή προσπάθεια εθνικής αντίστασης στην Αχαία. Από τότε ο ΕΛΑΣ κυριάρχησε στην περιοχή με τον ίδιο τρόπο που είχε κυριαρχήσει στην Αργολιδοκορινθία όπως είδαμε εδώ. Η προφανής δικαιολογία των κομμουνιστών ήταν ότι διέλυσαν την ομάδα Δροσόπουλου λόγω του επεισοδίου με τον Σκαλτσά, και λόγω του αφοπλισμού ενός ελασίτη αντάρτη που συνέβη εκείνες τις μέρες.
 Η προηγούμενη όμως διάλυση των ομάδων Νηγιάννη και Σεβαστάκη στην περιοχή, η άμεση μετακίνηση των ταγμάτων του ΕΛΑΣ απ΄την Αιγιαλεία και τα Καλάβρυτα και φυσικά η παράλληλη επιθετικότητα που έδειξε ο ΕΛΑΣ απέναντι σε όλες τις άλλες αντάρτικες ομάδες σε όλη την Ελλάδα απ'τα μέσα του 1943 και μετά, δείχνουν ότι περιστατικά όπως αυτό του Σκαλτσά ήταν απλά αφορμές και τίποτα περισσότερο. Ο πραγματικός λόγος ήταν η πρόθεση μονοπώλησης της αντίστασης εκ μέρους του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ με απώτερο σκοπό την κατάληψη της εξουσίας.
 Επίσης, πέραν της διάλυσης του τμήματος, με κανέναν τρόπο δεν δικαιολογείται η εκτέλεση των τριών αιχμαλώτων αξιωματικών Δροσόπουλου, Νηγιάννη, Σκαρτσίλα. Πόσο μάλλον από την στιγμή που μόλις έναν μήνα πριν είχε υπογραφεί σύμφωνο συνεργασίας και ο Δροσόπουλος γενικότερα είχε επιδείξει μία ιδιαίτερα μετριοπαθή στάση.



 Βιβλιογραφία:
 - Ιστορία των δραματικών γεγονότων Πελοποννήσου 1943-49 Α' τόμος, του Κώστα Καραλή
 - Εθνική Αντίστασις 1941-45 Β' τόμος, του Κοσμά Αντωνόπουλου

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012

Η ομαδική σφαγή στο Μελιγαλά

Γράφει ο Γιάννης-2
Η κωμόπολη του Μελιγαλά, κτισμένη σ’ένα ύψωμα της άνω Μεσσηνίας, στο σταυροδρόμι των διαβάσεων Καλαμάτα-Πύργος, Καλαμάτα-Τρίπολη, και Κυπαρισσία-Τρίπολη, αλλά και σε ίση απόσταση από τα βουνά της Ιθώμης, του Ταϋγέτου και της ορεινής Ολυμπίας, είχε μεγάλη στρατηγική αξία στην Κατοχή. Γιά μιά περίοδο, οι σύμμαχοι ήθελαν να πείσουν τους Γερμανούς ότι οι κόλποι της Καλαμάτας και της Κυπαρισσίας ήταν πιθανοί προορισμοί απόβασης στα Βαλκάνια, ώστε να προωθήσουν τις δυνάμεις τους νοτιότερα στα Βαλκάνια. Από τον Μάϊο του 1941, οι Ιταλοί είχαν εγκαταστήσει στον Μελιγαλά πλήρη λόχο, και οι Γερμανοί μικρό απόσπασμα με πυροβόλα και ασυρμάτους. Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, η Γερμανική φρουρά αυξήθηκε σημαντικά σε άνδρες (70-80) αλλά κυρίως σε βαριά όπλα που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από νεοφερμένες δυνάμεις, και διοικείτο από ταγματάρχη που γνώριζε την Ελληνική γλώσσα.
Ο Παναγιώτης Στούπας
Ένας από τους πρωταγωνιστές στα γεγονότα της Μεσσηνίας το 1943-44 ήταν ο ταγματάρχης Παναγιώτης Στούπας. Γεννηθείς το 1894 στο χωριό Λεύκη κοντά στους Γαργαλιάνους, είχε καταταγεί στο στρατό το 1914 να υπηρετήσει τη θητεία του, αλλά στη συνέχεια μονιμοποιήθηκε και το 1916 έλαβε τον βαθμό του ανθυπολοχαγού. Έλαβε μέρος στον πόλεμο της Μικράς Ασίας, και τραυματίστηκε τρεις φορές. Αποστρατεύθηκε το 1923 με τον βαθμό του υπολοχαγού ως βασιλόφρονας, αλλά πήρε τους βαθμούς του λοχαγού (1925) και του ταγματάρχη (1935) ως έφεδρος. Ως απόστρατος ζούσε στην Ξάνθη, και ησχολείτο με το εμπόριο ξυλείας. Έλαβε μέρος στον πόλεμο του ’40 ως εθελοντής, υπό τον μετέπειτα αρχηγό των ΤΑ στη νότια Πελοπόννησο, τον συνταγματάρχη Παπαδόγκωνα, διοικητή της Μεραρχίας Κρητών στην Ήπειρο που κατέλαβε την Τρεμπεσίνα.
 Η συνέχεια εδώ