Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσολάκογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσολάκογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 2 Ιουνίου 2013

Πόσο δoσίλογος ήταν τελικά ο Τσολάκογλου;



Γραμμή Μεταξά 6 Απριλίου 1941. Στις 05:15 τα γερμανικά στρατεύματα αρχίζουν να σφυροκοπούν την αμυντική γραμμή- η επιχείρηση «Μαρίτα» έχει ξεκινήσει. Οι Έλληνες αντιστέκονται επί τρεις ημέρες. Στις 9 Απριλίου οι Γερμανοί μπαίνουν στη Θεσσαλονίκη. Κάπως έτσι ξεκινούσε 71 χρόνια πριν η σκοτεινή για την Ελλάδα περίοδος της τριπλής Κατοχής.
Το πρωί της 10ης Απριλίου οι γερμανικές δυνάμεις παρατάσσονται μπροστά στο οχυρό Παληουριώνες. Δεν πρόκειται για παράταξη μάχης αλλά για απόδοση τιμών. Σε ποιους; Στους «ηττημένους» Έλληνες.
Ο Έλληνας διοικητής του οχυρού Ταγματάρχης Χατζηγεωργίου καλείται να επιθεωρήσει τις γερμανικές δυνάμεις και η γερμανική σημαία υψώνεται μόνο όταν έχει φύγει και ο τελευταίος Έλληνας στρατιώτης. Το ίδιο θα συμβεί στα οχυρά Ρούπελ, Λίσσε, Περιθώρι, Εχίνος, Νυμφαία, Ιστίμπεη και Κελκαγιά. Η φρουρά του στηρίγματος Ρουπέσκο συνεχίζει να πολεμάει μόνη της και το βράδυ διαφεύγει ανάμεσα από τους Γερμανούς, αθέατη!
Οι Γερμανοί επιτρέπουν στους αξιωματικούς του ελληνικού στρατού να μην παραδώσουν τα ξίφη τους και οι στρατιώτες αφήνονται ελεύθεροι. Συνολικός απολογισμός; Οι Γερμανοί χάνουν 555 νεκρούς, 2134 τραυματίες και 170 αγνοούμενους. Οι Έλληνες έχουν 1000 νεκρούς και τραυματίες μαζί.
Στις 13 Απριλίου οι ελληνικές δυνάμεις υποχωρούν από τα αλβανικά εδάφη προς το εσωτερικό της Ελλάδας. Πέντε μέρες αργότερα ξεσπάει η μάχη μεταξύ αρκετών ελληνικών μονάδων και της ταξιαρχίας των SS «Adolf Hitler», στην περιοχή των Γρεβενών.

Διοικητής των ελληνικών δυνάμεων στην Αλβανία είναι ο στρατηγός ο Γεώργιος Τσολάκογλου. Συνειδητοποιώντας την απελπιστική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η ελληνική άμυνα, προσφέρεται να παραδώσει το στρατό του, ο οποίος αποτελείται από δεκατέσσερις μεραρχίες.
Έκτοτε το όνομα του θα γίνει ταυτόσημο με τον δοσιλογισμό καθώς ο στρατηγός στις 29 Απριλίου θα ορκιστεί πρωθυπουργός της κατεχόμενης Ελλάδας. Ωστόσο πόσο αληθής είναι ο ισχυρισμός ότι ο Τσολάκογλου ήταν δωσίλογος;
Σε ότι αφορά την παράδοση του Στρατού, ο ιστορικός του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου Τζον Κήγκαν (John Keegan) γράφει ότι ο Τσολάκογλου «ήταν τόσο αποφασισμένος […] να αρνηθεί στους Ιταλούς την ικανοποίηση μίας νίκης που δεν κέρδισαν ώστε […] ξεκίνησε συζητήσεις, χωρίς να έχει τέτοια διαταγή, με τον διοικητή της γερμανικής μεραρχίας των SS, Ζεπ Ντίντριχ (Sepp Dietrich), ώστε να κανονίσει η παράδοση να γίνει μόνο στους Γερμανούς».
Υπό τις αυστηρές διαταγές του Χίτλερ οι διαπραγματεύσεις παρέμειναν κρυφές από τους Ιταλούς και η παράδοση έγινε δεκτή. Μάλιστα ο Μουσολίνι εξοργίστηκε τόσο που διέταξε αντεπιθέσεις εναντίον των ελληνικών δυνάμεων, οι οποίες αποκρούστηκαν. Χρειάστηκε προσωπική παρέμβαση του Μουσολίνι προς τον Χίτλερ ώστε να επιτευχθεί μία ανακωχή στην οποία περιλαμβανόταν και η Ιταλία στις 23 Απριλίου 1941.
Επιπλέον, το βιβλίο «Οι Γερμανικές Εκστρατείες στα Βαλκάνια (Άνοιξη 1941)» το οποίο απηχεί τις γερμανικές απόψεις και στηρίζεται στα γερμανικά έγγραφα, αναφέρει για την παράδοση του ελληνικού στρατού:
«Ο Έλληνας Διοικητής, αντιλαμβανόμενος την απελπιστική κατάσταση, πρότεινε την παράδοση της ελληνικής Στρατιάς που αριθμούσε δεκατέσσερις Μεραρχίες. Μετά από σύντομες διαπραγματεύσεις, οι οποίες σύμφωνα με αυστηρές εντολές του Χίτλερ κρατήθηκαν μυστικές από τους Ιταλούς, η παράδοση έγινε δεκτή με τιμητικούς όρους για τους ηττημένους. Σε αναγνώριση της ανδρείας με την οποία οι Έλληνες στρατιώτες είχαν πολεμήσει, επι-τράπηκε στους Αξιωματικούς να κρατήσουν τα περίστροφα τους, ενώ τους οπλίτες δεν τους μεταχειρίστηκαν σαν αιχμαλώτους πολέμου και τους άφησαν να επιστρέψουν στα σπίτια τους μετά την αποστράτευση των Μονάδων τους.
Για λόγους γοήτρου, ο Μουσσολίνι επέμεινε η παράδοση των Ελλήνων να γίνει εκτός των Γερμανών και προς τους Ιταλούς. Οι εχθροπραξίες μεταξύ Ελλήνων και Ιταλών συνεχίστηκαν για δυο ακόμη ημέρες και στις 23 Απριλίου, ο Έλληνας Διοικητής υπέγραψε νέα συνθήκη παραδόσεως η οποία συμπεριλάμβανε και τους Ιταλούς.»

Παραβίασε τις εντολές ή έσωσε τον στρατό;
Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε, ότι μπορεί ο Τσολάκογλου να παραβίασε τις εντολές του Παπάγου ωστόσο από ιστορικής πλευρά θα ήταν εξαιρετικά βεβιασμένο να του αποδοθεί ο όρος «δωσίλογος» καθώς πρέπει να ληφθούν υπόψιν κάποια ιστορικά δεδομένα.
Το πρώτο και θεμελιώδες είναι ότι ο ελληνικός στρατός ήταν ένα νικηφόρος στρατός στα βουνά της Αλβανίας. Την τιμή αυτού του στρατεύματος κλήθηκε να σώσει ο Τσολάκογλου, τη στιγμή μάλιστα που η πολιτική ηγεσία αναχωρούσε για την Κρήτη και από εκεί για την Αίγυπτο.
Επιπλέον όπως προκύπτει από την ιστορική έρευνα ο Τσολάκογλου δεν κινήθηκε αυτοβούλως άλλα είχε έρθει σε συνεννόηση με τον διοικητή του Α΄ Σώματος Στρατού, αντιστράτηγο Παναγιώτη Δεμέστιχα και του Β΄ Σώματος, αντιστράτηγο Γεώργιο Μπάκο πριν προχωρήσει στη συνθηκολόγηση.
Η κίνηση αυτή όσο και αν πληγώνει το γόητρο του «αήττητου στρατού» εντούτοις, λειτούργησε με τρόπο σωτήριο για τους 300.000 απλούς στρατιώτες οι οποίοι μπόρεσαν να επιστρέψουν στα σπίτια τους και όχι να συλληφθούν ως αιχμάλωτοι πολέμου καταλήγωντας πιθανώς στο εξωτερικό.
Μετά την πτώση της Κρήτης ο βασιλιάς Γεώργιος Β' και η κυβέρνηση έφυγαν για τη Μέση Ανατολή προκειμένου να «συνεχίσουν τον αγώνα». Η κίνηση αυτή βρίθει συμβολισμών καθώς έδινε το στίγμα ότι το έθνος παραμένει «εμπόλεμο» και δεν συνθηκολογεί με τον αντίπαλο. Ωστόσο εγκαταλείποντας την Ελλάδα η ηγεσία άφηνε πίσω της ένα λαό, ο οποίος καλούταν να επιβιώσει σε πολύ δύσκολες συνθήκες.

Ο πολιτικός κόσμος στήριξε την κυβέρνηση Τσολάκογλου
Την ίδια ώρα ο παλαιός πολιτικός κόσμος με ελάχιστες εξαιρέσεις δεν δυσαρεστήθηκε καθόλου με το σχηματισμό της κυβέρνησης Τσολάκογλου την οποία αντιλαμβανόταν ως «κυβέρνηση εθνικής ανάγκης» (Ελεύθερον Βήμα 08/05/1941). Σημειώνεται ενδεικτικά ότι στην συνάντηση που έγινε υπο τον Τσολάκογλου πήραν μερος οι Παπανδρεου, Κανελλόπουλος, Τσαλδαρης, Στεφανοπουλος, Οθωναιος καθώς και ο αριστερός αγροτιστής Σοφιανοπουλος.
Ο ιστορικός Προκόπης Παπαστράτης σημειώνει πως «το βασικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει αυτή η πολιτική ηγεσία σε όλη τη διάρκεια της κατοχής είναι πως θα επανέλθει στο πολιτικό προσκήνιο μετά την απελευθέρωση….Έτσι η αστική πολιτική ηγεσία απέχει συνειδητά σε όλη τη διάρκεια της περιόδου αυτής από δραστηριότητες που θα την εξέθεταν στις αρχές κατοχής και μετατρέπεται σε ουδέτερο παρατηρητή. Αυτή η στάση δεν ήταν τυχαία. Η συμπεριφορά του «πολιτικού κόσμου» αντανακλούσε τη στάση μιας ολόκληρης κοινωνικής τάξης».
Στις 29 Απριλίου του 1941 ο Τσολάκογλου, ορκίσθηκε από μόνος του στα Παλαιά Ανάκτορα χωρίς την παρουσία του Αρχιεπισκόπου Χρύσανθου, που είχε αρνηθεί να τον ορκίσει, με το επιχείρημα ότι είχε ήδη ορκίσει εθνική κυβέρνηση.
Ο Τσολάκογλου παρέμεινε στη θέση του πρωθυπουργού ως τις 2 Δεκεμβρίου του 1942. Της παραίτησής του είχε προηγηθεί έντονη πίεση από τους πολιτικούς ηγέτες, μεταξύ αυτών οι Καφαντάρης, Σοφούλης, Γονατάς, Μάξιμος και Πάγκαλος. Επιπλέον είχαν προηγηθεί δύο αποτυχημένες διαπραγματεύσεις με τους Γερμανούς και τους Ιταλούς τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του 1942 με θέμα τα δημοσιονομικά.
Κατά την πρωθυπουργία του, προσπάθησε να διατηρήσει τη δραχμή ως κατοχικό νόμισμα, ωστόσο η δέσμευσή του από τους Ναζί οδήγησε σε αλλεπάλληλες υποτιμήσεις, αύξηση των τιμών και πείνα. Για την κατάσταση εκείνη οι Γερμανοί επέρριπταν τις ευθύνες στις Ιταλικές αρχές οι οποίες πράγματι δεν έκαναν τίποτε για να προλάβουν τις οικονομικές εξελίξεις.
«Ευρέθην αντιμέτωπος ιστορικού διλήμματος...»
Ο ίδιος ο Τσολάκογλου δε φαίνεται να μετάνιωσε για τις κινήσεις του τον Απρίλιο του '41. Στα απομνημονεύματα του γράφει μεταξύ άλλων πως «Ευρέθην αντιμέτωπος ιστορικού διλήμματος : Ή ν' αφήσω να συνεχισθή ο αγών και να γίνη ολοκαύτωμα, ή υπείκων εις τας παρακλήσεις όλων των ηγητόρων του στρατού ν' αναλάβω την πρωτοβουλίαν της συνθηκολογήσεως... "Τολμήσας" δεν υπελόγισα ευθύνας... Μέχρι σήμερον δεν μετενόησα δια το τόλμημά μου. Τουναντίον αισθάνομαι υπερηφάνειαν.»
Δοσίλογος ή κάποιος που κλήθηκε να πάρει στις πλάτες του την τύχη ενός λαού όταν εγκαταλείφθηκε στη μοίρα του; Η ιστορική επιστήμη μπορεί ενδεχομένως να δικαιώσει τον Γεώργιο Τσολάκογλου, ωστόσο στην ιστορική μνήμη του λαού το όνομα του στρατηγού έγινε συνώνυμο της συνεργασίας με τις δυνάμεις του Άξονα. Πολλοί υποστηρίζουν πως έπρεπε να ακολουθήσει το παράδειγμα του πρωθυπουργού Αλέξανδρου Κορυζή ο οποίος λίγο πριν την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα αυτοκτόνησε προκειμένου να μην παραδόσει τη χώρα. Ο Τσολάκογλου αντίθετα αντέτεινε πως «παρέδωσε το κράτος ελληνικό». Τα συμπεράσματα δικά σας...

Τετάρτη 15 Μαΐου 2013

Νέα στοιχεία για τον Γεώργιο Τσολάκογλου


Τα ιστορικά γεγονότα καταγράφουν οι νικητές και οι ισχυροί, αλλά η αλήθεια πολλές φορές μένει αδιευκρίνιστη και καταδικάζει ως προδότες κάποιους αμείλικτα
Το κείμενο αυτό δεν είναι αυτοτελές. Αν θελήσει κανείς να το διαβάσει πρέπει να διαβάσει προηγουμένως τα δύο άρθρα που δημοσιεύθηκαν  http://www.xronos.gr/detail.php?ID=79974 και http://www.xronos.gr/detail.php?ID=80883. Για να έχει πλήρη εικόνα.
Η ιστορική επιστήμη ερευνά και εξιστορεί την σειρά των γεγονότων με ακρίβεια και αντικειμενικότητα. Ο επιστήμων ιστορικός δεν πρέπει να επηρεάζεται από προσωπικά αισθήματα. Υπάρχουν όμως, γεγονότα τα οποία ακόμα μένουν αδιευκρίνιστα. Τα αισθήματα και τα κίνητρα των ανθρώπων που έλαβαν ενεργό μέρος σ’ αυτά δεν μας αποκαλύφθηκαν. Το μυστικό τους το πήραν στον τάφο. 
Η ερασιτεχνική μου ιστορική έρευνα στοχεύει να ανακαλύψει αυτά τα μυστικά. Τα φαινόμενα πολλές φορές απατούν. Περιβάλλουμε με φωτοστέφανο ήρωος τον αγωνιστή, ενώ κατατάσσουμε μεταξύ των δοσιλόγων αυτόν που προσποιούμενος τον συνεργάτη, αγωνίσθηκε μέσα από την φωλιά του θηρίου. Ο πρώτος ήταν περήφανος και τιμημένος, είχε την δυνατότητα να διαφύγει. Ο «δοσίλογος» ζούσε περιφρονημένος και ντροπιασμένος. Αν ανακάλυπτε ο εχθρός την δράση του δεν υπήρχε διαφυγή. Αν επιζούσε τον περίμενε ατίμωση και ίσως θάνατος από αυτούς για τους οποίους αγωνίσθηκε. Ο διερμηνέας της Γκεστάπο Κίμων Τριανταφυλλίδης και άλλοι υπήρξαν τα θύματα αυτής της παρεξήγησης.
Η οικογένεια του Γεωργίου Τσολάκογλου έχει να επιδείξει ακόμη έναν «δοσίλογο». Ο πρόγονός του Δημήτρης Τσολάκογλου ήταν την προεπαναστατική εποχή προεστός στα Άγραφα. Παρίστανε τον Τουρκόφιλο. Έκανε φιλέματα και μπαξίσια στους πασάδες. Φιλοξένησε στο κονάκι του τον Αλή Πασά επί τρεις μέρες. Τον κατηγορούσαν κι έγραφαν εναντίον του. Στην πραγματικότητα ήταν οργανωμένος στη Φιλική Εταιρεία. Οργάνωσε ομάδα κλεφτών και διέθεσε την περιουσία του για όπλα, μπαρούτι, μολύβι κ.ά. Μετά την έκρηξη της επανάστασης του 1821 η δράση του φανερώθηκε και μετά από καταδίωξη κατόρθωσε να τον κυκλώσει και να τον συλλάβει ο Χουρσίτ Δράμαλης πασάς και να τον κρεμάσει την 8-7-1822, μαζί με τους δύο γιούς του. Σας θυμίζει τίποτα αυτή η ιστορία; 
Την 19η-4-1941 οι τέσσερις στρατηγοί της μαχόμενης στρατιάς πήραν την απόφαση να συνθηκολογήσουν με τους Γερμανούς. Οι συνθήκες ήταν ακόμη ευνοϊκές. Οι Γερμανοί επιτέθηκαν στα ελληνικά τμήματα με πεζικό χωρίς μηχανική υποστήριξη λόγω έλλειψης καυσίμων. Νόμισαν ότι θα νικούσαν εύκολα όπως έγινε με τον στρατό της Γιουγκοσλαβίας που παραδόθηκε άνευ όρων την 17-4-1941 κι αιχμαλωτίσθηκε.
Οι Έλληνες φαντάροι, όμως, αν και λίγοι, αντεπετέθηκαν κι έπιασαν αιχμαλώτους Γερμανούς. Αυτό δεν τους είχε συμβεί σε κανένα άλλο μέρος. Πώς έγινε αυτό; Ο στρατηγός Τσολάκογλου είχε την συνήθεια να παρακολουθεί και να διευθύνει την μάχη όχι κρυμμένος σε κάποιο καταφύγιο όπως έκαναν ορισμένοι άλλοι στρατηγοί, κατά τον κανονισμό. Αλλά έθετε τον εαυτό του σε κίνδυνο κρυμμένος σ’ ένα πρόχειρο όρυγμα ή καλυμμένος από ένα βράχο. Οι φαντάροι γνώριζαν ότι τους βλέπει ο στρατηγός και τους καταλάμβανε παραλήρημα ενθουσιασμού. 
ΑΕΡΑ! ΑΕΡΑ! Προηγήθηκε το έτος Β. Ηπείρου. Ο Γ. Τσολάκογλου, γνωρίζοντας τις συνέπειες, απάλλαξε από την ευθύνη τους άλλους στρατηγούς και ανέλαβε μόνος να φέρει τον σταυρό του μαρτυρίου στην οδό την άγουσα στον Γολγοθά. Δεν είναι δικά μου αυτά τα λόγια, τα είπε ο ιστορικός Neubacher. Την 9-4-1941 ο στρατηγός Κωνσταντίνος Μπακόπουλος παρέδωσε τον στρατό Αν. Μακεδονίας ΤΣΑΜ άνευ όρων στους Γερμανούς και οι στρατιώτες θεωρήθηκαν αιχμάλωτοι. Ο Γ. Τσολάκογλου γνώριζε την αιχμαλωσία του ΤΣΑΜ και στα σχέδιά του ήταν να επιτύχει να αφεθούν κι αυτοί ελεύθεροι. Την 6η πρωϊνή της 20ής-4-1941 έστειλε τον αγαπημένο φίλο του Μπαλή, συνταγματάρχη ήρωα της Βορ. Ηπείρου και τον ταγματάρχη Λαγά με λευκή σημαία στους Γερμανούς. Ο επίλαρχος Βλάχος πήγε μαζί τους εθελοντικά κι έγιναν τρεις.
Οι Γερμανοί είχαν εφοδιασθεί με καύσιμα και ζέσταιναν τις μηχανές των τανκς. Ο ευνοούμενος αξιωματικός του Χίτλερ Γιόζεφ ΣΕΠ Ντίτριχ μαζί με τους επιτελείς του πήγε στο Βοτονάσι όπου τον περίμενε ο στρατηγός Γ. Τσολάκογλου. Αυτός μπλοφάροντας και παραποιώντας την πραγματικότητα παρουσίασε το πρωτόκολλο που είχε ετοιμάσει ο δεκανέας Παναγιώτης Κανελλόπουλος κατ’ εντολή του αρχηγού της στρατιάς Στρατηγού Ι. Πιτσίκα. Ο Ι. Πιτσίκας βρισκόταν στην Αθήνα ασφαλής. «Οι υπογεγραμμένοι αξιωματικοί του ανδρείου γερμανικού στρατού και του ελληνικού τοιούτου Γ. Ντίτριχ και Γ. Τσολάκογλου αντιπροσωπεύοντες τις αντίστοιχες στρατιές συνελθόντες σήμερον Κυριακή 20-4-1941 εις Βοτονάσι συμφώνησαν τα κάτωθι:
1) Παύουν οι εχθροπραξίαι μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας και μεταξύ Ελλάδος και Ιταλίας μερίμνη του Γερμανού αρχιστρατήγου.
2) Επιτρέπεται η διέλευση του γερμανικού στρατού άμα τη έω της αύριον δευτέρας 21ης Απριλίου. Ίνα παρεμβληθεί μεταξύ ιταλικών και ελληνικών στρατευμάτων. Τα ελληνικά στρατεύματα υποχρεώνονται να αποσυρθούν μέχρι των παλαιών ελληνοαλβανικών συνόρων εις διάστημα δέκα ημερών.
Αι στρατιαί Ηπείρου και Δ. Μακεδονίας θ’αποστρατευθούν των ανδρών παραδιδόντων τον οπλισμόν των εις αποθήκας ορισθησομένας παρά της στρατιάς και θα μεταβούν ελεύθεροι εις τας εστίας των.
Οι αξιωματικοί θα φέρουν την εξάρτηση και τον οπλισμό τους (ξίφη και περίστροφα) τιμητικώς μη θεωρούμενοι αιχμάλωτοι. Τα του στρατού θα ρυθμίζονται και οι αξιωματικοί θα διοικούνται κατά τους ελληνικούς νόμους. Ο εφοδιασμός θα συνεχίσει να γίνεται μερίμνη των ιδίων».
Το κείμενο ήταν και στα γερμανικά. Το διάβασε ο Γ. Ντίτριχ αλλά δεν δέχθηκε να υπογράψει με αυτούς τους όρους. Ζήτησε την έγκριση του προϊσταμένου του στρατηγού Φον Λιστ. Ούτε εκείνος δέχθηκε να αναλάβει την ευθύνη και υπέβαλε αναφορά μαζί με το μήνυμα του Γ. Τσολάκογλου με κολακευτικά λόγια και υποσχέσεις προς τον «μεγαλόψυχο» και λαμπρό ηγέτη του γερμανικού έθνους Φύρε Αδόλφον Χίτλερ! Αυτό λέγεται γλύψιμο. Το γλύψιμο πέτυχε τον σκοπό του μετά από 10 ώρες διαπραγματεύσεων. Ο Τσολάκογλου μπλοφαδόρος και σκληρός διαπραγματευτής. Τελικά ήρθε η έγκριση του Χίτλερ και ο Γ. Ντίτριχ υπόγραψε το πρωτόκολλο την 17η ώρα το απόγευμα. Ο Τσολάκογλου γνώριζε ότι την άλλη μέρα οι Γερμανοί θα καταλάβαιναν ότι εξαπατήθηκαν. Συντάσσει διαταγή προς όλες τις μονάδες. Την στέλνει τηλεγραφικώς, τηλεφωνικών και με αγγελιοφόρους τονίζοντας το κατεπείγον. 
«Θεωρούνται απολυθέντες και διατάσσονται να αποβάλουν τον οπλισμό και τα στρατιωτικά ενδύματα άπαντες οι οπλίτες και έφεδροι αξιωματικοί ανεξαρτήτως όπλου και κλάσεως και να κατευθυνθούν τάχιστα εις τας εστίας των. Η απόλυσις θα γίνει αμέσως άνευ χορηγήσεως φύλλου πορείας ή προσωρινού απολυτηρίου, τα οποία θα αποσταλούν αργότερον…». 
Οι στρατιώτες έφυγαν αμέσως.
Όπως το πρόβλεψε ο Τσολάκογλου την άλλη μέρα 21-4 ήρθε ο στρατηγός Φον Λιστ αγριεμένος. Είχε μαζί του και τον Γ. Ντίτριχ. Αυτός ήταν υπό δυσμένεια του Λιστ. Υποχρέωνε τον Τσολάκογλου να υπογράψει νέο πρωτόκολλο άνευ όρων. Ο Τσολάκογλου αρνήθηκε να το υπογράψει. Επικαλέσθηκε ότι έγινε το άλλο με την έγκριση του Αδ. Χίτλερ. Είπε: Είναι σαν να έβαλε ο ίδιος ο μεγάλος φύρερ την υπογραφή του! Πρότεινε να ζητήσουν πάλι επαφή με τον Χίτλερ και αν δεχθεί να την ανακαλέσει εκείνος την υπογραφή του, τότε μόνο θα υπέγραφε το νέο πρωτόκολλο ο Τσολάκογλου. Όλα αυτά τα έκαμνε ο Τσολάκογλου για να καθυστερήσουν ελπίζοντας να έχουν απομακρυνθεί οι απολυθέντες στρατιώτες. Ο Φον Λιστ τελικά συμβιβάσθηκε να εκδώσει μια μυστική διαταγή προς όλες τις γερμανικές μονάδες να μη συλλαμβάνουν τους Έλληνες στρατιώτες αιχμαλώτους.
Ο Γ. Τσολάκογλου επέμενε να περιλάβει σ’ αυτή την διαταγή και τους στρατιώτες του ΤΣΑΜ. Ο Φον Λιστ δέχθηκε. Ο Γ. Τσολάκογλου υπόγραψε το δεύτερο πρωτόκολλο με τον Φον Λιστ «άνευ όρων» αφού απόσπασε από τον Φον Λιστ τον λόγω του ότι ο ελληνικός στρατός δεν θα αιχμαλωτισθεί! Οι Ιταλοί δεν γνώριζαν την μυστική διαταγή του Φον Λιστ προς τους στρατιώτες του. Ο Μουσολίνι ήθελε Έλληνες αιχμαλώτους για να κάνει θριαμβευτική παρέλαση. Την 23η-4 υποχρεώθηκε ο Γ. Τσολάκογλου να υπογράψει και τρίτο πρωτόκολλο άνευ όρων με τον στρατηγό Γιολντ στο οποίο συμμετείχε και ο Ιταλός στρατηγός Φερέρο. Ήταν άνευ σημασίας αυτό. Οι Ιταλοί δεν πέρασαν τα αλβανικά σύνορα. Ολόκληρη η Ελλάδα ήταν υπό την γερμανική κυριαρχία και οι Έλληνες φαντάροι που πήγαιναν στα σπίτια τους συναντούσαν μόνο Γερμανούς οι οποίοι κατά την διαταγή του Φον Λιστ τους άφηναν να συνεχίσουν αφού τους έκαναν ένα έλεγχο. Βλέποντας αυτό ο Μουσολίνι διέταξε να επιτεθούν οι Ιταλοί στα ελληνικά τμήματα που αποχωρούσαν από την Β. Ήπειρο για να συλλάβουν αιχμαλώτους Έλληνες. Επετέθησαν στην ελληνική οπισθοφυλακή. Αποτέλεσμα ήταν να αντεπιτεθούν οι Έλληνες. Ο λοχαγός του πυροβολικού που αποχωρούσε με τα κανόνια βλέπει ένα ανθυπολοχαγό με την διμοιρία του να του φέρνουν 41 Ιταλούς αιχμαλώτους. 

-Τι μου τους φέρατε αυτούς εδώ; Εμείς φεύγουμε δεν μπορούμε να τους πάρουμε μαζί μας. Με τι θα τους ταΐσουμε αφού δεν έχουμε εμείς να φάμε; Πάντε τους πίσω!
Ο πεθερός μου Βασίλης Τσιάρας υπολοχαγός κατά την πορεία τους προς Κομοτηνή μαζί με άλλους στρατιώτες συναντήθηκαν με γερμανικό στρατιωτικό τμήμα που τους έκανε έλεγχο. Ο πεθερός μου είχε μια τρενσκότ την οποία θεώρησε ο Γερμανός αξιωματικός στρατιωτικό είδος και τον διέταξε να την παραδώσει. Ο πεθερός μου πρόβαλε αντίρρηση. Ο Γερμανός αξιωματικός έβγαλε τότε το περίστροφό του και τον απείλησε. Ο Έλληνας φαντάρος που ήταν δίπλα του είπε: «Σε παρακαλώ λοχαγέ δώσε το ρούχο, θα σε σκοτώσει αυτός». Ο πεθερός μου την έδωσε και τους άφησαν να συνεχίσουν την πορεία τους. Έφθασαν στην Κομοτηνή την 8-5-1941.

Μετά τη μάχη της Κρήτης ο διοικητής της SS Leibstant Adolf Hitler Γιόζεφ Σεπ Ντίτριχ πήρε μετάλλιο εξαιρέτων πράξεων για την σώφρονα συνθηκολόγηση και αποτροπή απωλειών των S.S. Ο Γεώργιος Τσολάκογλου με την συνθηκολόγηση αυτή έσωσε τη ζωή 220.000 Ελληνόπουλων και του απενεμήθη ο τίτλος «προδότης». Ο στρατηγός Κωνσταντίνος Μπακόπουλος που παρέδωσε το ΤΣΑΜ άνευ όρων στην αιχμαλωσία παρασημοφορήθηκε! Ο Γερμανός ιστορικός Newbacher γράφει στο έργο του για τον Γ. Τσολάκογλου: «Εν ώρα δυστυχίας του ελληνικού έθνους ετέθει επικεφαλής του κράτους χωρίς υπολογισμό του προσωπικού κόστους. Χάρις στην διαπραγματευτική του ικανότητα και το θάρρος του επέτυχε να συνάψει την ενδοξότερη κι επωφελή συνθηκολόγηση ολόκληρου του Β’ παγκοσμίου πολέμου».

«Θυσίασε το λιγοστό υπόλοιπο της ζωής του στον βωμό του καθήκοντος». Για την κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου έχω να πω μόνο ότι οι Ιταλοί έστειλαν τον Πιέρο Περίνι και τον Φαρινάτσι μαζί με τους φίλους τους Τσάμηδες Άλκη Διαμαντή και Νικ. Ματούση να κάνουν κυβέρνηση και να διαμοιράσουν στα τέσσερα την Ελλάδα. Ο Ιταλός Ανφούνζο έγραψε στον Μουσουλίνι: «Είναι φανερό ότι αυτός ο στρατηγός με την κυβέρνησή του μας χάλασε τα σχέδια. Επιδιώκει να διασώσει την ελληνική ενότητα. Πρέπει να τον διαβάλλουμε στους Γερμανούς αλλά και στους Έλληνες». Όσον αφορά τους Έλληνες φαίνεται ότι οι διαβολές των Ιταλών πέτυχαν τον στόχο τους. Οι πολιτικοί δεν δυσαρεστήθηκαν από τον σχηματισμό της κυβέρνησης του Τσολάκογλου. Αντιθέτως την θεώρησαν εθνικής ανάγκης. Δεν δέχθηκαν όμως να πάρουν μέρος αναλογιζόμενοι το πολιτικό κόστος και τις επιπτώσεις μετά την προσδοκώμενη απελευθέρωση. 

Ο Γεώργιος Τσολάκογλου βασιζόταν και ακολουθούσε τις οδηγίες των συμβούλων του Παναγιώτη Κανελλόπουλου και Γεωργίου Παπανδρέου οι οποίοι ήταν αφανείς συνεργάτες της κυβερνήσεώς του. Και οι δύο μετά την απελευθέρωση έγιναν πρωθυπουργοί κάποιο διάστημα. 

Αν είχαν λάβει μέρος επίσημα στην κατοχική κυβέρνηση θα ήταν τα ονόματά τους μεταξύ των δοσιλόγων, υπόδικοι! Στον Γιώργο Παπανδρέου οφείλεται η συμβουλή να απευθύνεται στον Χίτλερ αποκαλώντας τον μεγαλοφυή ηγέτη του γερμανικού έθνους και όλου του κόσμου! Και άλλα τέτοια πολλά ώστε να επιτυγχάνει ευνοϊκή μεταχείριση του σκλαβωμένου ελληνικού έθνους και αντιμετώπιση των ιταλικών απαιτήσεων. 

Ο Τσολάκογλου τα έλεγε αυτά ακόμη και από τον ραδιοφωνικό σταθμό Αθηνών καταπνίγοντας το εθνικό ηφαίστειο του στήθους του και κρύβοντας την συναισθηματική του αποστροφή που του γεννούσε η επαφή με τους μισητούς κατακτητές με την ψυχραιμία που τον διέκρινε καθ’ όλην την ζωή του. 

Βοήθημα: Ιστορικός Δημοσθένης Κούκουνας.

Φαίδων Ζάμπογλου


Πηγή: http://www.xronos.gr/detail.php?ID=82725

Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

Η αρνητική στάση των Ιταλών απέναντι στην κυβέρνηση Τσολάκογλου


 Στις 29 Απριλίου του 1941 ορκίσθηκε η πρώτη κατοχική κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον αντιστράτηγο Γεώργιο Τσολάκογλου. Για το θέμα έχουν γραφτεί πολλά. Στην παρούσα ανάρτηση θα αναφερθούμε στην στάση των Ιταλών απέναντι στον σχηματισμό αυτής της ελληνικής κυβέρνησης.

 Το παρακάτω απόσπασμα απ'το ημερολόγιο του Τσιάνο είναι ενδεικτικό της κυρίαρχης ιταλικής θέσης για την κυβέρνηση Τσολάκογλου:

 "Εμείς είμαστε λιγότερο πρόθυμοι απ'τους Γερμανούς για τον σχηματισμό ελληνικής κυβερνήσεως και διακρίνω σε όλα αυτά την εξήγηση πολλών πρόσφατων πράξεων των Γερμανών στην Ελλάδα."

 και παρακάτω:
 "Αυτή η ιστορία του Τσολάκογλου δεν μου αρέσει καθόλου. Ο Ανφούζο (ο διορισθείς έκτακτος απεσταλμένος της ιταλικής κυβερνήσεως στον στρατάρχη Λιστ για τις διαπραγματεύσεις περί σχηματισμού ελληνικής κυβερνήσεως) ειδοποιεί ότι πρόκειται να αναγνωρίσουμε μία κυβέρνηση η οποία θα σχη,ατιστεί με όλα τα δικαιώματά της. Αν και υπάρχει στην Ελλάδα εδαφική κατοχή απ΄τα στρατεύματα του Άξονα, είναι φανερό ότι ο Τσολάκογλου προτίθεται να διασώσει την φυλετική και εθνική ενότητα της Ελλάδας. Και είναι άλλωστε φανερό κατά πόσο θα μπορούμε τουλάχιστον να ζητήσουμε απ΄τους Γερμανούς να μας αφήσουν την πολιτική διακυβέρνηση των εδαφών τουλάχιστον τα οποία διεκδικούμε. Εάν όχι, φοβούμαι ότι τελικώς με τον σχηματισμό ελληνικής κυβερνήσεως τα οποία μας επιφυλάσσονται θα είναι μετριότατα"
 ("Ιδού η αλήθεια" του Κ.Λογοθετόπουλου, σελ.16)

 Οι παραπάνω φόβοι των Ιταλών για την επιρροή της νεοσχηματισθείσης ελληνικής κυβέρνησης στους Γερμανούς όσον αφορά τις ιταλικές διεκδικήσεις επί ελληνικών εδαφών, επαληθεύθηκαν.
Η κυβέρνηση Τσολάκογλου αντέδρασε έντονα στην ιταλικής έμπνευσης προσπάθεια δημιουργίας βλαχικού κρατιδίου στην Θεσσαλία. Επίσης οι Γερμανοί δεν έδωσαν το πράσινο φως στους Ιταλούς ούτε καν για την τυπική προσάρτηση των Ιονίων νήσων, που ο Μουσσολίνι επιθυμούσε διακαώς.
 
 Απ΄τα παραπάνω λεγόμενα των Ιταλών, και μάλιστα απ΄τα πλέον επίσημα χείλη του Γκαλεάτσο Τσιάνο (υπουργού εξωτερικών της Ιταλίας, γαμπρού του Μουσσολίνι και εκ των πρωταιτίων της επίθεσης κατά της Ελλάδας τον Οκτώβριο του 1940), είναι ολοφάνερη η αρνητική στάση των Ιταλών απέναντι στην κυβέρνηση Τσολάκογλου.

 Αυτή φαίνεται και απ΄τα Απομνημονεύματα του Γεώργιου Τσολάκογλου όπου φαίνονται οι κακές σχέσεις μεταξύ Ελλήνων κυβερνητικών και Ιταλών. Μεταξύ άλλων ο Τσολάκογλου υποστηρίζει ότι μετά την παραίτησή του απ΄το πρωθυπουργικό αξίωμα τύγχανε στενής παρακολούθησης απ΄τους Ιταλούς επί ένα εξάμηνο. Από αυτό και μόνο αντιλαμβάνεται κάποιος τις μεταξύ τους σχέσεις κατά την πρωθυπουργία του. ("Απομνημονεύματα" του Γεώργιου Τσολάκογλου, σελ.237).

 Η αρνητική στάση των ανθέλληνων (κατά την περίοδο εκείνη) Ιταλών εναντίον του Τσολάκογλου, είναι ακόμα ένα στοιχείο που πιστοποιεί ότι ο ρόλος του τελευταίου κάθε άλλο παρα προδοτικός ήταν, όπως πολλοί σήμερα ανοήτως ισχυρίζονται...
 Ας γίνουν οι σχετικές συγκρίσεις με τις σύγχρονες ελλαδικές κυβερνήσεις και της εκτίμησης που αυτές χαίρουν από θεσμικά και εξωθεσμικά κέντρα εξουσίας, ο ανθελληνισμός των οποίων είναι πολύ πιο έντονος από αυτόν των Ιταλών του Β'΄Παγκοσμίου Πολέμου..

Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2012

Η περιοδεία του στρατηγού Τσολάκογλου στην Μακεδονία το 1942



Μία απ’τις λιγότερο γνωστές ενέργειες του κατοχικού πρωθυπουργού Γεώργιου Τσολάκογλου ήταν αυτές που είχαν να κάνουν με την Μακεδονία και τις αξιώσεις  των Βουλγάρων σε αυτήν.

  Απ'τις πρώτες του κινήσεις ήταν να θεσπίσει την θέση του γενικού επιθεωρητή νομαρχιών Μακεδονίας και Θράκης που υπαγόταν στην γενική διοίκηση Μακεδονίας η οποία είχε επίσης Έλληνα επικεφαλή (αρχικά τον Ραγκαβή, μετά τον Σιμωνίδη). Αρχικά ως γενικός επιθεωρητής νομαρχιών διορίστηκε ο απόστρατος αντισυνταγματάρχης Βασιλειάδης και λίγο αργότερα, τον Ιούλιο του 1941 αντικαταστάθηκε απ’τον συνταγματάρχη Αθανάσιο Χρυσοχόου. Η θέση αυτή είχε ασαφείς αρμοδιότητες αλλά ανεπισήμως ο ρόλος του γενικού επιθεωρητή νομαρχιών ήταν ουσιαστικά να παρακολουθεί να αντιμετωπίζει τις ανθεληνικές (βουλγάρικη κυρίως, αλλά και ρουμάνικη) προπαγάνδες στην βόρεια Ελλάδα. Ο Χρυσοχόου ήταν άνθρωπος έμπιστος του Τσολάκογλου αφού είχε διατελέσει επιτελάρχης του κατά τον πόλεμο του 1940-41.
  
 Τον Μάρτιο του 1942 οι υπουργοί Καραμάνος και Χατζημιχάλης επισκέφτηκαν την Θεσσαλονίκη και μεταξύ άλλων συναντήθηκαν με τον Χρυσοχόου. Ενημερώθηκαν για την ολοένα αυξανόμενη βουλγαρική προπαγάνδα, για την στάση των Ελλήνων πολιτών απέναντι σε αυτή, και για τις προσπάθειες που κατέβαλλε η γενική επιθεώρηση νομαρχιών επί του θέματος. Ενημέρωσαν σχετικά τον Τσολάκογλου ο οποίος αποφάσισε να ενισχύσει περισσότερο το έργο του Χρυσοχόου και επισκέφτηκε ο ίδιος την Μακεδονία.
  Η δράση του Χρυσοχόου είχε ήδη αρχίσει να ενοχλεί τους Βούλγαρους οι οποίοι συνεχώς τον συκοφαντούσαν στους Γερμανούς. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να ζητήσουν οι Γερμανοί την απομάκρυνση του Χρυσοχόου απ΄την θέση του γενικού επιθεωρητή. Πρωτεργάτης αυτής της αξίωσης ήταν ο στρατηγός Κρένσκι, στρατιωτικός διοικητής Θεσσαλονίκης-Αιγαίου που ήταν γνωστός για την γενικότερη φιλοβουλγαρική του στάση.
  
 Τελικώς ο Τσολάκογλου κατάφερε και έπεισε τους Γερμανούς να άρουν την αξίωσή τους και έτσι ο Χρυσοχόου παρέμεινε στην θέση του. Αντιλαμβανόμενος την σοβαρότητα της κατάστασης ο πρωθυπουργός έφτασε τον Ιούνιο του 1942 στην Θεσσαλονίκη, συναντήθηκε με τον Χρυσοχόου και ενημερώθηκε από πρώτο χέρι για τα τεκταινόμενα.

  Ξεκίνησε την περιοδεία του σε διάφορες πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά της Μακεδονίας με σκοπό την ανύψωση του ηθικού και την τόνωση του εθνικού φρονήματος του λαού. Αυτά ήταν πράγματα απαραίτητα προκειμένου να μην πέφτουν θύματα της βουλγαρικής προπαγάνδας που προσπαθούσε με πλάγια μέσα να προσεταιριστεί τους εξαθλιωμένους Έλληνες.
  
 Ο κατοχικός πρωθυπουργός επισκέφτηκε την Νιγρίτα, το Κιλκίς, τα Γιαννιτσά, την Έδεσσα,την Αρδέα, την Βεύη, την Φλώρινα, το Ξινό Νερό, το Αμύνταιο, την Πτολεμαϊδα, την Κοζάνη, την Βέροια.
 Στον πρώτο σταθμό της περιοδείας του στην Νιγρίτα, πολύ κοντά στα όρια μεταξύ γερμανοκρατούμενης και βουλγαροκρατούμενης Μακεδονίας, έβγαλε ένα πύρινο αντιβουλγαρικό λόγο κυρίως όσον αφορά τα δικαιώματα των Ελλήνων επί της ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης που ήταν υπό στυγνή βουλγαρική κατοχή.
 Ο λόγος του προκάλεσε τις επιπλήξεις του γερμανού πρόξενου ο οποίος αν και δεν διαφώνησε με την ουσία των λεγομένων του Τσολάκογλου, του τόνισε ότι η Βουλγαρία είναι σύμμαχος της Γερμανίας.
 Η περιοδεία του συνεχίστηκε με αντίστοιχους λόγους και στις άλλους σταθμούς του. Αρχικά οι λόγοι του δημοσιεύονταν στην εφημερίδα της Θεσαλονίκης "Νέα Ευρώπη". Μετά από διαμαρτυρία των Βουλγάρων για τα λεγόμενα του Τσολάκογλου οι Γερμανοί απαγόρευσαν την αναδημοσίευση των λόγων του. Έτσι, απ΄την επίσκεψή του στην Φλώρινα και μετά οι λόγοι του δεν δημοσιεύονταν στον τύπο. Στην Κοζάνη, γερμανός αξιωματικός διαβίβασε στον Τσολάκογλου σύσταση του Κρένσκι να μην θίγει λεκτικώς του Βούλγαρους επειδή αυτοί είναι σύμμαχοι των Γερμανών. Μετά το τέλος της περιοδείας του επέστρεψε στην Θεσσαλονίκη, όπου είχε συνάντηση με τον Κρένσκι που του ξαναέκανε παρόμοιες συστάσεις.
  
 Η περιοδεία του Τσολάκογλου στην Μακεδονία έγινε υπό εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες με μοναδικό σκοπό την υπεράσπιση της ελληνικότητας της περιοχής. Τα περιθώρια δράσης ήταν εξ’ορισμού  πολύ περιορισμένα. Η εχθρικότητα των Βουλγάρων ήταν κάτι παραπάνω από δεδομένη και η γερμανική στάση ήταν διφορούμενη. Απ΄την μία πλευρά οι Γερμανοί έδειχναν μία ανοχή στον Τσολάκογλου (διόλου συνηθισμένη για μία κατεχόμενη χώρα), αλλά απ’την άλλη δεν ήθελαν να δυσαρεστήσουν και τους Βούλγαρους συμμάχους τους.
 Όπως και να χει όμως, αυτή η πρωτοβουλία του Τσολάκογλου σε συνεργασία με τον Χρυσοχόου, μόνο καλό έκανε στους σκληρά δοκιμαζόμενους Έλληνες της Μακεδονίας.


Πηγές:
"Η Κατοχή εν Μακεδονία" του Αθανάσιου Χρυσοχόου, βιβλίο πέμπτο σελ. 124-7
"Απομνημονεύματα" του Γεωργίου Τσολάκογλου, σελ. 182-4

Παρασκευή 31 Αυγούστου 2012

Οι διώξεις του Τσολάκογλου κατά των μεταξικών



Ένα από τα πρώτα μελήματα της κατοχικής κυβέρνησης του στρατηγού Τσολάκογλου ήταν η δίωξη οποιουδήποτε συνδεόταν με το καθεστώς της 4ης Αυγούστου. Ουσιαστικά  μετά τον θάνατο του Ιωάννη Μεταξά στις 29/01/1941 και την δυσμενή τροπή του ελληνογερμανικού πολέμου τον Απρίλιο του ίδιου έτους, το καθεστώς της 4ης Αυγούστου είχε πρακτικά καταρρεύσει.
  
 Ο Τσολάκογλου προχώρησε στην δίωξη και σύλληψη υπουργών του μεταξικού καθεστώτος κατηγορώντας τους για δοσιλογισμό (!!!) και διαφθορά.
  Συνελλήφθησαν οι υπουργοί Οικονόμου, Ταμπακόπουλος, Νικολαϊδης, Αρβανίτης, Κυρίμης, Αλιβιζάτος, Μαυρουδής, Παπαδήμας, Παπαβασιλείου, Οικονομάκος, Ζαφειρόπουλος, Σπέντζας, Πολυζωγόπουλος, Δουρέντης, Κριμπάς, Μπουρμπούλης. Επίσης συνελήφθη και ο στρατηγός Παπαγός, κατόπιν επιμονής του υπουργού Μπάκου με τον οποίο είχε πολύ κακές σχέσεις, ο αντισυνταγματάρχης Νόμπελης υπασπιστής τόσο του Μεταξά όσο και του Κορυζή, ο καθηγητής της Παντείου Ματζούφας επειδή ήταν γαμπρός του Μεταξά και πολλοί άλλοι.
  Μετά την σύλληψή τους ορίστηκε 20μελή ανακριτική επιτροπή για να αναλάβει την δίωξη των αποκαλούμενων "καταχραστών της 4ης Αυγούστου". Οι δίκες δεν έγιναν ποτέ κατόπιν γερμανικών πιέσεων αφού υπήρχε το ενδεχόμενο να προκληθούν αντιδράσεις, αφού δεν υπήρχαν συγκεκριμένα στοιχεία σεβάρος των συλληφθέντων.
 Παράλληλα με διάταγμα καταργήθηκε η συνταξιοδότηση της χήρας του Ιωάννη Μεταξά, έγιναν γενικότερες εκκαθαρίσεις μεταξικών απ'τον δημόσιο τομέα, διαλύθηκε η ΕΟΝ και κατασχέθηκε η περιουσία της.

Με αυτόν τρόπο ο Τσολάκογλου χάραξε μία σαφή διαχωριστική γραμμή μεταξύ της κυβέρνησής του και του μεταξικού καθεστώτος. Μία αντίστοιχα αρνητική στάση κράτησε και απέναντι στον βασιλιά Γεώργιο, κάτι που ήταν φυσιολογικό αφού ο μονάρχης στήριζε -επιφανειακά τουλάχιστον- το καθεστώς της 4ης Αυγούστου.
  
Το ερώτημα είναι: Για ποιον λόγο ο Τσολάκογλου κράτησε αυτήν την στάση;
  
 - Ενδεχομένως ο Τσολάκογλου να πίστευε ότι αυτή η αντιμεταξική του στάση θα ικανοποιούσε τους Γερμανούς αφού εκείνοι ήξεραν πολύ καλά ότι το μεταξικό καθεστώς παρά τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του ήταν σταθερά προσανατολισμένο προς την Αγγλία, συνεπώς θα τους βόλευε να ξεριζωθεί οτιδήποτε είχε απομείνει από αυτό. Προφανώς ο Τσολάκογλου θα ήθελε να φανεί αρεστός στους Γερμανούς, ώστε να μπορέσει να βρει θετική ανταπόκριση σε άλλα ζητήματα.
 - Ο Τσολάκογλου με την πρωτοβουλία του για σύναψη ανακωχής με τους Γερμανούς τον Απρίλιο του 1941, είχε ήδη διαφοροποιηθεί ολοκληρωτικά απ’την επίσημη κυβερνητική γραμμή που υπαγόρευε την (άσκοπη) συνέχιση του πολέμου. Συνεπώς η ρήξη του με τους πρώην κυβερνώντες (βλ. βασιλιάς και κατάλοιπα του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου αφού ο Μεταξάς είχε ήδη πεθάνει) ήταν ήδη δεδομένη. Στα "Απομνημονεύματά" του όπου περιγράφει με λεπτομέρειες την επιτελική του δράση στον ελληνοϊταλικό πόλεμο, είναι σαφής η δυσαρέσκειά του για την πολιτικοστρατιωτική ηγεσία.
 - Μετά από μία καταστροφή, ο λαός ψάχνει πάντα αποδιοπομπαίους τράγους. Και αυτοί συνήθως είναι οι πρώην κυβερνώντες, εφόσον το καθεστώς τους έχει καταρρεύσει. Έτσι μετά την κατάληψη της Ελλάδας απ΄τους Γερμανούς και την έναρξη της Κατοχής, οι πιο εύκολοι στόχοι για να τους φορτωθούν οι ευθύνες των δεινών ήταν οι αξιωματούχοι του μεταξικού καθεστώτος. Ο Τσολάκογλου πιθανόν να πίστευε ότι με το να στρέψει  τα βέλη εναντίον τους θα εναρμονιζόταν με την λαϊκή βούληση και έτσι θα γινόταν περισσότερο αρεστός στον κόσμο.

 Όποια και να ήταν τα κίνητρα του Τσολάκογλου, το αδιαμφισβήτητο ιστορικό γεγονός είναι ότι η κυβέρνησή του όχι μόνο δεν μπορεί να θεωρείται σαν συνέχεια του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, αλλά απεναντίας ήταν σφόδρα αντιμεταξική.
  Το αν ο Τσολάκογλου έπραξε σωστά ή όχι στο συγκεκριμένο ζήτημα, επαφίεται στην κρίση του καθενός.


Πηγές:
 "Ήρωες και προδότες στην κατοχική Ελλάδα" του Τάσου Κοντογιαννίδη, σελ.176-8
 " Κατοχή, γερμανική πολιτική διοίκηση στην κατεχόμενη Ελλάδα 1941-1944" του Αννίβα Βελλιάδη, σελ.63
"Φως εις το σκότος της Κατοχής" του Νίκου Αντωνακέα, σελ.25-7



Πέμπτη 5 Ιουλίου 2012

Η νομικά αστήρικτη καταδίκη των Τσολάκογλου, Λογοθετόπουλου και Ράλλη



 Μετά τα δεκεμβριανά και την συμφωνία της Βάρκιζας ένα απ’τα πρώτα μελήματα του μεταπολεμικού κράτους ήταν να τιμωρήσει τους αποκαλούμενους δοσίλογους. 
 Στις 21 Φεβρουαρίου 1945  λοιπόν ξεκίνησε η περιβόητη δίκη των δοσίλογων με κατηγορούμενους όλους όσους διετέλεσαν υπουργοί και πρωθυπουργοί επί Κατοχής.
 Ήταν συνολικά 33 άτομα. Οι τρεις κατοχικοί πρωθυπουργοί (Τσολάκογλου, Λογοθετόπουλος, Ράλλης) και 30 διατελέσαντες υπουργοί και υφυπουργοί των κυβερνήσεών τους.

 Το κατηγορητήριο ήταν πολύ βαρύ, και μί απ'τις κύριες κατηγορίες για τους τρεις κατοχικούς πρωθυπουργούς ήταν ότι "ανέλαβον  τον σχηματισμό κυβερνήσεως με την συγκατάθεση του εχθρού".

 Η περίπτωση αυτή όμως παρουσιάζει κάποια πολύ σοβαρά νομικά κενά.

Η κυβέρνηση εθνικής ενότητας του Γεωργίου Παπανδρέου δημοσίευσε στις 06/11/1944 λίγο μετά την Απελευθέρωση) στην τότε εφημερίδα της κυβερνήσεως την Συντακτική Πράξη 1/1944 "Περί επιβολής κυρώσεων κατά των συνεργασθέντων μετά του εχθρού" .
  
 Αργότερα, τον Ιανουάριο του 1945 ο υπουργός δικαιοσύνης Νικ. Καλύβας της κυβέρνησης Πλαστήρα τροποποιεί την παραπάνω Σ.Π επί το αυστηρότερον με την δημοσιοποίηση της Συντακτικής Πράξης υπ.αριθμόν 6 / 1945 που θεωρούσε ως αδίκημα την ανάληψη πρωθυπουργίας
 Οι κατηγορούμενοι δικάζονταν με συντακτική πράξη αναδρομικής ισχύος και θεσπιζόταν ως αδίκημα μία πράξη (η ανάληψη κυβερνητικών θέσεων σε περίοδο ξένης κατοχής) η οποία δεν ήταν αδίκημα την στιγμή της τέλεσής της.
 Επίσης, ο αρμόδιος υπουργός Νικ.Καλύβας στην εισηγητική του έκθεση της Σ.Π. 6 / 1945 λέει ότι "χαρακτήρισα αδίκημα την ανάληψη επί Κατοχής του αξιώματος του Πρωθυπουργού χωρίς να υπάρχει δόλος, διότι εάν το τελευταίο γινόταν δεκτό, θα διατρέχαμε τον κίνδυνο να απαλλαγούν πάσης ευθύνης οι κατοχικές κυβερνήσεις για τον μόνο λόγο ότι δεν αποδεικνύεται δόλος προς προδοσία της Πατρίδας". 

 Ουσιαστικά δηλαδή ο Καλύβας έλεγε ότι "τροποποίησα την αρχική συντακτική πράξη, διότι βάσει αυτής οι 3 κατοχικοί πρωθυπουργοί θα αθωώνονταν αφού από πουθενά δεν προέκυπτε δόλος στις πράξεις τους, ενώ αυτοί έπρεπε οπωσδήποτε να καταδικαστούν".
  
 Από κάθε άποψη, αυτή είναι απαράδεκτη στάση για έναν υπουργό δικαιοσύνης.
 
 Παράλληλα υπήρχε ένα αντίστοιχο παράδειγμα με τα βρετανικά νησιά της Μάγχης Τζέρσει και Γκέρνσει τα οποία είχαν καταλάβει οι Γερμανοί κατά τον Β'Π.Π. Σε αυτά τα κατεχόμενα νησιά οι Γερμανοί εγκατέστησαν πολιτική διοίκηση από Άγγλους (όπως ακριβώς έκαναν και στην κατεχόμενη Ελλάδα), και αυτό ήταν εξαιρετικά ωφέλιμο για τον ντόπιο πληθυσμό όπως αναγνώρισε στην Βουλή των Κοινοτήτων στις 18/08/1945 ο άγγλος υπουργός εσωτερικών (του κόμματος των Εργατικών) Ήντ. Οι Άγγλοι ουδέποτε δίκασαν και καταδίκασαν ως δοσίλογους τους πολιτικούς διοικητές των κατεχομένων νησιών της Μάγχης. Αντιθέτως, αναγνώρισαν το έργο τους.


  Όλα αυτά καταδεικνύουν ότι η καταδίκη των 3 κατοχικών πρωθυπουργών και των υπουργών τους όσον αφορά την ανάληψη αξιωμάτων επί Κατοχής, ήταν ξεκάθαρα μία πολιτική πράξη που εξυπηρετούσε συγκεκριμένες σκοπιμότητες και μικρή σχέση είχε με την αμερόληπτη απόδοση δικαιοσύνης.
 Το λογικό συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι οι συγκεκριμένες διώξεις έγιναν είτε κατόπιν πιέσεων εκ μέρους των αριστερών (παρά την στρατιωτική τους ήττα στα δεκεμβριανά, η πολιτική τους επιρροή δεν ήταν διόλου αμελητέα), είτε για μικροπολιτικούς λόγους.
      

 Πηγές:
 "Απομνημονεύματα" του Γεωργίου Τσολάκογλου, σελ.245-6 και 249
 "Ο Ιωάννης Ράλλης ομιλεί εκ του τάφου" του Γεωργίου Ράλλη, σελ.75 και σελ.81
"Ιδού η αλήθεια" του Κωνταντίνου Λογοθετόπουλου, σελ.19-32.

Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2012

Σύγκριση Τσολάκογλου με ΓΑΠ


Τον τελευταίο 1,5 χρόνο περίπου ακούγονται πολλά εναντίον του πρώην πρωθυπουργού ΓΑΠ και γενικότερα για τους πολιτικάντηδες. Συμφωνούμε και επαυξάνουμε για ότι λέγεται εις βάρος τους, πλην ενός χαρακτηρισμού.
 Κάποιοι αρέσκονταν στο να ταυτίζουν τον ΓΑΠ με τον Τσολάκογλου και να χαρακτηρίζουν την κυβέρνησή του, όπως και την νυν κυβέρνηση Παπαδήμου, ως "κατοχική"… 
 Αυτή η ταύτιση φυσικά είναι τελείως λάθος. Δεν έχει απολύτως καμμία σχέση ο στρατηγός Τσολάκογλου με τον ανεκδιήγητο ΓΑΠ.
  
 - Ο Τσολάκογλου πολέμησε στους 2 βαλκανικούς πολέμους, στον Ά Παγκόσμιο, στην μικρασιατική εκστρατεία, στην ουκρανική εκστρατεία και ήταν επιτελικός ανώτατος αξιωματικός στον ελληνοϊταλικό και ελληνογερμανικό πόλεμο του 40-41.
  
 Ο ΓΑΠ δεν πολέμησε πουθενά, και η στρατιωτική του θητεία ήταν σε κάποιο γραφείο μεταξύ λούφας και άδειας, όπως συμβαίνει με όλους τους γόνους πολιτικών.
  
- Ο Τσολάκογλου έκανε ότι ήταν δυνατόν για να υπερασπιστεί την Πατρίδα, έχοντας μεγάλη συμβολή στο έπος του ’40. Όταν πλέον η γιουγκοσλαβική άμυνα είχε καταρρεύσει, οι Βρετανοί υποχωρούσαν, οι Γερμανοί είχαν μπει στην Θεσσαλονίκη, και η Λουφτβάφε θέριζε από αέρος  τον ήδη εξαντλημμένο απ΄τον πολύμηνο πόλεμο με τους Ιταλούς ελληνικό στρατό, πήρε την πρωτοβουλία για να συνάψει ανακωχή με τους Γερμανούς πετυχαίνοντας παράλληλα την μη-αιχμαλωσία των οπλιτών και αξιωματικών του ελληνικού στρατού.

 Ο ΓΑΠ αντιθέτως δεν υπερασπίστηκε τίποτα. Αυτός δεν αγωνίστηκε κατά των εισβολέων, όπως ο Τσολάκογλου, άλλα έκανε τα αδύνατα δυνατά για να φέρει εδώ τους σύγχρονους οικονομικούς κατακτητές της τρόικας. Αυτός τους έφερε εδώ για να μας "σώσουν", υπογράφοντας παράλληλα το επαίσχυντο μνημόνιο και την δανειακή σύμβαση με δυσμενείς όρους για την Ελλάδα.
   
- Ο Τσολάκογλου σχημάτισε την πρώτη κατοχική κυβέρνηση τον Απρίλιο του 1941, καθώς πίστευε ότι αυτό θα ήταν η καλύτερη δυνατή επιλογή για την Πατρίδα, αφού σε διαφορετική περίπτωση είτε θα γινόμασταν ιταλικό προτεκτοράτο με τραγικές συνέπειες (λόγω των ιταλικών επεκτατικών βλέψεων και όχι μόνο), είτε θα μας διοικούσε κάποιος γερμανός γκαουλάιτερ όπως γινόταν στις περισσότερες κατεχόμενες χώρες. Χάρη στην δύσκολη και ομολογουμένως άχαρη επιλογή του Τσολάκογλου να ηγηθεί της πρώτης κατοχικής κυβέρνησης, τα παραπάνω αρνητικά ενδεχόμενα δεν έγιναν πραγματικότητα.

 Ο ΓΑΠ παρέδωσε γη και ύδωρ στην τρόικα, αποδεχόμενος την τοποθέτηση οικονομικών επιτηρητών που θα ελέγχουν το έργο της κυβέρνησης. Ο ΓΑΠ εξελέγη απ΄τον "σοφό" (...) και "κυρίαρχο" (…) ελληνικό λαό σαν πρωθυπουργός ανεξάρτητου κράτους, και με δικές του επιλογές -χωρίς να προηγηθεί καμμία εθνική καταστροφή ή ξένη εισβολή- μετέτρεψε την κυβέρνησή του σε κυβέρνηση υποτακτικών της τρόικας και των διεθνών τοκογλύφων.

 -Ο Τσολάκογλου πέθανε πάμφτωχος στην φυλακή.
  
  Ο ΓΑΠ δεν έχει πεθάνει ακόμη, αλλά δεν νομίζω να υπάρχει κανείς που να πιστεύει ότι θα έχει την ίδια μοίρα με την Τσολάκογλου. Στην χειρότερη για τον ίδιο, θα φύγει νύχτα απ΄την Ελλάδα και ανεπιστρεπτί. Για πάμφτωχος ούτε λόγος να γίνεται…

 
 Όχι λοιπόν, δεν έχει κανείς το δικαίωμα να καθυβρίζει την μνήμη του στρατηγού Τσολάκογλου συγκρίνοντάς τον με τον ΓΑΠ…
 Τα παραπάνω δεν σημαίνουν βέβαια ότι ο Τσολάκογλου ήταν αλάνθαστος ή άμεμπτος. 
  Για την περίπτωσή του όμως αυτό που θα πρέπει να αποκλειστεί  είναι το ενδεχόμενο του να λειτουργούσε με δόλο σε βάρος της Ελλάδας. Για τον ΓΑΠ δεν ξέρω αν αυτό ισχύει…

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2011

Η Κυανόλευκη Μεραρχία


 Το πρώτο καλοκαίρι της Κατοχής, το 1941, προέκυψε ένα σοβαρό πολιτικοστρατιωτικό θέμα που ταλάνισε την τότε κυβέρνηση Τσολάκογλου. Αυτό είχε να κάνει με την συγκρότηση μίας ελληνικής λεγεώνας εθελοντών που θα πολεμούσε στο πλευρό των Γερμανών στο ανατολικό μέτωπο κατά των σοβιετικών.
  Αυτό ήταν ιδέα του υποστράτηγου Γεώργιου Μπάκου, που ήταν υπουργός Εθνικής Αμύνης στην κυβέρνηση Τσολάκογλου. Ο Μπάκος ήταν σίγουρος για την γερμανική νίκη και θεωρούσε ότι η συγκρότηση του ελληνικού εθελοντικού σχηματισμού θα ήταν ένα ισχυρό διαπραγματευτικό όπλο για την Ελλάδα μεταπολεμικά, όταν πλέον θα είχε επικράτησει η Γερμανία. Επίσης πίστευε ότι θα βοηθούσε στο να γίνει ηπιότερη η γερμανική κατοχή.
  Ο πρωθυπουργός Τσολάκογλου δεν ήταν καθόλου θετικός σε αυτό το ενδεχόμενο και ήταν εξαρχής αντίθετος. Αντίθετα, άλλοι υπουργοί όπως π.χ. ο μετέπειτα πρωθυπουργός Λογοθετόπουλος, ή στρατιωτικοί όπως ο συνταγματάρχης Κουρκουλάκος ήταν υποστηρικτές της συγκρότησης της Κυανόλευκης Μεραρχίας.
Η ιδέα της ελληνικής μεραρχίας ενθουσίασε τους Γερμανούς, οι οποίοι με καταχωρήσεις στον κατοχικό Τύπο άφηναν να εννοηθεί πως η λεγεώνα μετά τη “σίγουρη γερμανική νίκη” θα ήταν ένα σοβαρότατο επιχείρημα υπέρ της Ελλάδας. Προς αυτή την κατεύθυνση εργάζονταν και φιλογερμανικές οργανώσεις της Αθήνας και της συμπρωτεύουσας, τα κατοχικά Τρία Έψιλον και η ΕΣΠΟ. Συνήγορος στην προσπάθεια αυτή ήταν και ο ελληνομαθής Γερμανός στρατιωτικός ακόλουθος φον Κλεμ, ο οποίος είχε αγαστή συνεργασία με τον Μπάκο.

Έτσι,  σύμφωνα με τις εκτιμήσεις και τις πληροφορίες που είχε συγκεντρώσει ο Τσολάκογλου τουλάχιστον 2.000 άνδρες είχαν εγγραφεί εθελοντές στη Θεσσαλονίκη για το Ανατολικό Μέτωπο, ενώ στην Αθήνα είχαν ετοιμασθεί 200 αιτήσεις για τη συγκρότηση της λεγεώνας.
Τα περισσότερα ξενοδοχεία της περιοχής Ομονοίας στην Αθήνα ήταν τότε κατειλημμένα από εθελοντές που περίμεναν να εγγραφούν στους καταλόγους της ελληνικής λεγεώνας, ενώ υπήρχε ένα συγκροτημένο σώμα από φοιτητές και νεολαίους της Κρήτης που ανέμενε να αποσταλεί στο Ανατολικό Μέτωπο. Τα γραφεία ”εθελοντών ρωσικού Μετώπου” βρίσκονταν στο Σύνταγμα, στην οδό Φιλελλήνων.
 Η ανταπόκριση λοιπόν, δεδομένων των συνθηκών, δεν ήταν καθόλου κακή και η προσπάθεια έδειχνε να καρποφορεί, αλλά η δεδομένη αντίθεση του Τσολάκογλου ήταν καταλυτική.  Ήταν αποφασισμένος να ματαιώσει με οποιοδήποτε τίμημα την δημιουργία και την αποστολή της ελληνικής λεγεώνας. Γενικότερα, ο Τσολάκογλου δεν επιθυμούσε να μπλέξει την Ελλάδα σε περαιτέρω στρατιωτικές περιπέτειες. Παράλληλα είχε αρνηθεί να κυρήξει , έστω και για καθαρά τυπικούς λόγους, τον πόλεμο κατά της ΕΣΣΔ μετά την γερμανική εισβολή.
 Έτσι, έβαλε ανθρώπους του και διοχέτευσαν στους Ιταλούς την "πληροφορία" ότι "οι προθυμοποιούμενοι δια να ενδυθούν και να εξοπλισθούν (σ.σ. της λεγεώνας) προτίθενται να λιποτακτήσουν εις τα βουνά δια να κτυπούν εκείθεν τους Ιταλούς κυρίως και δευτερευόντως τους Γερμανούς".
 Ο Ιταλός πρεσβευτής έντρομος έσπευσε να μεταβεί στη γερμανική πρεσβεία για να συζητήσει την αναβολή της αποστολής. 
Στις 12 Αυγούστου 1941 ο Αλτενμπουργκ τηλεγράφησε στο Βερολίνο για να πάρει τις τελικές οδηγίες σχετικά με τη συγκρότηση της Ελληνικής Λεγεώνας. Ανέφερε στους προϊσταμένους του στο Υπουργείο Εξωτερικών ότι “η Ελληνική Κυβέρνησις είχε προχωρήσει στις προετοιμασίες της τόσο, που μένει πλέον να κάνει την πρέπουσα διαφήμισιν μέσω του Τύπου για την δημιουργίαν της Λεγεώνας”.

Την ίδια ημέρα που το τηλεγράφημα έφθανε στη γερμανική πρωτεύουσα ο εκεί Ιταλός επιτετραμμένος Κοσμέλι επέδιδε διάβημα εκ μέρους της Ρώμης στον Ρίμπεντροπ ζητώντας να μην επιτραπεί η αποστολή Ελλήνων εθελοντών στο Ανατολικό Μέτωπο, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. 
Ο Ρίμπεντροπ  θέλοντας να ικανοποιήσει  -κατά την σύνηθη τακτική του- την ιταλική πλευρά ενημέρωσε τον Άλτενμπουργκ στην Αθήνα ότι η οριστική απόφαση του Βερολίνου στο συγκεκριμένο ζήτημα είναι να μην επιτραπεί η συγκρότηση της Ελληνικής Λεγεώνας.

Δυο μέρες αργότερα ο πληρεξούσιος του Ράιχ στην Ελλάδα, κόμης  Άλτενμπουργκ, απάντησε στον στρατηγό Τσολάκογλου πως “επειδή συγκεντρώθηκαν πολλές λεγεώνες στη Ρωσία, δημιουργήθηκε θέμα ανεφοδιασμού και προς το παρόν δεν τίθεται θέμα”. Η επίσημη ανακοίνωση των Αρχών Κατοχής έλεγε πως για “λόγους τεχνικούς δεν είναι δυνατόν να σταλεί η Λεγεών εις την Ρωσίαν”.

  Κάπως έτσι έληξε άδοξα η υπόθεση της Κυανόλευκης Μεραρχίας. Η αρνητική θέση του Τσολάκογλου ήταν σίγουρα κομβική, όπως εξίσου μεγάλο ρόλο έπαιξε και η δεδομένη ανασφάλεια των Ιταλών απέναντι στο ενδεχόμενο του εξοπλισμού Ελλήνων (μία αντίστοιχη αρνητικότητα επέδειξαν οι Ιταλοί και δύο χρόνια αργότερα για τα Τάγματα Ασφαλείας που ήταν βέβαια τελείως διαφορετική περίπτωση απ'την κυανόλευκη μεραρχία). Είναι προφανές ότι οι Ιταλοί δεν ήθελαν με τίποτα να διακινδυνεύσουν την πιθανότητα ελληνικών στρατιωτικών επιτυχιών στο ανατολικό μέτωπο, διότι αυτό θα ενίσχυε την θέση της Ελλάδας.
 Το εντυπωσιακό στοιχείο της υπόθεσης είναι πως αν και εφόσον υλοποιείτο αυτή η ιδέα και αποστελλόταν η Κυανόλευκη Μεραρχία στο ανατολικό μέτωπο, τότε θα ήταν η δεύτερη -χρονολογικά- εθελοντική μονάδα στο πλευρό του Γ’ Ράιχ. Οι πρώτοι εθελοντές ήταν οι της 5ης Μεραρχίας SS Viking που προέρχονταν από στην Σκανδιναβία και τις Κάτω Χώρες. Η συντριπτική πλειοψηφία των Ευρωπαίων εθελοντών στον γερμανικό στρατό προσήλθε απ’ το 1943 και μετά.




 Τα κυριότερα στοιχεία για την ανάρτηση είναι από την μονογραφία του Ιάκωβου Χονδροματίδη "Η μαύρη σκιά στην Ελλάδα".