Τρίτη 25 Ιουνίου 2013

Η ΜΟΝΗ ΒΑΤΟΠΕΔΙΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ



Τις μέρες που ο Τσολάκογλου υπέγραφε τη συνθηκολόγηση, οι Βούλγαροι – βάσει της συμφωνίας που είχαν συνάψει με τη Γερμανία για να επιτρέψουν τη δίοδο των στρατευμάτων της και να φθάσουν στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα – υποκαθιστούσαν τον γερμανικό στρατό κατοχής και καταλάμβαναν την ανατολική Μακεδονία και την Θράκη. Έτσι επέτυχαν το πολυπόθητο όνειρό τους: να φθάσουν στο Αιγαίο.
Ανεξάρτητα από τις τραγικές μεταβολές που εν γένει επέφερε στην Ελλάδα η παραχώρηση της κατοχής στους Βουλγάρους, η Μονή Βατοπεδίου είχε πρόσθετους λόγους ανησυχίας. Ενώ στις δύο προηγούμενες δεκαετίες είχε διεξαγάγει σκληρό δικαστικό και παρασκηνιακό αγώνα για να επιτύχει την πρακτική αναγνώριση της ιδιοκτησίας της στη Βιστωνίδα λίμνη (Μπουρού, όπως ήταν η παλαιά ονομασία της), μόλις τον Αύγουστο 1940 κατόρθωσε να επιτύχει την ιχθυοτροφική εκμετάλλευση της λιμνοθάλασσας προς ίδιον όφελος. Στα χρόνια του Μεσοπολέμου κύριος μοχλός για τις διεκδικήσεις της Μονής Βατοπεδίου έναντι του ελληνικού κράτους ήταν ο δικηγόρος Ιωάννης Ηλιάκης[1], προσωπικός φίλος του Ελευθερίου Βενιζέλου, ο μόνος που την εποχή της παντοδυναμίας του τον προσφωνούσε «Λευτεράκη». Ακόμη και τον συνταγματάρχη Στέφανο Σαράφη, τον μετέπειτα αρχηγό του ΕΛΑΣ, κάλεσε και φιλοξένησε στη Μονή Βατοπεδίου ο Ηλιάκης[2], στο πλαίσιο δημοσίων σχέσεων.
Μόλις ανέλαβε την πρωθυπουργία ο Τσολάκογλου, ο Ιω. Ηλιάκης του ζήτησε να λάβει μέριμνα για τη Μονή Βατοπεδίου, της οποίας – λόγω της βουλγαρικής κατοχής της Βιστωνίδος –τα εισοδήματα, που μετά από πολλούς αγώνες μόλις τον περασμένο Αύγουστο είχε κατορθώσει να της αναγνωρισθούν, αναμένονταν περιορισμένα. Τον Ιούλιο 1941 η κατοχική κυβέρνηση δημοσίευσε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως το υπ’ αριθ. 271 νομοθετικό διάταγμα[3] «περί αυθεντικής ερμηνείας του από 8/10 Απριλίου 1924 Ν.Δ. περί εξουσιοδοτήσεως του Υπουργού της Γεωργίας να υπογράψη δύο συμβάσεις μετά της Ιεράς Κοινότητος Αγίου Όρους και Ιεράς Μονής Βατοπεδίου περί παραχωρήσεως κλπ.», βάσει του οποίου ρυθμιζόταν η χρηματοδότηση, οργάνωση και διοίκηση της Αθωνιάδος Σχολής. Αργότερα η Αθωνιάς αναγνωρίστηκε (και μάλιστα αναδρομικά από το 1935) ως ισότιμη με τα ελληνικά δημόσια γυμνάσια.
Η παραχώρηση της ιχθυοτροφικής εκμετάλλευσης της λίμνης Μπουρού είχε συνδυασθεί με τη μεταβίβαση στο ελληνικό δημόσιο δύο αγροκτημάτων στη Χαλκιδική, που επίσης ανήκαν στη Μονή Βατοπεδίου, υπό τον όρο να χρηματοδοτεί (από τα έσοδα της εκμετάλλευσης) με ποσόν 1.100.000 δρχ. ετησίως τη λειτουργία της Αθωνιάδος Σχολής στο Άγιον Όρος. Η κυβέρνηση Τσολάκογλου, αναγνωρίζοντας ότι λόγω της βουλγαρικής κατοχής που μεσολάβησε η Μονή Βατοπεδίου δεν είχε επαρκή εισοδήματα για να καταβάλλει αυτό το ποσόν, εξέδωσε το Ν.Δ. 271, μειώνοντας το ποσόν στις 700.000 δρχ., αλλά πρόσθεσε τον όρο ότι εφεξής η οργάνωση και διοίκηση της Αθωνιάδος θα ασκείται από κοινού με την Ιερά Επιστασία του Αγίου Όρους και τη Μονή Βατοπεδίου.
Εν τω μεταξύ η Μονή, ελέω Χίτλερ, είχε διασώσει την ιδιοκτησία και τα εισοδήματά της από τη λιμνοθάλασσα Μπουρού ή Βιστωνίδα. Με ένα ειδικό διάταγμά του, το οποίο οι αγιορείτες το είχαν ονομάσει «χρυσόβουλο», το Ράιχ εγγυόταν το διεθνές καθεστώς του Αγίου Όρους και με την έννοια αυτή η Μονή Βατοπεδίου διατηρούσε την περιουσία και τα δικαιώματά της από τη βουλγαροκρατούμενη περιοχή, στην οποία βρισκόταν η λίμνη. Το διάταγμα αυτό (για χάρη του οποίου είχε αναρτηθεί και ένα ευμεγέθες πορτρέτο του Χίτλερ στη μεγάλη αίθουσα της Μονής Παντελεήμονος) διασφάλιζε το Άγιον Όρος κυρίως έναντι της Βουλγαρίας.


 Πηγή:  http://aera2012.blogspot.gr/2012/05/blog-post_20.html

Σάββατο 22 Ιουνίου 2013

Η συνεργασία ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και Βούλγαρων κατά του Τσαούς Αντών


 Μετά την μεταστροφή της Βουλγαρίας υπέρ των Συμμάχων τον Σεπτέμβριο του '44, τα βουλγαρικά κατοχικά στρατεύματα δεν αποχωρήσουν απ'τα ελληνικά εδάφη, όπως θα ΄πρεπε. Αντιθέτως παρέμεναν εντός ελληνικής επικράτειας, όντας υπό τις διαταγές της νέας φιλο-σοβιετικής βουλγαρικής κυβερνήσεως, και βοηθούσαν εμπράκτως το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ να αναλάβει την εξουσία στην ανατολική Μακεδονία και Θράκη.
 Η κατάσταση βέβαια ήταν πολύ ρευστή και είχε έντονο πολιτικό παρασκήνιο με το οποίο θα ασχοληθούμε σε άλλη ανάρτηση.

 Το πρόβλημα όμως τόσο για τους Βούλγαρους όσο κυρίως για τους ελασίτες ήταν η ύπαρξη των εθνικών αντάρτικων ομάδων που ήταν υπό την ηγεσία του Αντώνη Φωστερίδη (Τσαούς Αντών) και ήταν φυσικά αναγνωρισμένες και απ΄το Συμμαχικό Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής. Οι δυνάμεις του Τσαούς Αντών που έφεραν την επωνυμία ΕΑΟ/ΕΣΕΑ αποτελούσαν βραχνά για τους σκοπούς του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ (δηλαδή του ΚΚΕ) στην περιοχή. Οι πρώτες μεταξύ τους συγκρούσεις είχαν ήδη γίνει νωρίτερα μες στο 1944. Η συνέχεια της μεταξύ τους σύγκρουσης ήταν αναπόφευκτη.

 Από την μία μεριά ήταν ο ΕΛΑΣ με την σύμπραξη του μέχρι πρότινος κατοχικού βουλγαρικού στρατού που εν μία νυκτί μετετράπηκε σε συμμαχικό (!!!), και απ΄την άλλη μεριά οι άντρες των ΕΑΟ.
 Είναι προφανές ότι οι συσχετισμοί δυνάμεων ήταν σαφώς υπέρ των πρώτων.

 Οι δυνάμεις των κομμουνιστών ήταν οργανωμένες στην 6η μεραρχία του ΕΛΑΣ η οποία όπως είχαμε δει εδώ δεν συγκροτήθηκε για αντιστασιακό αγώνα, αλλά αποκλειστικά και μόνο για να επιβάλλει την εξουσία των κομμουνιστών στην περιοχή.
 Επιτελάρχης της 6ης μεραρχίας ήταν ο Κωνσταντάρας.
 Ο Κωνσταντάρας στο έργο του "Αγώνες και διωγμοί" ενώ είναι γενικώς αρκετά λεπτομερής στις περιγραφές του, εντούτοις αποφεύγει να αναφερθεί αναλυτικά στο ζήτημα των ενδοελληνικών συγκρούσεων του Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου 1944 και στο ζήτημα της συνεργασίας ελασιτών και Βούλγαρων.

Γράφει:
 "Στην συγκρουση ΕΛΑΣ και εθνικιστών, η ιστορική αλήθεια επιβάλει να λεχθεί ότι αναμίχτηκαν και οι Βούλγαροι ανάλογα με την ιδεολογική τους τοποθέτηση". [1]

Εδώ ισχυρίζεται ότι και οι δύο πλευρές (ΕΛΑΣ και ΕΑΟ) ενισχύονταν από Βούλγαρους.
 Από Βούλγαρους κομμουνιστές οι μεν, από Βούλγαρους αντικομμουνιστές οι δε.
 Μόνο που αυτό είναι ψέμα.
  Δεν υπάρχει το παραμικρό στοιχείο για ενίσχυση ή υποστήριξη των ανταρτών του Τσαούς Αντών από Βούλγαρους. Απλά ο Κωνσταντάρας, γνωρίζοντας την πικρή αλήθεια της συνεργασίας ελασιτών-Βουλγάρων προσπαθεί να πείσει ότι "και οι άλλοι συνεργάστηκαν με Βούλγαρους".

 Βέβαια ούτε καν ο ίδιος δεν φαίνεται να πολυπίστευε αυτά που ισχυριζόταν γιατί αμέσως παρακάτω έγραφε:

 "Απ΄την στιγμή όμως που επικράτησαν οι παρτιζάνοι και συνέλαβαν τον Συράκωφ και άλλους αξιωματικούς, άρχισε να παρουσιάζεται ως μονόπλευρη η βουλγαρική παρέμβαση".[2]

 Εδώ άφηνε να εννοηθεί ότι και καλά υπήρχε ένα μεσοδιάστημα στην διάρκεια του οποίου ο βουλγαρικός στρατός αμφιταλαντευόταν ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και στις ΕΑΟ του Φωστερίδη.
 Αυτό φυσικά είναι φαντασίωσή του.
 Δεν είχε ούτε την γενναιότητα να παραδεχτεί ευθέως ότι οι Βούλγαροι μόνο τον ΕΛΑΣ υποστήριζαν ανοικτά, αλλά το λέει πιο "κομψά" μιλώντας για "μονόπλευρη βουλγαρική παρέμβαση".

Ο βούλγαρος ιστορικός Ιορντάν Μπάεφ έγραφε πάνω στο θέμα:
 "Αμέσως μετά την 9η Σεπτεμβρίου η νέα βουλγαρική εξουσία συνδέθηκε στενά και συντονίστηκε με τις δυνάμεις του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ". [3]

Επίσης, ο καπετάνιος της Ομάδας Μεραρχιών Μακεδονίας (στην οποία υπαγόταν η 6η μεραρχία) Μάρκος Βαφειάδης διαψεύδει τον υφιστάμενό του Κωνσταντάρα και δεν διστάζει να παραδεχτεί την συνεργασία ελασιτών-Βουλγάρων, χωρίς βέβαια να αναφέρει το παραμικρό για ενίσχυση των Τσαούς Αντών απ΄τον βουλγαρικό στρατό:
 "..αυθόρμητα αποκαταστάθηκαν αγωνιστικές σχέσεις ανάμεσα στις δύο επαναστάσεις και άρχισαν να συνεργάζονται τα βουλγαρικά στρατεύματα με τα δικά μας. Και υποχωρώντας παρέδιναν τις πόλεις κλπ στον ΕΛΑΣ και ταυτόχρονα βάλανε στην διάθεση του ΕΛΑΣ βαρύ οπλισμό, πυρομαχικά κλπ. Κατ΄αυτόν τον τρόπο -χωρίς να πάρουν μέρος οι ίδιοι- βοηθούσαν τον ΕΛΑΣ στην διάλυση των τμημάτων Αντών Τσαούς στην ανατολική Μακεδονία". [4]

 Ο ιστοριογράφος των ΕΑΟ/ΕΣΕΑ Δημήτρης Καραϊσαρλής, βασιζόμενος σε βουλγαρικές στρατιωτικές πηγές, τονίζει ότι οι μονάδες που ενίσχυσαν τον ΕΛΑΣ ήταν η 16η και η 28η μεραρχία του βουλγαρικού στρατού. [5]

 Παρακάτω ο Κωνσταντάρας έγραφε:
 "Μπροστά στην δημιουργηθείσα κατάσταση, αμέσως μετά την απελευθέρωσή μου, εκδώσαμε επείγουσα διαταγή προς τα τμήματά μας να μην επιτρέπουν την ανάμιξη των παρτιζάνων, η οποία άλλωστε ήταν περιττή, γιατί ο ΕΛΑΣ με τις δυνάμεις του Έβρου ήταν κατα πολύ ισχυρότερος απ΄τους εθνικιστές" [6]


 Δεν είναι γνωστό αν αυτή η διαταγή στάλθηκε, αλλά ακόμα και να στάλθηκε είναι σίγουρο ότι δεν εφαρμόστηκε.

 Και πάλι ο Βαφειάδης ήταν αποκαλυπτικός:
 "Ε λοιπόν, σ'ολο αυτό το διάστημα ήταν βραχνάς το Γενικό Στρατηγείο πάνω απ΄το κεφάλι το δικό μας. 'Σταματήστε τις επιχειρήσεις ενάντια στον Αντών Τσαούς, σταματήστε την συνεργασία με τους Βούλγαρους, οι Άγγλοι διαμαρτύρονται..' τέτοια μας λέγανε. Εμείς από την μία μεριά αναγκαζόμαστε να στέλνουμε αυτές τις διαταγές στην 6η μεραρχία μας, αλλά απ΄την άλλη μεριά, με τον κομματικό δρόμο αναγκαζόμαστε να πούμε στον Ερυθριάδη να συνεχίσουν πιο έντονα τις επιχειρήσεις, για να συντομέψει ο χρόνος διάλυσης του Αντών Τσαούς" [7]


 'Όταν αρχίσαμε τις επιχειρήσεις ενάντια στα τμήματα του Αντών Τσαούς με απόρρητη διαταγή της ΟΜΜ που δεν την ανακοινώσαμε στο Γενικό Στρατηγείο και την συνεργασία με τα επαναστατημένα τμήματα του βουλγαρικού στρατού δεν πέρασε μέρα που να μην πάρουμε και μία διαταγή του Γενικού Στρατηγείου και του Σκόμπι να 'σταματήσουμε αμέσως τις επιχειρήσεις ενάντια στον Αντών Τσαούς και την συνεργασία με τους Βούλγαρους'. Εφτασαν μέχρι το σημείο να μας απειλούν ότι συνεγαζόμαστε με τους βούλγαρους κατακτητές" [8]



 Όσον αφορά την εξέλιξη των συγκρούσεων ο Βαφειάδης ξαναδιαψεύδει τον Κωνσταντάρα που όπως είδαμε υποστήριζε ότι ο ΕΛΑΣ από μόνος του ήταν πολύ ισχυρότερος απ΄τους άντρες των ΕΑΟ:

"Οι σύντροφοί μας εκεί πέρα δεν τα πολυκατάφερναν, πήγαινε σε μάκρος η δουλειά και τελικά δεν έγινε κατορθωτή η ολοκληρωμένη διάλυση του Τσαούς Αντών." [9]


 "Και παρά το γεγονός ότι η 6η μεραρχία δεν κατάφερε με κεραυνοβόλα ταχύτητα να διαλύσει τα τμήματα του Τσαούς Αντών, παρά την βοήθεια και των Βουλγάρων και οι επιχειρήσεις τράβηξαν σε μάκρος" [10]

 Σύμφωνα λοιπόν με τις παραδοχές του Βαφειάδη:
α) Η διοίκηση της Ομάδας Μεραρχιών Μακεδονίας (ΟΜΜ), δηλαδή ο Βαφειάδης και ο Μπακιρτζής, αγνοούσε επανειλημμένως τις διαταγές του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ όσον αφορά την ανατολική Μακεδονία, και έκανε ότι γούσταρε. Σε οποιοδήποτε σοβαρό στρατό του κόσμου θα είχε περάσει στρατοδικείο, σίγουρα θα είχε καθαιρεθεί και ίσως να αντιμετώπιζε ακόμη χειρότερες ποινές. Αυτός όμως όχι μόνο δεν καθαιρέθηκε αλλά λίγα χρόνια μετά ανέλαβε την ηγεσία του ΔΣΕ κατά τον συμμοριτοπόλεμο...
β) Η εξόφθαλμη συνεργασία ελασιτών-Βουλγάρων προκαλούσε σοβαρές αντιδράσεις ακόμα και στο Γ.Σ του ΕΛΑΣ, αλλά οι Βαφειάδης, Μπακιρτζής, Ερυθριάδης κλπ δεν έπαιρναν χαμπάρι..
γ) οι ελασίτες παρά την αμέριστη βοήθεια των Βουλγάρων, τα βρήκαν σκούρα με τους άντρες του Τσαούς Αντών. Ενδεικτικά αναφερουμε ότι δύο χαρακτηριστικές μάχες εκείνων των ημερών ήταν αυτή της Σταυρούπολης και αυτή του Κεχρόκαμπου. Για το σκέλος των στρατιωτικών επιχειρήσεων θα αναφερθούμε σε επόμενη ανάρτηση.

  
[1] "Αγώνες και διωγμοί" του Κώστα Κωνσταντάρα, σελ.269
[2] "Αγώνες και διωγμοί" του Κώστα Κωνσταντάρα, σελ.269
[3] "Δεκέμβρης του '44. Νεότερη έρευνα. Νέες προσεγγίσεις" επιμ. Γρηγόρη Φαράκου, σελ.171

[4] "Απομνημονεύματα" του Μάρκου Βαφειάδη, τόμος β', σελ. 204
[5] "Σκληροί αγώνες και μεγάλες θυσίες 1941-1944" του Δημήτριου Καραϊσαρλή, σελ.289
[6] "Αγώνες και διωγμοί" του Κώστα Κωνσταντάρα, σελ.269
[7] "Απομνημονεύματα" του Μάρκου Βαφειάδη, τόμος β', σελ. 204
[8] "Απομνημονεύματα" του Μάρκου Βαφειάδη, τόμος γ', σελ.199
[9] "Απομνημονεύματα" του Μάρκου Βαφειάδη, τόμος β', σελ. 204
[10] "Απομνημονεύματα" του Μάρκου Βαφειάδη, τόμος γ', σελ.199
 




Πέμπτη 20 Ιουνίου 2013

ΠΩΣ ΕΓΙΝΕ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ


 του Δημοσθένη Κούκουνα


Οι Γερμανοί όταν κατέλαβαν την Ελλάδα, βρήκαν επικεφαλής της Εκκλησίας της Ελλάδος τον Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο, τον από Τραπεζούντος, ιεράρχη εξαιρετικά μορφωμένο και μάλιστα με γερμανική παιδεία, αλλά και ιεράρχη που είχε αναπτύξει πλούσια εθνική δράση σε κρίσιμες περιόδους. Λογικά οι Γερμανοί θα θεωρούσαν πολύ χρήσιμη την παρουσία του, ακριβώς λόγω της γερμανικής παιδείας του, πλην όμως έχει λεχθεί ότι τον είχαν χαρακτηρίσει ως εχθρική προσωπικότητα. Αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος είχε κάνει φραστικές επιθέσεις εναντίον της Γερμανίας, με το διάγγελμα που εξέδωσε όταν έγινε η γερμανική επίθεση.
Κατά τη γνώμη τους, το αρχιεπισκοπικό διάγγελμα δεν είχε περιορισθεί στην ενίσχυση του εθνικού αγώνα που διεξήγαγε η Ελλάδα, όπως άλλωστε αναγνωριζόταν ότι ήταν καθήκον του, αλλά είχε χαρακτηρισμούς και αιχμές προσβλητικές για το γερμανικό έθνος. Στο διάγγελμά του εκείνο, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Εκκλησία»[1] ο Χρύσανθος τόνιζε:
«Από της σήμερον και έτερος εχθρός, η Χιτλερική Γερμανία, αδίκως και ανάνδρως επιτίθεται κατά της ιεράς ημών Χώρας. Η Α.Μ. ο Βασιλεύς και η Εθνική Κυβέρνησις καλούσιν ημάς εις νέας θυσίας προς υπεράσπισιν της Πίστεως ημών και του Δικαίου και της Ελευθερίας.
Εις όμοιον αγώνα αποδύεται και ο ομόδοξος ηρωικός λαός ετέρας ιεράς γης, της γείτονος Γιουγκοσλαυίας, καθ’ ης την αυτήν ημέραν και ώραν ήρξατο επιτιθέμενος ο κοινός πολέμιος. Αι δυνάμεις της ύλης και του σκότους συνώμοσαν κατά της δυνάμεως του πνεύματος και του φωτός.
Αλλ’ ο μέγας Θεός, όστις είναι Πνεύμα, Φως και Ζωή, δεν θα επιτρέψη την βασιλείαν του σκότους, και, όπως μέχρι τούδε ενίσχυσεν όπλα τα ιερά και διά της απαραμίλλου ανδρείας και γενναιότητος υμών κατέρριψε τον εξ Ιταλίας αντίθετον Γολιάθ, ούτω θα συντρίψη και τον εκ Γερμανίας Εκατόγχειρα Τυρφέα, και θα ανατείλη και πάλιν εις την καθ’ ημάς Ανατολήν και καθ’ όλην την οικουμένην τον ήλιον της Δικαιοσύνης και Αληθείας.
Επί τη πίστει ταύτη η Εκκλησία της Ελλάδος ευλογεί τους νέους ιερούς αγώνας και εύχεται, ίνα ο ισχυρός του Κυρίου βραχίων κατευθύνη τους πιστούς Συμμάχους εις νέα τρόπαια νίκης και θριάμβους προς διάσωσιν του κινδυνεύοντος χριστιανικού πολιτισμού, εν ω και μόνω είναι δυνατόν να ζώσι καλώς οι ευγενείς λαοί. “Αλλ’ ή καλώς ζην ή τεθνηκέναι τον ευγενή χρη”...».
Για το διάγγελμά του εκείνο ο Χρύσανθος με τις απαξιωτικές φράσεις του κατά της χιτλερικής Γερμανίας, είχε γίνει αντικείμενο σκληρής κριτικής από τον ραδιοφωνικό σταθμό του Βερολίνου, πριν ακόμη οι Γερμανοί καταλάβουν την Αθήνα. Ωστόσο, θα ήταν υπερβολή να υποστηριχθεί ότι οι Γερμανοί θα ήθελαν να τον εκδικηθούν προσωπικά για το προαναφερόμενο κείμενο, που άλλωστε δεν έφερε μόνο την δική του υπογραφή, αλλά και άλλων αρχιερέων[2], για τους οποίους δεν εκδηλώθηκε εχθρική προδιάθεση από τους Γερμανούς μόλις ήλθαν. Την πρώτη ημέρα που εισήλθαν στην ελληνική πρωτεύουσα, ο στρατηγός Γκέοργκ Στούμε τον επισκέφθηκε στο μέγαρο της Αρχιεπισκοπής, αντιμετωπίζοντας μια ψυχρή στάση, ενώ προηγουμένως ο Αρχιεπίσκοπος είχε αρνηθεί να παραστεί στην παράδοση της πόλης και στην ταυτόχρονη επίκληση του ανοχύρωτου.
Μια άλλη σημαντικής σημασίας ενέργεια του Χρυσάνθου ήταν η άρνησή του να ορκίσει, ύστερα από τρεις ημέρες, την πρώτη κατοχική κυβέρνηση, παρά τις παρακλήσεις του προσωπικού φίλου του Πλάτωνα Χατζημιχάλη. Η νομοταγής άποψή του ήταν ότι, αφού υπήρχε ακόμη επί ελληνικού εδάφους η νόμιμη ελληνική κυβέρνηση, δεν θα έπρεπε να ορκισθεί άλλη, ή ότι – εν πάση περιπτώσει – δεν ήθελε να εμπλακεί σε πολιτική πράξη, όπως θα ήταν η αυτοπρόσωπη παρουσία του στην ορκωμοσία της κυβέρνησης.
Θα έλεγε κανείς ότι με την απόλυτη αυτή στάση του, άνοιγε τον δρόμο για να συντελεσθεί η απομάκρυνσή του από τον αρχιεπισκοπικό θρόνο. Ωστόσο, αρχικά ούτε οι ίδιοι οι Γερμανοί, ούτε ο στρατηγός Τσολάκογλου είναι εκείνοι που επεδίωξαν τέτοια ενέργεια. Θα χρειασθεί να καταβληθεί μεγάλη προσπάθεια για να μεταπεισθεί τελικά ο Τσολάκογλου ως προς αυτό, ενώ ο καθηγητής Λούβαρις στα απομνημονεύματά του είχε διατυπώσει την άποψη ότι ο Χρύσανθος «ανεγνώριζε την ανάγκην και την χρησιμότητα της κατοχικής Κυβερνήσεως». Κατηγορηματικά αντίθετη γνώμη, όμως, είχε διατυπώσει, απαντώντας στον Λούβαρι, ο καθηγητής Παναγιώτης Μπρατσιώτης, στενός φίλος του Αρχιεπισκόπου[3]. Σε συνέχεια, πρόσθετα στοιχεία είχαν δώσει ο κατά την έναρξη της Κατοχής νεαρός αρχιμανδρίτης Ιερώνυμος Κοτσώνης, που ανήκε στο στενό περιβάλλον του Χρυσάνθου και ήταν γραμματέας της Ιεράς Συνόδου[4] και ο αρχιμανδρίτης και μετέπειτα Μητροπολίτης Πατρών Νικόδημος Βαλληνδράς[5], αρχιδιάκονος του Χρυσάνθου και αυτήκοος όσων είχε πει εκείνος.
Αλλά απέναντι στον Χρύσανθο υπήρχε τότε ένας προσωπικός αντίπαλός του, ο προς στιγμήν εκλεγείς Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Δαμασκηνός. Μετά τα γεγονότα της αρχιεπισκοπικής εκλογής του 1938, ο Δαμασκηνός αρνήθηκε να επανέλθει στη Μητρόπολη Κορινθίας και επέλεξε να αυτοεξορισθεί στη Μονή Φανερωμένης στη Σαλαμίνα. Το δικτατορικό καθεστώς φοβόταν τις κινήσεις του Δαμασκηνού, με αποτέλεσμα ο υπουργός Ασφαλείας Κων. Μανιαδάκης να διατάξει την παρακολούθηση και φρούρησή του, χωρίς όμως να απαγορεύονται οι μετακινήσεις του. Αρκετές φορές, ιδίως τις νυκτερινές ώρες, ο Δαμασκηνός απομακρυνόταν από τη Σαλαμίνα και ερχόταν στην Αθήνα, πάντοτε όμως στενά παρακολουθούμενος από τους ανθρώπους του Μανιαδάκη.

 Η συνέχεια εδώ: http://aera2012.blogspot.gr/2012/04/blog-post_29.html

Τρίτη 18 Ιουνίου 2013

Ο εξοπλισμός των βουλγαροκομιτατζήδων απ΄τους Ιταλούς το 1943


 Τον Μάρτιο του 1943 οι ιταλικές αρχές κατοχής στην Καστοριά πήραν την πρωτοβουλία να εξοπλίσουν βουλγαρόφιλους σλαβόφωνους απ΄την ευρύτερη περιοχή της Καστοριάς και των Πρεσπών. Ο σκοπός των Ιταλών ήταν η αντιμετώπιση των ανταρτών (του ΕΛΑΣ και της ΠΑΟ) που είχαν μόλις αρχίσει να κάνουν αισθητή την παρουσία τους στο γειτονικό Βόιο.
 Ο κύριος πρωτεργάτης αυτής της ενέργειας ήταν ο ιταλός υπολοχαγός Τζιοβάνι Ραβάλι, διευθυντής του γραφείου πληροφοριών στο ιταλικό φρουραρχείο Καστοριάς. Αυτός ήταν που πρότεινε τον εξοπλισμό των βουλγαρίζοντων και κατάφερε να πείσει επ΄αυτού τους ανωτέρους του.

Με τα όπλα που προσέφεραν οι Ιταλοί εξοπλίστηκε ένας σεβαστός αριθμός βουλγαρίζοντων. Οι εκτιμήσεις για τον αριθμό τους ποικίλουν. Οι πιο μετριοπαθείς υπολογισμοί τους έφερναν γύρω στους 2000, ενώ αλλού υπολογίζονταν εώς και 7.000. Γενικότερα ο υπολογισμός τους δεν ήταν εύκολη υπόθεση αφού επρόκειτο για ατάκτους που από ένα σημείο και μετά με ευκολία άλλαζαν στρατόπεδο και εντάσσονταν στον κομμουνιστικό ΕΛΑΣ.
 Αυτές οι εξοπλισμένες ομάδες έφεραν τον τίτλο Αξονοβουλγαρομακεδονικό Κομιτάτο, απ'όπου πήραν και την ονομασία κομιτατζήδες, και εγκατέστησαν φρουραρχεία και τοπικές επιτροπές σε κωμοπόλεις και χωριά της περιοχής. Αρχικά, επικεφαλής του Κομιτάτου στην Καστοριά ήταν ο Νίκος Σιστοβάρης, γνωστότερος και ως Μπάι Κόλε και υπαρχηγός ο Λουκάς Δαμιανίδης που ήταν ίσως η κυριότερη φυσιογνωμία του Κομιτάτου και διετέλεσε φρούραρχος στο ΄Αργος Ορεστικό. ΄Αλλοι τοπικοί ηγέτες των κομιτατζήδων ήταν οι Πασχάλης Καλλιμάνης, Κοσμάς Κυριακόπουλος ή αλλιώς Μπάι Κούζε, Χρήστος Νασκόπουλος, Παντελής Μακρής κ.α.

 Από στρατιωτικής άποψης οι κομιτατζήδες δεν επέδειξαν ιδιαίτερες αρετές. Κατά κανόνα αρκούνταν σε ρόλο βοηθητικό των ιταλικών στρατευμάτων κατοχής και επιδίδονταν σε αυθαίρετες εκτελέσεις, τρομοκρατία, πλιάτσικο, λεηλασίες και βιαιότητες σε βάρος των Ελλήνων.
 Γρήγορα οι Ιταλοί αντιλλήφθηκαν ότι τα προβλήματα που προκαλούσαν οι κομιτατζήδες με την συμπεριφορά τους ήταν περισσότερα απ΄τα όποια οφέλη είχαν να αποκομίσουν απ΄αυτούς. 'Ετσι απ΄τον Μάιο του '43 άρχισαν να επανεξετάζουν το ζήτημα προσβλέποντας στην αφαίρεση των  αρμοδιοτήτων που τους είχαν παραχωρήσει. Αυτό απετέλεσε και την αφορμή για το πρώτο κύμα της μεταπήδησης κομιτατζήδων στον ΕΛΑΣ. ΄Οπως είχαμε δει και εδώ τον Ιούνιο του ΄43 ξεκίνησαν οι προσχωρήσεις κομιτατζήδων στον ΕΛΑΣ.

 Ο πιο σημαντικός όμως λόγος  γι'αυτήν την αλλαγή στάσης των Ιταλών ήταν  επειδή κατάλαβαν πως οι κομιτατζήδες ήταν σταθερά προσανατολισμένοι προς την Βουλγαρία και δεν ενδιαφέρονταν φυσικά για την προάσπιση των ιταλικών συμφερόντων στην περιοχή.
 Αυτό ήταν  αναμενόμενο διότι ήταν φυσιολογικό οι βουλγαρίζοντες σλαβόφωνοι να είναι στραμμένοι προς την Βουλγαρία. Καθοριστικής σημασίας σε αυτό το θέμα ήταν και ο ρόλος του βούλγαρου υπολοχαγού Αντόν Κάλτσεφ που υπηρετούσε ως σύνδεσμος-διερμηνέας στο γερμανικό φρουραρχείο Φλωρίνης.

 Ο Κάλτσεφ καταγόταν απ΄το χωριό Σπήλαιο της Καστοριάς, ήταν στενός συνεργάτης του Ραβάλι και πολύ σύντομα ανεδείχθη στον κυριότερο παράγοντα εξοπλισμού των βουλγαρόφιλων της Καστοριάς και των Πρεσπών. Ο Ραβάλι πιθανότατα ήθελε να εκμεταλλευτεί την επιρροή του Κάλτσεφ στους βουλγαρίζοντες, αλλά στην πορεία μάλλον υποσκελίστηκε απ΄αυτόν, πράγμα λογικό αφού ο δεύτερος λόγω εθνικότητας μπορούσε να ασκήσει μεγαλύτερη επιρροή, ενώ καταγόταν κιόλας και απ΄την περιοχή.
 Επίσης ο Κάλτσεφ λόγω της θέσεώς του βρισκόταν σε διαρκή επικοινωνία τόσο με τις βουλγαρικές αρχές κατοχής στο Μοναστήρι (στα σημερινά Σκόπια που ήταν τότε υπό βουλγαρική κατοχή) όσο και με το βουλγαρομακεδονικό Κομιτάτο του Περλεπέ (επίσης των Σκοπίων) που είχε αρχηγό τον Ιβάν Μιχαήλοφ και εξόπλιζε ντόπιους βουλγαρόφιλους των Σκοπίων.
Παράλληλα οι Ιταλοί χάρη σε αλληλογραφία που έπεσε στα χέρια τους είχαν σημαντικές ενδείξεις ότι το Κομιτάτο του Περλεπέ καθοδηγούσε ανοικτά τους κομιτατζήδες της ιταλοκρατούμενης Μακεδονίας.

 Η επίσημη βουλγαρική κυβέρνηση δεν είχε άμεση εμπλοκή στον εξοπλισμό των κομιτατζήδων. Δεν δίστασε όμως μέσω δημοσιευμάτων στον ελεγχόμενο βουλγαρικό τύπο της εποχής να χαιρετίσει το γεγονός.

 Λίγους μήνες αργότερα, όταν οι Γερμανοί αντικατέστησαν τους Ιταλούς ως κατοχικός στρατός στην περιοχή, ακολούθησαν την πεπατημένη του εξοπλισμού των κομιτατζήδων.
  Για το ξεκίνημα του κακού όμως ευθύνονταν αναμφίβολα οι Ιταλοί οι οποίοι με τον εξοπλισμό των κομιτατζήδων άνοιξαν την όρεξη σε κάθε ανθελληνικό και καιροσκοπικό στοιχείο και προκάλεσαν αναστάτωση σε μια εθνικά ευαίσθητη ελληνική περιοχή. Με την άμεση εμπλοκή τόσο των ελασιτών (που δεν είχαν και τις πιο φιλελληνικές θέσεις για το μακεδονικό) όσο και του Τίτο το θέμα πήρε ανεξέλεγκτες διαστάσεις και παραλίγο να στοιχίσει ακριβά στον ελληνισμό.


Πηγές: "Λεηλασία φρονημάτων", τόμος α' του Ιωάννη Κολλιόπουλου.
           "Η Κατοχή εν Μακεδονία" του Αθανάσιου Χρυσοχόου, βιβλίο β' τεύχος β' 

Κυριακή 16 Ιουνίου 2013

Τι σχέση έχει ο Μελιγαλάς με την ΕΡΤ ρε πανίβλακες της αριστεράς;


΄Ολοι είδαμε ότι στο προαύλιο της ΕΡΤ οι συγκεντρωμένοι φώναζαν μεταξύ άλλων το "επαναστατικό" σύνθημα "ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΜΕΛΙΓΑΛΑΣ" που παρέπεμπε φυσικά στο απεχθές έγκλημα πολέμου που διέπραξαν οι κομμουνιστές στην μαρτυρική κωμόπολη της Μεσσηνίας.
  Μοιραία, οι αριστεροί που φώναζαν αυτό το σύνθημα θα πρέπει να εξηγήσουν κατά ποιον τρόπο συνδέεται το θέμα της ΕΡΤ με το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και το έγκλημα του Μελιγαλά.

 Το ερώτημα φυσικά είναι ρητορικό.
Είναι προφανές ότι δεν υπάρχει απολύτως καμμία σχέση ανάμεσα στα γεγονότα του Μελιγαλά του 1944 και το κλείσιμο της ΕΡΤ το 2013. Μόνο ένας σχιζοφρενής θα επιχειρούσε να τα συσχετίσει.

 Απλά για μια ακόμη φορά οι αριστεροί - διαφόρων τάσεων και αποχρώσεων- έσπευσαν να καπελώσουν με τον πλέον απόλυτο τρόπο ένα σημαντικό κοινωνικό ζήτημα, και να το "ντύσουν" με εμφυλιοπολεμική φρασεολογία.
 Τι προσπαθούν να πετύχουν;
 Να αποδείξουν ότι η ΕΡΤ είναι φέουδό τους, και το υπερασπίζονται;
 Μπράβο τους. Μόνο που στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να εξηγήσουν (αυτοί οι ... αντιμνημονιακοί...) γιατί δεν αντιδρούσαν εμπράκτως στην φιλομνημονιακή γραμμή της ΕΡΤ την οποία επέβαλλε η τριμερής κυβέρνηση-μαριονέτα.

 Η υιοθέτηση  τέτοιων άσχετων με το θέμα της ΕΡΤ συνθημάτων από μέρους τους καταδεικνύει τα τεράστια συμπλέγματά τους. Οι αριστεροί, οποιασδήποτε τάσης, δεν έχουν χωνέψει ακόμα την ήττα των πολιτικών τους προγόνων και ονειρεύονται νέες πηγάδες του Μελιγαλά για να πάρουν την ιστορική ρεβάνς...
 ΄Ετσι νομίζουν τουλάχιστον. Τόσο μυαλό έχουν.
 Αντί να κοιτάξουν να χρησιμοποιήσουν μια φρασελογία και μια συνθηματολογία που θα έλξει περισσότερο κόσμο, αυτοί κραυγάζουν για Μελιγαλάδες απωθώντας έτσι ένα σημαντικό τμήμα του λαού που επίσης διαφωνεί κάθετα με το ετσιθελικό κλείσιμο της ΕΡΤ απ΄την μνημονιακή κυβέρνηση ανδεικέλων και την απόλυση 2,500 εργαζομένων.

Τελικά η ήττα τους το 1943-49 τους άφησε τόσα απωθημένα τα οποία σε συνδυασμό με την εκρηκτική άνοδο της Χρυσής Αυγής τους τυφλώνουν σε τέτοιο βαθμό ώστε να κάνουν το ένα λάθος πίσω απ΄τ'αλλο. Αν ζούσαν σήμερα οι μεγάλοι αγκιτάτορες  του πάλαι ποτέ ΚΚΣΕ, θα τράβαγαν τα μαλλιά τους με τις "μεγαλοφυίες" της ελλαδικής αριστεράς που ηλιθιωδώς κραυγάζουν για Μελιγαλάδες λόγω του κλεισίματος της ΕΡΤ..

Είναι αυτονόητο ότι ουδείς λογικός άνθρωπος θα μπορούσε ποτε να εκλάβει  σαν απειλή το σύνθημα "ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-Μελιγαλάς".
Θα ήταν γελοίο να θεωρηθούν απειλή οι καλοβολεμένοι σαπιοκοιλιάδες της αριστεράς.
Μόνο για τον εαυτό τους αποτελούν απειλή και για κανέναν άλλο.

Ας κραυγάζουν λοιπόν όσο θέλουν για Μελιγαλάδες, για πηγάδες, για ΄Αρηδες, για κονσερβοκούτια και ότι άλλο γουστάρουν. Ομαδική ψυχοθεραπεία κάνουν, και μάλιστα αποτυχημένη, και τίποτα περισσότερο.

 Ας θυμούνται όμως οι πανίβλακες ότι στον Μελιγαλά τον Σεπτέμβριο του 1944 μπορεί να έγινε ότι έγινε, αλλά μερικούς μήνες μετά το σκηνικό άλλαξε άρδην και δεν ήταν καθόλου ευχάριστο για τα κομμούνια της εποχής..
 Γιατί εκτός από βλάκες και νευρωτικοί είναι και άσχετοι.


Πέμπτη 13 Ιουνίου 2013

Υπάρχουν σαφείς μαρτυρίες για το τι πραγματικά έγινε με τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης; - μέρος β'


 Είχαμε δει εδώ, βασιζόμενοι στην μελέτη της Εβραίας Οντέτ Βαρών-Βασάρ, ότι οι πρώτες μαρτυρίες σχετικά με την αποκαλούμενη εξόντωση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης αφ'ενός μεν είναι εξαιρετικά ολιγάριθμες για ένα τόσο συνταρακτικό γεγονός και έχουν μεγάλα κενά αφ'ετέρου πράγμα που τις καθιστά τουλάχιστον συζητήσιμες.

 Το πολύ περίεργο και παράδοξο είναι ότι το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των μαρτυριών καταγράφηκαν απ΄την δεκαετία του '80 και μετά, δηλαδή 4 δεκαετίες μετά την αποκαλούμενη εξόντωση..

   Εδώ  μπορούμε να δούμε την λίστα με τις δημοσιευμένες μαρτυρίες διασωθέντων Εβραίων.
 Έχουν εκδοθεί συνολικά 49 (κυρίως υπό μορφή βιβλίων, αλλά και άρθρων), εκ των οποίων:
-19 από το 2000 και μετά
-18 την δεκαετία του '90
- 6 την δεκαετία του '80
- 1 την δεκαετία του '60 (εκδόθηκε μεταφρασμένη στα ελληνικά το 1986)
- 5 στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ΄40 (δύο εκ των οποίων επανεκδόθηκαν και μεταφράστηκαν στα ελληνικά την δεκαετία του ΄70)

Για αυτά που δημοσιεύτηκαν ως και την δεκαετία του ΄60 (6 συνολικά) έχουμε αναφερθεί στο α΄ μέρος της ανάρτησης και έχουμε καταδείξει κάποια σοβαρά κενά τους, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η Βαρών-Βασάρ.

 Πάνω σε αυτό η ίδια λέει (σελ.325):
 "Στην δεκαετία του '80, όπως ήδη ειπώθηκε, θα αφυπνιστεί διεθνώς και θα επιβληθεί σην συλλογική μνήμη των δυτικών κοινωνιών η μνήμη της γενοκτονίας των Εβραίων"
 και εδώ (σελ.328):
"η δεκαετία του ΄80 είναι αυτή που θα δει να συγκροτείται διεθνώς η μνήμη του Άουσβιτς"

και παρακάτω ειδικότερα για την Ελλάδα λέει (σελ.326):
"Στην Ελλάδα, η δεκαετία του '80 σηματοδοτεί την δειλή έναρξη του ενδιαφέροντος για το θέμα. Πρώτα-πρώτα δημοσιεύονται οι πρώτες μαρτυρίες επιζώντων, μετά από σιωπή τεσσάρων δεκαετιών".

 Τι ήταν αυτό όμως που προκάλεσε αυτήν την "διεθνή αφύπνιση" επί του θέματος;

 Η Εβραία συγγραφέας δεν το αποσαφηνίζει αλλά εμμέσως πλην σαφώς δίνει μία ερμηνεία (σελ.290):
 "Ως τις αρχές της δεκαετίας του ΄80, ο όρος μπορεί να χρησιμοποιείτο σποραδικά, αλλά σε καμμία περίπτωση δεν ήταν καθιερωμένος. Ο ατυχής όρος "Ολοκαύτωμα", που σημαίνει καταρχάς στην Παλαιά Διαθήκη 'θυσία δια του πυρός', ανασύρθηκε από την αμερικάνικη βιβλιογραφία και χρησιμοποιήθηκε στην δεκαετία του '80 για να βαφτίσει το γεγονός για το οποίο τότε μόνο άρχιζε να γίνεται ευρύτερα λόγος. Το ομώνυμο τηλεοπτικό σήριαλ του 1979, που γνώρισε τεράστια επιτυχία τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Γερμανία, καθιέρωσε την ονομασία αυτή στα μέσα μαζικής ενημέρωσης".

  Σύμφωνα λοιπόν με την Βαρών-Βασάρ, ο ατυχής όρος "ολοκαύτωμα" καθιερώθηκε από ένα αμερικάνικο σήριαλ του 1979 (ως γνωστόν στο Χόλιγουντ η εβραϊκή επιρροή κάθε άλλο παρά αμελητέα είναι...) και όλως τυχαίως η αμέσως επόμενη δεκαετία του΄80 σηματοδότησε την απότομη αύξηση του ενδιαφέροντος για το θέμα διεθνώς...
 Θεωρείται επίσης τελείως συμπτωματικό ότι αυτά συνέβαιναν σε μία χρονική περίοδο κατά την οποία η αραβο-ισραηλινή διένεξη είχε κορυφωθεί, και ως εκ τούτου οι Εβραίοι θα είχαν κάθε επικοινωνιακό και πολιτικό συμφέρον να βρίσκεται στην επικαιρότητα το θέμα των όποιων εναντίον τους διώξεων στο παρελθόν...


 Είναι προφανές πως όταν μία κοινότητα υποτίθεται ότι έχει υποστεί τέτοια καταστροφή, είναι λογικό να υπάρχει πλήθος σχετικών μαρτυριών από επιζώντες και όχι μία περίεργη σιωπή επί δεκαετίες η οποία ως εκ θαύματος να ακολουθείται από έναν οργασμό μαρτυριών 40 χρόνια μετά...

Το γεγονός το επισημαίνει και η Βαρών-Βασάρ (σελ.325-6):
 "Και ειδικά η μνήμη αυτής της γενοκτονίας, αντί να είναι έντονη τα πρώτα χρόνια και να ξεθωριάζει αργότερα, όπως θα περίμενε ίσως κανείς, υπήρξε βυθισμένη στην λήθη για δεκαετίες, αναδύθηκε με δυσκολία, καλλιεργήθηκε και έδωσε μάχη για να επιβληθεί, πράγμα που κατόρθωσε στο διεθνές στερέωμα μόνο στη δεκαετία του ΄80"

 
 Όπως φαίνεται απ΄τις δημοσιευμένες μαρτυρίες, εδώ στην Ελλάδα η έκρηξη ενδιαφέροντος για το θέμα έγινε την δεκαετία του ΄90. Δηλαδή οι διασωθέντες Εβραίοι της Ελλάδας "ευαισθητοποιήθηκαν" για το θέμα με μία δεκαετία καθυστέρηση συγκριτικά με τους ομοεθνείς τους του εξωτερικού.
 Γιατί συνέβη αυτό; Γιατί οι Εβραίοι της Ελλάδας, και ειδικότερα της Θεσσαλονίκης, σιωπούσαν για τόσες δεκαετίες; 

 Το ερώτημα γίνεται ακόμα πιο ενδιαφέρον απ΄την στιγμή που απ΄τα πρώτα πράγματα που έκαναν οι Εβραίοι στην μεταπολεμική Ελλάδα ήταν να ιδρύσουν το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο (ΚΙΣ) το 1945 με σκοπό όπως λένε οι ίδιοι "την ανασυγκρότηση των κατεστραμμένων από τους Ναζί Ισραηλιτικών Κοινοτήτων της Ελλάδος".
 Παρ'ολ'αυτά, έπρεπε να φτάσουμε στην δεκαετία του ΄90 για να δημοσιευτεί αξιόλογος όγκος μαρτυριών στην Ελλάδα, και αυτό σαν απόηχος της "διεθνούς αφύπνισης" που έγινε την δεκαετία του ΄80...

Η Βαρών-Βασάρ στην μελέτη της δεν δίνει καμμία ουσιαστική και πειστική απάντηση στο παραπάνω κρίσιμο ερώτημα.
 Στον επίλογο όμως αναφέρει κάτι πολύ ενδιαφέρον που καταδεικνύει και μία συγκεκριμένη πολιτική σκοπιμότητα (σελ.343):
 "Το να προστεθεί η γενοκτονία των Εβραίων στις σιωπές που πρέπει να σπάσουν και στα θέματα που οφείλουν να ενταχθούν τόσο στην συλλογική μνήμη όσο και στην ελληνική ιστοριογραφία, όχι μόνο θα δώσει μία πληρέστερη εικόνα της εποχής, αλλά θα προσφέρει και γόνιμη ευαισθητοποίηση σε θέματα ρατσισμού και ξενοφοβίας, κυρίως μέσα από την εκπαίδευση"


 Ο καθένας ας βγάλει τα συμπεράσματά του.

Τρίτη 11 Ιουνίου 2013

Μύθοι που αντέχουν, μύθοι που καταρρίπτονται



 του Νίκου Μαραντζίδη


Περισσότεροι από 2.000 τίτλοι εκδόθηκαν από την Απελευθέρωση ως σήμερα για τη δεκαετία του 1940. Οι μισοί μετά το 1981. Βιβλία προπαγανδιστικά, πολιτικά, ιστορικά, οικονομικά, κοινωνιολογικά, ψυχιατρικά και μεγάλος αριθμός μαρτυριών και αυτοβιογραφιών.
 
Καμία άλλη ιστορική περίοδος δεν συγκέντρωσε το ενδιαφέρον της βιβλιογραφικής παραγωγής όσο η δεκαετία του ΄40. Τα τελευταία τριάντα χρόνια μάλιστα βρισκόμαστε μπροστά σε ένα φαινόμενο εκδοτικής «έκρηξης». Από την Απελευθέρωση ως σήμερα εκδόθηκαν περίπου 2.000 τίτλοι με αντικείμενο την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Περισσότερο από το 50% των τίτλων είδε το φως της ημέρας μετά το 1981. Τα βιβλία αυτά είναι κάθε περιεχομένου: προπαγανδιστικού, πολιτικού, ιστορικού, οικονομικού, κοινωνιολογικού, ακόμη και ψυχιατρικού. Ανάμεσά τους υπάρχει ένα μεγάλος αριθμός μαρτυριών και αυτοβιογραφιών. Από αυτές ξεχωρίζουν οι αναμνήσεις των βρετανών αξιωματικών που δραστηριοποιήθηκαν στην Ελλάδα, όπως ήταν ο Μάγερς, ο Γουντχάουζ και ο Χάμοντ και αυτές των ηγετικών στελεχών των αντάρτικων οργανώσεων (Σαράφης, Κικίτσας, Πυρομάγλου κ.ά.).
  Θέση μέσα στη βιβλιογραφία απόκτησαν και τα ημερολόγια. Σχετικά πρόσφατα εκδόθηκαν δύο τέτοια ημερολόγια, που μοιάζουν εντυπωσιακά μεταξύ τους· ενός ελασίτη αντάρτη, του Β. Παπανάνου ( το αντιηρωικό ημερολόγιο ) και ενός εδεσίτη, του Γ. Ρωμανού ( Μια αθηναϊκή βεγγέρα του 1944 ). Τα δύο αυτά ημερολόγια είναι αποκαλυπτικά του βαθμού εξιδανίκευσης και της μυθοποίησης των κινήτρων και της δράσης του αντάρτικου.

Η επιστημονική βιβλιογραφική παραγωγή δεν είναι ευκαταφρόνητη. Μέχρι στιγμής έχουν καταγραφεί περίπου 200 μονογραφίες και συλλογικοί τόμοι. Σχεδόν οι μισές από αυτές τις μελέτες επικεντρώνονται αποκλειστικά στην Κατοχή και στην Απελευθέρωση.

Οπως συμβαίνει παντού, η ιστοριογραφική παραγωγή στην Ελλάδα επηρεάστηκε από εξωγενείς (ως προς την επιστημονική κοινότητα) και ενδογενείς παράγοντες. Ως το 1974 οι μη ομαλές πολιτικές συνθήκες και η έλλειψη πρόσβασης στα ελληνικά αρχεία είχαν ως αποτέλεσμα να αναπτυχθεί στο εξωτερικό ένα αξιόλογο ερευνητικό ενδιαφέρον και να εκδοθούν βιβλία που επηρέασαν σημαντικά την επιστημονική ατζέντα. Ενα σημαντικό μέρος αυτών των μελετών στηρίχθηκε στα βρετανικά αρχεία, που ήταν αφενός ανοικτά, και αφετέρου ιδιαίτερα πλούσια σε πληροφορίες. Τα αρχεία αυτά συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό στην κατανόηση της βρετανικής πολιτικής αλλά και γενικότερα της σχέσης ανάμεσα στο διεθνές περιβάλλον και τις εσωτερικές εξελίξεις (Ρ. Ρapastratis, Βritish Ρolicy Τowards Greece during the Second World War ).

Η δεκαετία του ΄90 και το συνακόλουθο τέλος του Ψυχρού Πολέμου σημαδεύτηκαν από την έλευση νέων τάσεων στην έρευνα της δεκαετίας του ΄40. Κοινό χαρακτηρι στικό των νέων ερευνών η στροφή στο μαζικό επίπεδο. Οι νέες έρευνες έδωσαν έμφαση στην ανάλυση της πολιτικής δυναμικής και των κοινωνικών εξελίξεων που διαμορφώθηκαν σε μικροεπίπεδο, στις τοπικές κοινωνίες. Την ίδια ακριβώς περίοδο άρχισε να αυξάνει ριζικά το ενδιαφέρον για τη μελέτη των συνθηκών και των συνεπειών της εξόντωσης των ελλήνων εβραίων. Ιδιαίτερη προσοχή υπήρξε επίσης για τις μειονότητες και τις εθνοτικές ομάδες, για τους νέους και τις γυναίκες, για κοινωνικά υποκείμενα που χάνονταν τα προηγούμενα χρόνια μέσα στο μεγάλο εθνικό αφήγημα. Σταθερά αποκαθίσταται τα τελευταία χρόνια η ισορροπία ανάμεσα στο ατομικό και στο συλλογικό.

Το αναθεωρητικό ρεύμα
Η έκδοση του βιβλίου του Μ. Μazower το 1993 ( Ιnside Ηitler΄s Greece ) δικαίως θεωρείται από πολλούς η χρονική αφετηρία ενός νέου «αναθεωρητικού» ρεύματος. Ο Μazower μετατοπίζει το βάρος της ανάλυσης από τις διεθνείς και ελληνικές πολιτικές εξελίξεις στις κοινωνικές επιπτώσεις της γερμανικής Κατοχής και της Αντίστασης. Ιδιαίτερη έμφαση δίνει ο συγγραφέας στην εμπειρία της βίας κατά τα χρόνια της Κατοχής και στα αποτελέσματα που είχαν στη ζωή της υπαίθρου τα εαμικά ριζοσπαστικά πολιτικά και κοινωνικά προτάγματα.

Ο Μazower πέτυχε κάτι ακόμη που συζητιέται στα ακαδημαϊκά «πηγαδάκια» αλλά σπανιότερα γράφεται δημόσια: να διευρύνει το αναγνωστικό κοινό για την ιστορία της δεκαετίας του ΄40. Ως τότε τα επιστημονικά βιβλία με αντικείμενο τα χρόνια αυτά περιορίζονταν σε ένα σχετικά στενό αναγνωστικό κοινό φιλιστόρων. Ο βρετανός ιστορικός κατάφερε να φέρει νέους αναγνώστες και να μετατρέψει τα βιβλία για τη δεκαετία του ΄40 σε «ευπώλητα». Η εκδοτική αυτή επιτυχία του Μazower, όπως και αργότερα άλλων βιβλίων του «αναθεωρητικού ρεύματος», ίσως να εξηγεί, ως έναν βαθμό, την ενόχληση κάποιων και το μέγεθος των αντιδράσεων που οι νέες έρευνες αντιμετώπισαν.

Σε συγκριτικό επίπεδο, η εργασία του Στ. Καλύβα ( Τhe logic of violence in civil war ) αποτελεί μια πρωτοποριακή μελέτη καθώς επιτρέπει να κάνουμε συγκρίσεις και να προχωρήσουμε σε γενικεύσεις για τα κίνητρα και τον ρόλο της βίας σε συνθήκες εμφυλίου πολέμου. Από ιστορικής πλευράς, μας βοηθά να κατανοήσουμε τις συνθήκες της εμφύλιας σύγκρουσης μέσα στα χρόνια της Κατοχής στην περιοχή της Αργολίδας και ευρύτερα στην Πελοπόννησο.

Τα τελευταία χρόνια υπήρξε επίσης μια άνθηση των μελετών για τις αστικές μη εαμικές οργανώσεις της Αθήνας που τα προηγούμενα χρόνια είχαν παραμεληθεί. Τα βιβλία του Π. Μακρή Στάικου ( Κίτσος Μαλτέζος ), του Κ. Σβολόπουλου ( Χαϊδάρι 8 Σεπτεμβρίου 1944 ) και του Ε. Χατζηβασιλείου ( ΠΕΑΝ 1941-1945 ) έφεραν σε επαφή τους αναγνώστες με έναν σχεδόν ξεχασμένο κόσμο.

Ο κ.Νίκος Μαραντζίδης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Μεταξύ των βιβλίων του συγκαταλέγονται το Γιασασίν Μιλέτ- Ζήτω το Εθνος, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης,2001 και,σε επιμέλειά του,το Οι άλλοι καπετάνιοι, Εστία,2005. Η ΧΡΗΣΙΜΗ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ
Μετά το 1990 νέες εργασίες άγγιξαν θέματα ταμπού όπως ήταν αυτά της εαμικής βίας,του αντιστασιακού αντικομουνισμού και του δωσιλογισμού.Κάποιες από αυτές τις μελέτες προκάλεσαν ζωηρές συζητήσεις και αντιπαραθέσεις.Το άρθρο του Στάθη Καλύβα για την τρομοκρατία του ΕΑΜ που δημοσιεύτηκε στο βιβλίο του Μazower (Μετά τον Πόλεμο) και το βιβλίο για τους αντικομμουνιστές ενόπλους της Μακεδονίας και της Ηπείρου που εκδόθηκε με επιμέλεια δική μου (Οι άλλοι καπετάνιοι) δέχτηκαν έντονες επιθέσεις από μια τυφλή και απροσχημάτιστα,μερικές φορές,στρατευμένη ιστοριογραφία,που αντιμετώπισε με ανησυχητική έλλειψη ψυχραιμίας την έλευση του νέου ρεύματος.Μερικές φορές τα πράγματα «ποδοσφαιροποιήθηκαν» καθώς αντί του διαλόγου κυριάρχησαν οι προσωπικές επιθέσεις και οι θεωρίες συνωμοσίας.Επιστρατεύτηκαν κάθε λογής επιχειρήματα,που αν τα συγκεντρώσει κανείς μπορεί θαυμάσια να εκδώσει το «λεξικό του ελληνικού αναθεωρητισμού» με δεκάδες υβριστικά λήμματα.Παρά όμως τις αρνητικές όψεις αυτής της κατάστασης,είναι αναμφισβήτητο πως η ιστορική έρευνα προχώρησε και βάθυνε.

Κανένας από τους μύθους δεν αντέχει πλέον,σημείωνε σε κείμενό του το 2004,στην εφημερίδαΤα Νέαο Μazower, ίσως ο πιο αισιόδοξος του νέου ιστορικού ρεύματος.Εγώ, από την πλευρά μου,θα έλεγα πως αρκετοί από τους μύθους δείχνουν ακόμη ιδιαίτερη αντοχή,αλλά είναι στο χέρι των ιστορικών να τους καταρρίψουν.Σε τελική ανάλυση,όπως έλεγε και ο Ο. Wilde,η μόνη μας υποχρέωση απέναντι στην Ιστορία είναι να την ξαναγράψουμε.

 Πηγή