Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2013

Ο αγιογράφος του Βελουχιώτη παρουσίαζε ως σκληρό πολεμιστή τον "παπά του Άρη" που δεν είχε ρίξει ούτε μία σφαίρα στο αντάρτικο


 Ο συγγραφέας Διονύσης Χαριτόπουλος έχει γράψει το πασίγνωστο βιβλίο "Άρης, ο αρχηγός των ατάκτων", όπου φυσικά εκθειάζει/αγιογραφεί τον Βελουχιώτη. Ούτε αυτός βέβαια ξεφεύγει απ΄τον κανόνα που θέλει τους αριστερούς ιστορικούς συγγραφείς να είναι τρομερά μεροληπτικοί και σε πολλές περιπτώσεις να παραποιούν εξόφθαλμα τα γεγονότα προκειμένου να τα χωρέσουν στο ιδεολογικό τους καλούπι.
 Σε μία ανάρτηση ενός ιστολογίου δεν είναι φυσικά δυνατόν να παρουσιαστούν όλες οι ανακρίβειες, αστοχίες, μισές αλήθειες κτλ που εμπεριέχονται σε αυτό το ογκώδες βιβλίο του Χαριτόπουλου.
 Μπορούμε όμως να δώσουμε ένα ενδεικτικό παράδειγμα.

 Στην σελ.276 λέει:



Και στην σελ.558 λέει:


 Αν διαβάσει κάποιος άσχετος τα παραπάνω αποσπάσματα που αναφέρονται στον πατέρα Ανυπόμονο (κατά κόσμον: αρχιμανδρίτης Γερμανός Δημάκος) θα νομίσει ότι επρόκειτο για κάποιον υπερ-μάχιμο ιερέα που είχε ζωστεί τα άρματα και πολέμαγε τους "κακούς". Κάτι σαν "παπα-Ράμπο" δηλαδή...

 Αν δει και την παρακάτω φωτογραφία (η πιο γνωστή του παπα-Ανυπόμονου) τότε προφανώς θα θαυμάσει τον "νέο Παπαφλέσσα" που έδρασε δίπλα στον "μεγάλο Άρη":







 Δυστυχώς όμως για τους φίλους μας τους αριστερούς, ο πατερ-Ανυπόμονος έχει γράψει το βιβλίο "Στο βουνό, με τον σταυρό, κοντά στον Άρη" στο οποίο αναφέρεται στην συνολική παρουσία του στο αντάρτικο.

Στην σελ.153 λέει πως εξοπλίστηκε:




Και στην σελ.306 γράφει για την "πολεμική" του εμπειρία:



 Σύμφωνα λοιπόν με τον ίδιο τον πατέρα Ανυπόμονο, εκείνος ποτέ δεν έλαβε μέρος σε μάχη, τα όπλα του ήταν πάντα άδεια και η μοναδική σφαίρα που έριξε σε όλη την αντάρτικη "καριέρα" του ήταν μία δοκιμαστική βολή που πέτυχε ένα.. σκιουράκι.

 Αποδεικνύεται λοιπόν ότι ο Χαριτόπουλος όταν έγραφε για τον "σκληρό πολεμιστή" πατέρα Ανυπόμονο, απλά έγραφε ανοησίες επιστημονικής φαντασίας.  
 Μες στην πρεμούρα του να "αποδείξει" ότι ο Βελουχιώτης περιβαλλόταν από δήθεν ακατάβλητους μαχητές, έφτασε στο σημείο να αναγάγει σε παπα-Ράμπο έναν παπούλη που ήταν τελείως άκαπνος.
 Αυτό και μόνο καταδεικνύει την αξιοπιστία του συγγραφέα.

 Το ακόμα χειρότερο είναι ότι ο Χαριτόπουλος δεν μπορεί να επικαλεστεί άγνοια για τα γραπτά του πατέρα Ανυπόμονου. Το εν λόγω βιβλίο του ιερέα συμπεριλαμβάνεται στην βιβλιογραφία που παραθέτει ο Χαριτόπουλος στο έργο του για τον Βελουχιώτη, και σε διάφορα σημεία παραπέμπει σε αυτό. Άρα και γνώριζε και είχε διαβάσει το βιβλίο.
 Παρ'ολ'αυτά κατέληξε (ενσυνείδητα ή μη, ας το κρίνει ο καθένας...) στο να διαστρεβλώσει πλήρως την ιστορική αλήθεια.
 Όπως είπαμε και στην αρχή, δεν είναι ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος αριστερός που κάνει κάτι τέτοιο.
 
 

Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2013

Αχλαδόκαμπος 1944. Ένα ακόμα έγκλημα του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ.


 Ο Αχλαδόκαμπος είναι ένα τυπικό χωριό της Αργολίδας κοντά στα σύνορα με την Αρκαδία. Την περίοδο της Κατοχής η στάση των κατοίκων του Αχλαδόκαμπου δεν αποτελούσε εξαίρεση στον γενικότερο κανόνα της Πελοποννησίων. Ήταν και αυτοί από επιφυλακτικοί εώς αρνητικοί απέναντι στο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και το ΚΚΕ που το ήλέγχε. Πρέπει να τονιστεί ότι ο Αχλαδόκαμπος είχε στρατηγική σημασία διότι από εκεί διέρχονταν τότε ο βασικός οδικός άξονας της κεντρικής και νότιας Πελοποννήσου καθώς και η σιδηροδρομική γραμμή.
 Οι προσπάθειες των κομμουνιστών κατά την περίοδο 1943-44 να ελέγξουν τον Αχλαδόκαμπο απέτυχαν. Έτσι αποφάσισαν να μετέλθουν άλλων μέσων. Στις 17 Μαϊου του 1944 στήνουν ενέδρα έξω απ΄τον Αχλαδόκαμπο, στην περιοχή Νταούλι, και χτυπούν αυτοκίνητα που μετέφεραν μηχανικούς του γερμανικού στρατού.

  Μόλις το μαθαίνουν οι Γερμανοί καταφτάνουν στον Αχλαδόκαμπο και τον περικυκλώνουν. Απειλούσαν να κάψουν το χωριό και να προβούν σε εκτεταμμένα αντίποινα, αλλά τελικά πείστηκαν ότι οι Αχλαδοκαμπίτες δεν είχαν καμμία σχέση με το συμβάν. Δεν έμειναν όμως άπρακτοι. Πήραν 50 Έλληνες που τους είχαν κρατούμενους στην Τρίπολη και τους κρέμασαν στον σιδηροδρομικό σταθμό Ανδρίτσης. Οι Αχλαδοκαμπίτες θορυβημένοι απ΄το γεγονός, τρομοκρατημένοι απ΄το πάντα πιθανό ενδεχόμενο γερμανικών αντιποίνων στο άμεσο μέλλον και με δεδομένη την εχθρότητα του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ δεν έμειναν με σταυρωμένα τα χέρια. Οι πρόκριτοι του χωριού σε σύσκεψή τους αποφάσισαν να στείλουν επιτροπή στην Τρίπολη και να ζητήσουν οπλισμό απ΄το εκεί Τάγμα Ασφαλείας. Έτσι εξοπλίστηκαν 148 νέοι του Αχλαδόκαμπου και αποτέλεσαν τον τοπικό Λόχο Ασφαλείας. Επικεφαλής του Λόχου Ασφαλείας Αχλαδόκαμπου ήταν ο λοχαγός Μπούκας.

 Ως το τέλος της Κατοχής, ο ΕΛΑΣ δεν χτύπησε το χωριό. Μετά την αποχώρηση των Γερμανών (οι οποίοι φυσικά έφυγαν χωρίς να ενοχληθούν στο ελάχιστο απ΄τους "υπερ-αντιστασιακούς" ελασίτες) όμως και συγκεκριμένα στις 18/09/1944 το 6ο σύνταγμα του ΕΛΑΣ περικύκλωσε και επιτέθηκε στον Αχλαδόκαμπο.
Οι αμυνόμενοι, αν και πολύ λιγότεροι, αντιστάθηκαν γενναία και η μάχη κράτησε 5 ώρες. Οι ελασίτες είχαν σοβαρές απώλειες. Τελικά, εκμεταλλευόμενοι την αριθμητική τους υπεροχή κατάφεραν να διασπάσουν την άμυνα στο βόρειο τμήμα του χωριού. Οι αμυνόμενοι παραδόθηκαν.
 Οι απώλειες του ΕΛΑΣ ήταν μεγάλες. Ο στρατιωτικός διοικητής του 6ου συντάγματος Μανώλης Βαζαίος έγραφε για 20 νεκρούς και τραυματίες από μία μόνο έφοδο, και άλλους 20 νεκρούς και 10 τραυματίες, εκ των οποίων οι 5 υπέκυψαν αργότερα στα τραύματά τους, ως το τέλος της μάχης.
 Αν δεχτούμε δηλαδή τους ισχυρισμούς του μιλάμε για συνολικές απώλειες (νεκροί και τραυματίες) 50 αντρών εκ μέρους του 6ου συντάγματος του ΕΛΑΣ.

 Ο Βαζαίος λέει επίσης ότι οι αμυνόμενοι είχαν 65 νεκρούς. Εδώ όμως υπάρχουν δύο παράδοξα:
 Το πρώτο είναι ότι δεν αναφέρεται σε τραυματίες αμυνόμενους. Απίθανο να μην υπήρχαν.
 Το δεύτερο είναι ότι παρουσιάζει τις απώλειες των αμυνομένων περισσότερες από αυτές των επιτιθεμένων. Αυτό γίνεται ακόμα πιο παράδοξο αν δούμε ότι σύμφωνα με τα λεγόμενά του ο Αχλαδόκαμπος ήταν φύσει οχυρό, με χαρακώματα, και οι επιτιθεμένοι είχαν χάσει το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού επειδή τους είχαν αντιληφθεί τα προκεχωρημένα φυλάκια των Αχλαδοκαμπιτών.
 Συνεπώς το λογικό θα ήταν οι επιτιθέμενοι να είχαν σαφώς περισσότερες απώλειες, όπως γίνεται άλλωστε συνήθως.

 Οι νεκροί ταγματασφαλίτες κατά την διάρκεια της μάχης υπολογίζονταν σε περίπου 10 άτομα.
 Εκτός όμως από αυτούς τους 10, την μέρα εκείνη δολοφονήθηκαν άλλοι 53 Αχλαδοκαμπίτες.
  Τα ονόματα των νεκρών παραθέτει λεπτομερώς ο Κοσμάς Αντωνόπουλος, και ο συνολικός αριθμός των νεκρών (10+53=63) συμπίπτει με τον ισχυρισμό του Βαζαίου (65 νεκροί) για τις απώλειες των αμυνομένων.
 Άρα οι 53 Αχλαδοκαμπίτες σκοτώθηκαν μετά την λήξη της μάχης και την παράδοση των αμυνομένων. Οι μαρτυρίες επιζώντων αναφέρονται σε αγριότητες που διέπραξαν οι ελασίτες σε βάρος αιχμαλώτων και ντόπιων κατοίκων. Επρόκειτο για ένα ακόμα έγκλημα πολέμου των κομμουνιστών σε βάρος Ελλήνων.
  Ενδεικτικό είναι ότι κατά την διάρκεια της Κατοχής οι Γερμανοί εκτέλεσαν 9 Αχλαδοκαμπίτες.
 Οι συγκρίσεις είναι αναπόφευκτες και τα συμπεράσματα προφανή...

  Η σφαγή θα μπορούσε να λάβει μεγαλύτερες διαστάσεις αν δεν υπήρχε ο ίλαρχος Νικόλαος Κονδύλης. Ο Κονδύλης ήταν βασιλόφρονας αξιωματικός που είχε ενταχθεί -εκβιαστικά και όχι οικειοθελώς- στον ΕΛΑΣ. Είχε διοριστεί πρόεδρος του ελασίτικου "στρατοδικείου" του 6ου συντάγματος. Μετά την λήξη της μάχης του Αχλαδόκαμπου και τα όσα θλιβερά συνέβησαν μετά, οι ελασίτες κράτησαν 73 άτομα για να τους περάσουν στρατοδικείο. Επειδή γνώριζε πολύ καλά ότι η μοίρα των κατηγορουμένων ήταν προδιαγεγραμμένη (δηλαδή εκτέλεση), προσπάθησε και πέτυχε να παρατείνει την δίκη όσο το δυνατόν περισσότερο. Μετά από λίγες μέρες, ήρθε διαταγή απ΄την κυβέρνηση εθνικής ενότητας του Καϊρου να σταματήσουν οι εκτελέσεις. Έτσι την γλίτωσαν οι 73 Αχλαδοκαμπίτες.
  Αναφέρεται επίσης ένας ακόμη υπολοχαγός, με τα αρχικά Α.Τ, ενταγμένος στον ΕΛΑΣ, που προστάτευσε τους συλληφθέντες στον τομέα του. Το ίδιο φαίνεται να έπραξε και ο καπετάνιος του συντάγματος με το ψευδώνυμο Πελοπίδας που σταμάτησε την εκτέλεση 7 αιχμαλώτων αμέσως μετά την μάχη.

Όπως και να χει όμως, και παρά το ότι το έγκλημα του Αχλαδόκαμπου δεν πήρε την έκταση αντίστοιχων εγκλημάτων σε άλλες περιοχές της Πελοποννήσου (Μελιγαλάς, Καλαμάτα, Βαλτέτσι κλπ), δεν παύει να παραμένει έγκλημα.


 

  Πηγές: 
"Εθνική Αντίστασις 1941-1945" του Κοσμά Αντωνόπουλου, σελ.1456-1459
 "Άγνωστα παρασκήνια της εθνική αντιστάσεως εις την Πελοπόννησον" του Μανώλη Βαζαίου                σελ.90-92
 "Μόνιμοι αξιωματικοί στον ΕΛΑΣ. Οικειοθελώς ή εξ'ανάγκης" του Γιάννη Πριόβολου,  
  σελ.177-184, σελ.213-9 και σελ.236
 

 

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013

KATOXIKO ΔΑΝΕΙΟ - Μια "υπενθύμιση" στον Σόιμπλε η παραδοχή του Γερμανού πρέσβη και οι ευθύνες της ελληνικής κυβέρνηση


Άρθρο του Δημοσθένη Κούκουνα στο περιοδικό ΕΠΙΚΑΙΡΑ (25.7.2013)


Αρκετοί ασφαλώς στην Ελλάδα θα αιφνιδιάσθηκαν από την αναφορά του Γερμανού υπουργού Οικονομικών Σόιμπλε κατά το πρόσφατο ταξίδι του, όταν ασχολήθηκε με το θέμα των κατοχικών δανείων.
Δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς ήρθε να πάρει από την ελληνική οικονομία, ούτε ό,τι ζήτησε πόσο πρόθυμα το πήρε από την πρόσχαρη ελληνική κυβέρνηση. Ο άνθρωπος όμως είναι τόσο πολύ κλασικός εκφραστής της γερμανικής realpolitik, ώστε όταν ρωτήθηκε περί γερμανικών οφειλών απάντησε με πολύ άνεση. Αποζημιώσεις και επανορθώσεις όχι, κατοχικά δάνεια ναι. Σαφέστατος στην άποψή του βέβαια.
Αλλά το ερώτημα είναι πώς κινείται η ελληνική κυβέρνηση επ’ αυτού. Γιατί ακόμα δεν έχουμε καταλάβει τι έχει κατά νου. Θα βιαστεί κανείς να πει ότι αυτό είναι θέμα εξωτερικής πολιτικής. Πρωτίστως όμως δεν είναι αυτό, είναι θέμα ιστορικό. Και πολύ φοβάμαι ότι δεν τείνει να ικανοποιηθεί, αλλά απλώς να «ρυθμιστεί», προφανώς μέσω κάποιου συμβιβασμού.
Η γερμανική πλευρά γνωρίζει πολύ καλά ότι το ζήτημα των κατοχικών δανείων είναι απαράγραπτο και κάποια στιγμή, θέλει δεν θέλει, πρέπει να κλείσει. Μέχρι σήμερα με ψυχρή λογική παρέτεινε αορίστως να ικανοποιήσει αυτή την αδιαμφισβήτητη ελληνική απαίτηση. Αλλά και σκοπίμως.
Ακούγεται φυσιολογικό να αποφεύγει κάποιος οφειλέτης να πληρώσει τα χρέη του. Καθόλου όμως φυσιολογικό δεν είναι ο πιστωτής να αδιαφορεί. Και δυστυχώς αυτό ακριβώς έπραξε η μεταπολεμική Ελλάδα επί εβδομήντα χρόνια αφότου αυτά τα κατοχικά δάνεια συνήφθησαν. Ας μην παραγνωρίσουμε ότι σ’ αυτή τη διαδρομή οσάκις το θέμα ήρθε στην επιφάνεια προβλήθηκαν αντιρρήσεις, όχι ως προς την ουσία του χρέους, αλλά ως προς τον τύπο. Αυτό είχε μια βάση μέχρι το 1990, οπότε επανενώθηκε η Γερμανία σε ενιαίο κράτος και τότε όφειλε να εξοφλήσει. Τυπικά τότε της δόθηκε μια πενταετής προθεσμία για να το πράξει αυτό. Από το 1995 συνεπώς είναι υπόλογη για το χρέος της προς την Ελλάδα ως προς τα κατοχικά δάνεια. Χρέος τιμής, όπως και άλλοτε το έχω χαρακτηρίσει.
Εδώ θα πρέπει να γίνει μια αποσαφήνιση. Η Ελλάδα για όσα φοβερά υπέστη κατά τη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και ειδικά της Κατοχής, είχε λαμβάνειν τρεις απαιτήσεις της, απόλυτα δικαιολογημένες: α) Αποζημιώσεις για ανθρωπιστικές καταστροφές, β) επανορθώσεις για υλικές καταστροφές, και γ) αποπληρωμή των κατοχικών δανείων που αναγκαστικά υποχρεώθηκε να παράσχει στους κατακτητές. Για τα πρώτα δύο κεφάλαια στη μεταπολεμική περίοδο έχει κατά καιρούς ικανοποιηθεί μερικώς. Για το τρίτο κεφάλαιο, δηλαδή εκείνο των κατοχικών δανείων, ουδέποτε έλαβε κάτι.
Η Γερμανία, με την τελευταία δήλωση Σόιμπλε, αλλά και άλλες προγενέστερες στο παρελθόν, δείχνει να το γνωρίζει και δεν το αρνείται. Το ερώτημα είναι τι πράττει η ελληνική κυβέρνηση. Εδώ είναι το πρόβλημα. Διότι ούτε καν επικοινωνιακά δεν το έχει προβάλει.
Με το θέμα των κατοχικών δανείων έχω ασχοληθεί επισταμένως στο πρόσφατο βιβλίο μου «Η ελληνική οικονομία κατά την Κατοχή και η αλήθεια για τα κατοχικά δάνεια» (Ερωδιός, 2012), όπου παρουσιάζω έγγραφα κυρίως προερχόμενα από το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών επί Χίτλερ, που περιγράφουν την υπόσταση αυτών των λεγόμενων κατοχικών δανείων. Πρόκειται για την πλήρη απομύζηση της ελληνικής οικονομίας την εποχή εκείνη, περιλαμβανομένου και μεγάλου τμήματος της γεωργικής παραγωγής, καθώς βεβαίως και του ορυκτού πλούτου.
Περί όλων αυτών υπάρχουν πίνακες και λοιπά στοιχεία για να συνειδητοποιήσει ο μέσος Έλληνας πολίτης τι καταλήστευση έγινε από τους κατακτητές. Το γεγονός ότι οι ίδιοι αναγνώρισαν πόσο δυσβάστακτο ήταν αυτό το χρέος προκύπτει και από την ασυνήθιστη για τη γερμανική πρακτική του χιτλερικού καθεστώτος να υποσχεθεί εν μέσω πολέμω προς την κατεχόμενη Ελλάδα ότι θα το εξοφλήσει ευθύς ως θα έληγε ο πόλεμος. Την άνοιξη του 1945 ο Χίτλερ αυτοκτόνησε, το Γ΄ Ράιχ κατέρρευσε και ο πόλεμος τελείωσε. Αλλά με διάφορα τεχνάσματα και υπό την ανοχή των Συμμάχων, το χρέος αυτό προς την Ελλάδα παραμερίστηκε και ουδέποτε μέχρι σήμερα αποδόθηκε.
Στο ερώτημα σε τι ποσόν ανέρχεται σε σημερινή αξία, η απάντηση δεν μπορεί να είναι μονολεκτική. Ούτε ο γρίφος λύεται με αναγωγές σε σταθερές νομισματικές ισοτιμίες ή άλλους συνήθεις οικονομικούς κανόνες, απλώς διότι μέσα στις κρατικές εκείνες συμβάσεις που «δένουν» το κατοχικό δάνειο υπάρχει ο όρος περί τιμαριθμικής ρήτρας. Με δεδομένο ότι οι κατακτητές, πέραν των προβλεπομένων από το διεθνές δίκαιο εξόδων κατοχής, ελάμβαναν ποσά σε ελληνικό νόμισμα, υποκείμενα σε συνεχόμενο πληθωρισμό, καθώς και αγαθά που επίσης παρουσίαζαν άκρατες ανατιμήσεις, ενώ σε όλο το διάστημα της Κατοχής η ισοτιμία δραχμής-μάρκου και δραχμής-λιρέτας παρέμενε απολύτως σταθερή, οι αριθμοί είναι ιλιγγιώδεις. Και αν θέλουμε να αποτυπώσουμε το πραγματικό ύψος των κατοχικών δανείων, είναι λάθος να στηριχθούμε στις εκτιμήσεις νομίσματος της εποχής, όπως το μάρκο (ράιχσμαρκ) ή ακόμα και η χρυσή λίρα, ακόμα ακόμα και του δολαρίου ή της λίρας στερλίνας που συχνά λαμβάνονται για παρόμοιες εκτιμήσεις. Εφόσον υπάρχει σαφής πρόνοια περί τιμαριθμικής ρήτρας, ο υπολογισμός γίνεται στη βάση του πραγματικού τιμαρίθμου και όχι του επίσημου που είναι εικονικός.
Κατά τη δική μου εκτίμηση, πρόκειται για ένα κεφάλαιο της τάξεως των 100 δισεκατομμυρίων σημερινών ευρώ που αντιστοιχεί στο σύνολο της γερμανικής οφειλής μέχρι την ημέρα που αποχώρησαν από την Ελλάδα. Οι συμβάσεις έχουν μεν τον όρο ατόκου δανείου, αλλά νομικώς καθίστανται ληξιπρόθεσμα αφότου δεν εξοφλήθηκε κατά τον προβλεπόμενο χρόνο, δηλαδή κατά τη λήξη του πολέμου. Ο χρόνος αυτός λογίζεται με τον χρόνο διεξαγωγής του Συνεδρίου Ειρήνης στο Παρίσι το 1946. Συνεπώς από τότε καταμετράται ο τοκισμός του, οπότε με ετήσιο ανατοκισμό και επιτόκιο 2,5% το 2012 είχε υπερβεί το ποσόν των 510 δισεκατομμυρίων ευρώ. Αυτή είναι η πραγματικότητα.
Έχουν γίνει κατά καιρούς διάφορες εκτιμήσεις ως προς το ύψος των κατοχικών δανείων, άλλοτε μεγαλύτερες και πολύ συχνά μικρότερες. Δυστυχώς στα τελευταία χρόνια ανεύθυνοι Έλληνες παράγοντες, έστω και αν εμφανίζονται ως ειδικοί, δίνουν αυθαίρετες εκτιμήσεις κυμαινόμενες από μόλις 3 έως και 50 δισεκατομμύρια (αναφέρομαι αμιγώς στα κατοχικά δάνεια και όχι στην αυθαίρετη ανάμιξή τους με ζητήματα αποζημιώσεων και επανορθώσεων). Η άποψή μου είναι ότι τέτοιοι αυθαίρετοι συλλογισμοί μειώνουν τη διαπραγματευτική ικανότητα του επίσημου κράτους.
Και εδώ ας έλθουμε στο άλλο κρίσιμο ζήτημα: Στην αδράνεια της ελληνικής πολιτείας. Κατά τους τελευταίους μήνες πράγματι εξαναγκάστηκε η κυβέρνηση να ασχοληθεί με το ζήτημα, το οποίο όμως και πάλι το εμφανίζει λανθασμένα, καθώς εξακολουθεί να συσχετίζει σε ενιαίο σύνολο κατοχικά δάνεια, αποζημιώσεις και επανορθώσεις. Και έτσι τα αρμόδια υπουργεία (πληροφορηθήκαμε ότι δημιουργήθηκε και ειδική επιτροπή) αδυνατούν να καταλήξουν σε ένα ορισμένο ποσόν.
Μέχρι πέρυσι, που εκδόθηκε το προαναφερθέν βιβλίο μου, υπήρχε ασάφεια αν μη άγνοια για το τι σημαίνουν τα κατοχικά δάνεια. Ακόμα και ένα επονομαζόμενο Εθνικό Συμβούλιο Διεκδίκησης των Γερμανικών Οφειλών δεν είχε ασχοληθεί ποτέ με το ζήτημα. Συνέπεσε τις ίδιες μέρες ο Αντώνης Σαμαράς να σχηματίζει την κυβέρνησή του και ευλόγως υπέθεσα ότι θα είχε κάθε λόγο να ενημερωθεί επί ενός τόσο σοβαρού θέματος, αφού το εκτιμηθέν ύψος των 510 δισεκατομμυρίων ευρώ υπερκαλύπτει το σύνολο του εξωτερικού μας χρέους. Μέσα στον ρομαντισμό μου διατηρούσα την ελπίδα ότι ένας καθαρός πολιτικός, που έγινε πρωθυπουργός για να ωφελήσει και όχι να ζημιώσει, θα ενδιαφερόταν να μάθει. Προσφέρθηκα να μεταφέρω στον ίδιο ή σε συνεργάτη του τα συμπεράσματά μου, αλλά έχει παρέλθει ένας ολόκληρος χρόνος και αδιαφόρησε πλήρως.
Μου θύμισε μια ανάλογη εμπειρία που είχα το 1995, όταν κάποιος προϊστάμενος αρμόδιας υπηρεσίας του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών θέλησε, σε συνέχεια ενός δημοσιεύματος στην «Καθημερινή» τότε, να παραδώσω αντίγραφα του αρχείου μου. Φυσικά δήλωσα πρόθυμος ως απλός πολίτης να ανταποκριθώ, αλλά ποτέ δεν εμφανίστηκε κανείς. Αναρωτιέμαι ειλικρινά αν εκείνος ο Έλληνας διπλωμάτης αδιαφόρησε επειδή βαρέθηκε ή μήπως επειδή δεν το ενέκριναν οι ανώτεροί του, διότι πραγματικά δεν είχαν την παραμικρή πρόθεση να ασχοληθούν με την είσπραξη των κατοχικών δανείων. Και στη συνέχεια αναρωτιέμαι πόσο διαφορετική θα ήταν η μοίρα μας αν είχαν διεκδικηθεί αυτά τα χρήματα εκείνα τα χρόνια, το 1995…
Και θα προσθέσω ότι πέρυσι είχα τη σκέψη να στείλω τιμής ένεκεν ένα αντίτυπο του βιβλίου μου στον πρεσβευτή της Γερμανίας στην Αθήνα, προκειμένου να το προωθήσει στο υπουργείο του ή στην καγκελαρία. Ας πούμε ότι είχα ακούσει ότι εκεί στο Βερολίνο ήταν τσιγκούνηδες και δεν θα έδιναν τριάντα ευρώ για να το αγοράσουν. Ή ας πούμε ότι ήθελα να τους αφαιρέσω το «άλλοθι» ότι αγνοούν το θέμα αυτό.
Και ενώ ο πρωθυπουργός της χώρας μου αγρόν ηγόρασε, ο Γερμανός πρέσβης είχε την καλοσύνη να μου στείλει ένα ευγενικό γράμμα, στο οποίο με συνέχαιρε για την εργασία μου και αναγνώριζε την ύπαρξη του ζητήματος των κατοχικών δανείων με κάποιες επιφυλάξεις. Δηλαδή περίπου ό,τι προ ημερών είπε και ο Σόιμπλε ευρισκόμενος στην Αθήνα.
Δεν θα προχωρήσω περισσότερο τη σκέψη μου, διότι εξακολουθώ αθεράπευτα να πιστεύω ότι το ελληνικό κράτος θα ξυπνήσει. Υπάρχουν ακόμα περιθώρια, έστω και αν για 300 δις ευρώ έχει ξεπουληθεί η χώρα μου και κυρίως στενάζουν όλοι οι φτωχοποιημένοι Έλληνες. Μπορεί να εξεγερθεί μια πατριωτική φωνή κάποιου πολιτικού ή ενός κρατικού στελέχους και να ενδιαφερθεί…
Και βεβαίως δεν αναφέρομαι σε πρόσωπα που κατέχουν πολιτικά αξιώματα και ενδεχομένως έχουν συλλάβει την ιδέα να συμψηφίσουν «συμβιβαστικά» το χρέος των κατοχικών δανείων για να φανούν αρεστοί στους αδηφάγους δανειστές μας. Δηλαδή π.χ. να γίνει ένα «κούρεμα» για να μας αφαιρεθούν λίγα δις από το σημερινό χρέος μας και ταυτόχρονα έναντι ενός ευτελέστατου ποσού, που θα συμψηφιστεί με τις υπάρχουσες υποχρεώσεις μας προς τη Γερμανία, να κλείσει οριστικά το ζήτημα των κατοχικών δανείων. Και αν κάτι τέτοιο συμβεί, θα υπάρξουν οπωσδήποτε κάποιοι για να αναρωτηθούν, ποιοι ήταν εντιμότεροι ειδικά ως προς τα ελληνικά κατοχικά δάνεια: Τα όργανα του Χίτλερ που υπέγραψαν τότε μια δανειακή σύμβαση και δεν επικαλέστηκαν το δίκαιο του ισχυροτέρου ή οι σημερινοί Μέρκελ και Σόιμπλε που, ενώ δεν μπορούν να μην τα αναγνωρίσουν, θα τα έχουν έτσι εκμηδενίσει;

Στο μέχρι στιγμής ρητορικό αυτό ερώτημα, ασφαλώς ο μέσος Έλληνας πολίτης θα πρέπει να συλλογισθεί και την εν γένει συμπεριφορά των πολιτικών του: Θα είναι τότε ή δεν θα είναι μειοδότες;



 Πηγή: http://www.aera2012.blogspot.gr/2013/07/blog-post.html

Παρασκευή 30 Αυγούστου 2013

Το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα Μακεδονίας-Θράκης

Το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα Μακεδονίας-Θράκης (ΕΚΜΘ) ήταν μία γερμανόφιλη οργάνωση που επιχείρησε να κάνει αισθητή την παρουσία της στην κατοχική Θεσσαλονίκη. Δεν ήταν δημιούργημα της Κατοχής, καθώς είχε ιδρυθεί απ΄το 1932 στην Δράμα απ΄τον πόντιο πρόσφυγα Γεώργιο Σπυρίδη. Συμμετείχε στις εκλογές το 1932 και το 1935, όπου πέρασε τελείως απαρατήρητο, προφανώς λόγω πολύ μικρών ποσοστών. Ενδιάμεσα, το 1934 ο Σπυρίδης είχε στείλει δύο επιστολές προς τον Αδόλφο Χίτλερ, με τις οποίες του εξέφραζε τον θαυμασμό και την αφοσίωσή του.
  Οι Γερμανοί παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον το κόμμα του, χωρίς όμως να έχουν ψευδαισθήσεις σχετικά με την σοβαρότητα της προσπάθειας. Συγκεκριμένα ο γερμανός πρέσβης στην Αθήνα σε έκθεσή του προς το Βερολίνο έλεγε για το ΕΚΜΘ:
 "Η οργάνωση αυτή κατ'αρχήν υπάρχει απλώς στα χαρτιά και έχει ελάχιστους οπαδούς στους αποδίδονται στομφώδη αξιώματα. Αποτελεί περαιτέρω μία κακή προσπάθεια απομίμησης του χιτλερικού κινήματος. Είναι αντισημιτική".

 Όντως το κόμμα του Σπυρίδη δεν είχε κανένα λαϊκό έρεισμα. Ο ίδιος επιδίωξε να βρίσκεται σε επαφή με σοβαρότερες προσπάθειες της Αθήνας, όπως με την Οργάνωση Εθνικών Κοινωνικών Κατευθύνσεων, και άρχισε να εκδίδει την εφημερίδα "Η Ένωσις" στην Δράμα. Προσπάθησε επίσης να διατηρήσει επαφή με το NSDAP, το κόμμα του Αδόλφου Χίτλερ. Κυριότερος συνεργάτης του ήταν ο Γρηγόρης Παζιώνης που είχε διοριστεί απ΄το μεταξικό καθεστώς νομάρχης Έβρου (πριν την μεταξική δικτατορία είχε διατελέσει και νομάρχης Χαλκιδικής).
 Επί Μεταξά, ο Σπυρίδης συνέχισε την δράση του υπό δυσμενέστερες συνθήκες. Τον Αύγουστο του 1940 το Υπουργείο Δημόστας Τάξεως έλαβε μέτρα κατά του Σπυρίδη και του κόμματός του.
 Ο  Παζιώνης τέθησε σε διαθεσιμότητα, όπως και άλλοι δήμαρχοι και νομάρχες που θεωρούνταν γερμανόφιλοι.

  Μόλις ξεκίνησε η βουλγαρική κατοχή στην ανατολική Μακεδονία, ο Σπυρίδης εγκατέλειψε την Δράμα και εγκαταστάθηκε στην Θεσσαλονίκη όπου προσπάθησε να ανασυγκροτήσει το κόμμα του. Είχε την εύνοια των Γερμανών, αλλά είχε να αντιμετωπίσει και τον "εσωτερικό ανταγωνισμό" απ΄τον συνταγματάρχη Πούλο που ηγείτο των ΕΕΕ στην Θεσσαλονίκη. Η όποια δύναμη όμως του Σπυρίδη δεν κράτησε πολύ. Στα μέσα του 1942 βγήκε στο φως το σκανδάλο των τροφίμων της Υπηρεσίας Επισιτισμού για το οποίο βρέθηκε κατηγορούμενος. Τον Δεκέμβριο του 1942 κλείστηκε στην φυλακή και στην δίκη που ακολούθησε τον Φεβρουάριο-Μάρτιο του 1943 καταδικάστηκε σε συνολικά 45 χρόνια φυλάκιση, ουσιαστικά για μαυραγοριτισμό. Πέρασε το υπόλοιπο διάστημα της Κατοχής στην φυλακή. Αποφυλακίστηκε λίγο πριν την αποχώρηση των Γερμανών απ΄την Θεσσαλονίκη και έφυγε μαζί τους απ΄την Ελλάδα.

 Η εμπλοκή του Σπυρίδη στο σκάνδαλο μπορεί να σήμαινε το τέλος της όποιας προσωπικής του πολιτικής καριέρας καθώς οι οπαδοί του κατάλαβαν ότι ενδιαφερόταν για τον προσωπικό του πλουτισμό και όχι για την προώθηση των ιδεών τους, αλλά δεν σήμαινε και το τέλος του κόμματός του. Ο έως τοτε υπαρχηγός του Παζιώνης ανέλαβε την ηγεσία του κόμματος παράλληλα με διοικητικές αρμοδιότητες που του είχαν δώσει οι Γερμανοί. Δεν έμπλεξε με σκάνδαλα όπως ο προκάτοχός του Σπυρίδης, αν και κατα κανόνα ευνοούσε τους δικούς του ανθρώπους.
 Κατάφερε πάντως να συγκροτήσει το πρώτο πολιτικό συμβούλιο του κόμματος το οποίο απαρτιζόταν κυρίως από υπαλλήλους του στις διάφορες υπηρεσίες που διηύθηνε. Τον Δεκέμβριο του 1943 έστειλε στον πληρεξούσιο του Γ' Ράιχ στην Ελλάδα, Νοιμπάχερ ένα υπόμνημα με τις θέσεις των Ελλήνων Εθνικοσοσιαλιστών Μακεδονίας - Θράκης. Εκτός απ΄τις πολιτικές θέσεις που ανέπτυσσε, και οι οποίες είχαν σαν βάση τους τον αντισλαβισμό και τον αντιβουλγαρισμό, κύριο μέλημά του ήταν να πείσει τους Γερμανούς να τον διορίσουν γενικό διοικητή Μακεδονίας. Ήταν η ολιγόμηνη περίοδος που οι Γερμανοί είχαν αναλάβει την πολιτική διοίκηση της κεντρικής Μακεδονίας.
 Δεν βρήκε την ανταπόκριση που θα περίμενε, αλλά δεν τα παράτησε. Τον Μάιο του 1944 κατέβηκε στην Αθήνα όπου συνάντησε τον αντιπρόεδρο της κατοχικής κυβέρνηση Έκτορα Τσιρονίκο που ήταν γερμανόφιλος. Ο Παζιώνης έθεσε το κόμμα του στην υπηρεσία του Τσιρονίκου, προκειμένου να καταφέρει -εκμεταλλευόμενος τις σχέσεις του τελευταίου με τους Γερμανούς- να υποσκελίσει τα ΕΕΕ του Γούλα που έδειχνε να κυριαρχεί στον χώρο των Ελλήνων Εθνικοσοσιαλιστών. Ο Γούλας αντέδρασε και οι Γερμανοί δεν δίστασαν να δείξουν την προτίμησή τους σε αυτόν, κλείνοντας μάλιστα φυλακή για μερικές μέρες και τον Παζιώνη. Απελευθερώθηκε για να αποχωρήσει και αυτός μαζί με τους Γερμανούς, όπως ο Σπυρίδης.

 Διάδοχος του Παζιώνη στην ηγεσία του ΕΚΜΘ ήταν ο απόστρατος συνταγματάρχης Διονύσης Αγάθος. Πρόκειται για πολύ σπάνια περίπτωση Έλληνα αξιωματικού που είχε αναπτύξει φιλικές σχέσεις ακόμα και με Βούλγαρους. Σημαντικό ρόλο σε αυτό έπαιξε η ελληνοβουλγάρα γυναίκα του που είχε γραφτεί μέλος στην Βουλγαρική Λέσχη Θεσσαλονίκης και φυσικά είχε επαφές με Βούλγαρους αξιωματικούς. Ο ίδιος δεν είχε πιθανότητες ουσιαστικής πολιτικής αναρρίχησης, αλλά μπόρεσε και απεκόμισε κάποια οικονομικά οφέλη ιδιαίτερα μέσω καταχρήσεων επί των εισφορών των μελών του κόμματος. Στην δίκη του Σπυρίδη συνέβαλλε σημαντικά με την κατάθεσή του στην καταδίκη του τελευταίου. Ο Αγάθος έφυγε με το ίδιο τραίνο που έφυγαν και οι προκάτοχοί του Παζιώνης και Σπυρίδης για την Γερμανία.

 Αυτή ήταν περιληπτικά η πορεία του ΕΚΜΘ και των ηγετών του. Απ'τα υπάρχοντα στοιχεία το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι δεν ήταν κάποια αξιόλογη πολιτική προσπάθεια. Ο ιδρυτής του και αρχηγός του ως το 1942 Γεώργιος Σπυρίδης απεδείχθη ένας απατεώνας χωρίς πολιτικές ικανότητες. Σύμφωνα με κάποιες μαρτυρίες ήταν μεγαλομανής και γελοίος. Όπως και να'χει ήταν κατώτερος των περιστάσεων. Ο Παζιώνης ήταν σοβαρότερος και ικανότερος, απλά δεν μπόρεσε να εκπληρώσει τις πολιτικές του φιλοδοξίες. Ο Αγάθος δεν έπαιξε κάποιο σημαντικό πολιτικό ρόλο.

 Την εποχή εκείνη αυτοί που προσέγγιζαν τους Γερμανούς άνηκαν σε διάφορες κατηγορίες ανθρώπων. Πέραν των ιδεολόγων που πάντα είναι μειοψηφία, υπήρχαν και οι καιροσκόποι και τα πάσης φύσεως λαμόγια που αντικειμενικό στόχο είχαν να πλουτίσουν σε βάρος συμπατριωτών τους.
 Η περίπτωση του ΕΚΜΘ είναι χαρακτηριστική...



 Τα ιστορικά στοιχεία για την ανάρτηση προέρχονται απ΄το βιβλίο του Στράτου Δορδανά "Έλληνες εναντίον Ελλήνων"

Τετάρτη 28 Αυγούστου 2013

Όταν το ΕΑΜ χαρακτήριζε "προδότη" τον Άγγελο Σικελιανό


 Ο Άγγελος Σικελιανός ήταν απ΄τους σπουδαιότερους πνευματικούς άνδρες που ανέδειξε η σύγχρονη Ελλάδα. Το ποιητικό του έργο, η ενασχόλησή του με τις δελφικές εορτές και πολλά άλλα, είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα του πνευματικού του έργου. Στην διάρκεια της Κατοχής ξεχώρισε για τον λόγο που έβγαλε στην κηδεία του Κωστή Παλαμά το 1943.
 Όπως ήταν φυσικό όμως, σε μία τόσο ταραγμένη περίοδο του Ελληνισμού δεν μπορούσε να αρκεστεί σε έναν επικήδειο.

 Στις 18 Δεκεμβρίου 1943 ο Σικελιανός έγραψε και κυκλοφόρησε το ποίημα "Το μήνυμά της" που δημοσιεύτηκε στο κέντρο της πρώτης σελίδας του εβδομαδιαίου περιοδικού "Καλλιτεχνικά νέα" το οποίο κυκλοφορούσε νομίμως με την άδεια της κατοχικής κυβέρνησης:



Εικόνα


Ο Σικελιανός μέσω των στίχων του στηλίτευε την εμφύλια σύρραξη που είχε αρχίσει να μαίνεται -με ευθύνη των κομμουνιστών- στην χώρα, τόσο στα βουνά (κυρίως) όσο και στις πόλεις μεταξύ του κομμουνιστοκίνητου ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και των εθνικών αντιστασιακών οργανώσεων.



 Ενδεικτικοί είναι οι στίχοι:

"Αχ, πώς το πάθαν τούτο τα παιδιά μας;
Αδέρφια να σκοτώνουνε τ αδέρφια!... Τα παιδιά μου να σφάζουν τα παιδιά μου!
Μήνυμα απλό σας στέλνω, από το στόμα της αιώνιας Μάννας, που τη λέμε Ελλάδα...
Μήνυμα απλό Σας γράφω, από τα σπλάχνα της αιώνιας Μάννας, που τη λέμε Ελλάδα...
Μήνυμα απλό Σας κράζω, από τα βάθη του πόνου της, αδέρφια της Ελλάδας...
Σώνει η σφαγή, που τυραννάει τη Μάννα! Σώνει η σφαγή τη Μάννα μας που σφάζει!
Κι αχ, ακούστε με, αδέρφια της Ελλάδας!"


 Την επόμενη μέρα, 19 Δεκεμβρίου 1943, το εν λόγω ποίημα δημοσιεύτηκε στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας "Ελεύθερο Βήμα" που εξέφραζε την γραμμή της κατοχικής κυβέρνησης:

 

    
   Ο Σικελιανός με το ποίημά του ενόχλησε τους κομμουνιστές που θεωρούσαν ότι είχαν την αποκλειστικότητα του αντιστασιακού αγώνα και ευθέως έλεγαν ότι όποιος δεν εντάσσεται στο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ (που οι ίδιοι έλεγχαν) είναι προδότης. 
 Συνεπώς όταν κάποιος ζητούσε να σταματήσει ο αδελφοκτόνος σπαραγμός μοιραία ερχόταν σε αντίθεση με την εαμοκομμουνιστική γραμμή σύμφωνα με την οποία δεν υπήρχε καμμία εμφύλια διαμάχη παρά μόνο αντιπαλότητα μεταξύ των "πατριωτών" του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και των υπολοίπων που ήταν συλλήβδην "προδότες".
 Και φυσικά αυτός ο κάποιος έπρεπε να συκοφαντηθεί αναλόγως, ακόμα και αν λεγόταν Άγγελος Σικελιανός.
 Έτσι οι κομμουνιστές δεν δίστασαν να κατηγορήσουν και τον Σικελιανό ως εθνικό μειοδότη και συνεργάτη των κατακτητών.

 Ανέθεσαν μάλιστα και στον Παναγή Λεκατσά του ΕΑΜ Λογοτεχνών να γράψει ένα ποίημα-απάντηση στον Σικελιανό, με τον ίδιο τίτλο "Το μήνυμά της".
Αργότερα, το Σεπτέμβριο του 1944, το συγκεκριμένο ποίημα του Λεκατσά, θα μπει στην ύλη του αναγνωστικού της ΠΕΕΑ (η κομμουνιστική κυβέρνηση του βουνού) για τα παιδιά της Ε' και Στ' Δημοτικού σχολείου.

 Τα στοιχεία για όλα τα παραπάνω προέρχονται από αυτήν την ανάρτηση ενός αριστερού ιστορικού ιστολογίου:  http://metwpoistorias.blogspot.gr/2010/02/blog-post_25.html
 Ο συντάκτης της βέβαια προσπαθεί να εξωραϊσει λίγο τα πράγματα, ρίχνοντας την ευθύνη στην κυβέρνηση Ράλλη που χρησιμοποίησε το ποίημα του Σικελιανού. Το αναμφισβήτητο γεγονός όμως είναι ότι οι κομμουνιστές δεν δίστασαν να συκοφαντήσουν τον Σικελιανό και να στραφούν εναντίον του επειδή ο άνθρωπος απλά ζήτησε το αυτονόητο. Δηλαδή να σταματήσει ο εμφύλιος σπαραγμός.

Είναι πιθανότατο βέβαια το παραπάνω ποίημα να ήταν απλά η αφορμή που επιζητούσαν οι κομμουνιστές για να επιτεθούν στον Σικελιανό αφού παρά το ότι ο ίδιος δεν είχε ασχοληθεί με την πολιτική, εντούτοις είχε δώσει ένα στίγμα των πεποιθήσεών του. Υπενθυμίζουμε την παρακάτω επιστολή του στον Ίωνα Δραγούμη όπου ο μεγάλος Έλληνας ποιητής δηλώνει "τετρακάθαρα εθνικιστής":

 

Ανανέωση: Λίγο καιρό μετά την παρούσα ανάρτηση, ο διαχειριστής του προαναφερθέντος αριστερού ιστολογίου, φρόντισε να απενεργοποιήσει τις παραπομπές στις σχετικές φωτογραφίες, που τώρα φαίνονται λευκές.
 Δεν πειράζει. Περαστικά του.

Δευτέρα 26 Αυγούστου 2013

Γεώργιος Παπανδρέου. Aπό το Kάιρο στα Δεκεμβριανά

ΓEΩPΓIOΣ N. MOΣXOΠOYΛOΣ
Καθηγητής Πανεπιστημίου στη Nεότερη Iστορία

Όταν ο Γεώργιος Παπανδρέου, τον Απρίλιο του 1944, με συγκεκριμένο και ρεαλιστικό πρόγραμμα, με ελπίδες και υποσχέσεις και με τη συναίνεση των συμμάχων -κυρίως της Μ. Βρετανίας- και ακόμη, και το σημαντικότερο, με την απόλυτη εμπιστοσύνη στον εαυτό του και στις προσωπικές του δυνάμεις, που πάντοτε συνιστούσε το κύριο χαρακτηριστικό του, έφτανε στο Κάιρο, ούτε καθ' υποψίαν μπορούσε να συλλάβει την εμπλοκή του, μόλις μετά επτάμηνο, στο τραγικότερο ολοκαύτωμα της χώρας. Ούτε μπορούσε να φαντασθεί την κυνικότητα της βρετανικής διπλωματίας και συγκεκριμένα του συνεργάτη του και αρχιτέκτονα των πεπρωμένων της Ελλάδας, τη συγκεκριμένη εκείνη περίοδο (1943-1944), Ουίνστον Τσόρτσιλ, που κατά την κορύφωση της εμφυλιακής δεκεμβριανής κρίσης έδινε από τη βρετανική πρωτεύουσα την εντολή, εν ανάγκη, να φυλακισθεί ο πρωθυπουργός της χώρας προκειμένου να ολοκληρωθεί το σχέδιο επιβολής της βρετανικής πολιτικής στην Ελλάδα, επιδικασμένη από τη σύσκεψη του Κρεμλίνου (9 προς 10 Δεκεμβρίου 1944) στη ζώνη επιρροής της Μ. Βρετανίας.


O Γεώργιος Παπανδρέου, πρωθυπουργός στη βραχύβια κυβέρνηση
του Kαΐρου (26 Απριλίου - 24 Μαΐου 1944), φωτογραφίζεται
ανάμεσα στους αντιπροσώπους των πολιτικών κομμάτων
και των αγωνιζόμενων αντιστασιακών οργανώσεων στο Συνέδριο
 του Λιβάνου, στις 17-20 Μαΐου 1944 (Aθηναϊκό Πρακτορείο Eιδήσεων).
Η πρόσκληση (αρχές Απριλίου 1944) του αρχηγού του Δημοκρατικού Σοσιαλιστικού Κόμματος και αργότερα επικληθέντος «Γέρου της Δημοκρατίας» να καταφθάσει επειγόντως στο Κάιρο δεν ήταν τυχαία. Eνα περίπου χρόνο προηγουμένως, τον Ιούλιο του 1943, ο Γεώργιος Παπανδρέου κατέθετε πλήρη και σαφέστατη την πολιτική ταυτότητά του με κείμενό του που απηύθυνε στο Βρετανικό Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής, στην εκεί ελληνική κυβέρνηση και βέβαια στην κυβερνητική ηγεσία του βρετανικού κράτους, και όπου περιέγραφε την πολιτική κατάσταση στη χώρα, αναφερόταν στην εθνική πολιτική, έκανε λόγο για το Κομμουνιστικό Κόμμα και κατέληγε στο «δέον γενέσθαι» τόσο για τη συνέχιση του απελευθερωτικού αγώνα όσο και για τη μορφή και το περιεχόμενο του επέκεινα της απελευθέρωσης πολιτικού και πολιτειακού καθεστώτος της χώρας. Στην αρχή μάλιστα του κειμένου, ο Παπανδρέου παρέχει το διαπιστευτήριό του στην κατ' εξοχήν συμμαχική Δύναμη του χώρου: «Εις την ανάπτυξιν των γνωμών μου διά την εθνικήν και πολιτικήν ζωήν της Ελλάδος αναχωρώ από την πεποίθησιν ότι η ταυτότης των συμφερόντων της Αγγλίας και της Ελλάδος, διά πρώτην φοράν εις την ιστορίαν των, είναι απόλυτος». (Γεωργίου Παπανδρέου, Η απελευθέρωσις της Ελλάδος, Γ΄ έκδοση, Ελληνική Εκδοτική Εταιρεία Α.Ε., Αθήνα χ.χ., σ. 13). Και ακόμη, παρέχει τη γενικότερη πολιτική θεώρησή του, και, υπογραμμίζοντας τη διαμορφούμενη παγκοσμίως νέα τάξη πραγμάτων, με ευτολμία και αποφασιστικότητα παραπέμπει στη ρεαλιστική εθνική πολιτική που υπαγορεύουν οι αδήριτες διεθνείς συγκυρίες: «Σήμερον όμως σχηματίζεται νέα μορφή του παγκοσμίου ανταγωνισμού. Δύο παγκόσμια μέτωπα διαμορφούνται: Ο Κομμουνιστικός Πανσλαβισμός και ο Φιλελεύθερος Αγγλοσαξoνισμός, και ενώ το περιεχόμενον της αντιθέσεως των κοινωνικών των καθεστώτων οσημέραι θα ελαττούται, επειδή αμφότεραι αι παρατάξεις θα συγκλίνουν προς τον Σοσιαλισμόν, θα παραμένη ως κύριον και, βαθμιαίως, ως αποκλειστικόν περιεχόμενον της αντιθέσεως το μέγα θέμα της Ελευθερίας: ατομικής, πολιτικής, ηθικής. [...] Μόνον μέσα εις την Σοσιαλιστικήν Πανευρώπην, επικουρουμένην από την ηθικήν και υλικήν δύναμιν του Φιλελευθέρου Αγγλοσαξονισμού, ημπορεί και η Ελλάς να εύρη το αίσθημα της ασφαλείας της απέναντι του καταθλιπτικού κινδύνου του Κομμουνιστικού Πανσλαβισμού» (Γ. Παπανδρέου, Απελευθέρωσις, σ.σ. 14-23).

Σε ρόλο μοιραίο

Οι απόψεις αυτές και η προγενέστερη πολιτεία του πρωταρχηγού της παπανδρεϊκής «δυναστείας» (σύλληψή του από τις αρχές Κατοχής και φυλάκισή του στις φυλακές «Αβέρωφ» τον Μάρτιο του 1942, επαφές του με το Βρετανικό Στρατηγείο της Μ. Ανατολής κ.ά.) τεκμηρίωσαν την άποψη των Συμμάχων ότι ήταν ο κατ' εξοχήν ικανότερος πολιτικός άνδρας να διαδραματίσει τον μεσολαβητικό και ρυθμιστικό ρόλο στο ανάστατο πολιτικό πεδίο της χώρας κατά την κρισιμότερη ώρα προς την απελευθέρωση. Η αναφορά του Τσόρτσιλ στα απομνημονεύματά του (Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, Δ΄, μετάφρ. Αντώνη Σαμαράκη, Αθήνα, σσ. 300-301) θεωρείται έγκυρη μαρτυρία: «Το τέλος της ανταρσίας [ενν. μερίδας των ελληνικών στρατευμάτων της Μ. Ανατολής] έδωσε μεγαλύτερη οξύτητα στην συγκρότηση μιας νέας κυβερνήσεως. Δεν υπήρχε η εντύπωση ότι ο [Σοφοκλής] Βενιζέλος ήταν το κατάλληλο πρόσωπο για την αποστολή αυτήν, και ο Παπανδρέου, ο Αρχηγός του Δημοκρατικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, τον οποίον είχαν ειδικά καλέσει από την Ελλάδα, τον αντικατέστησε στις 26 Απριλίου».

Υπήρξαν, λοιπόν, σαφείς οι πολιτικές θέσεις, οι προθέσεις και οι σχεδιασμοί του Γ. Παπανδρέου και γνώριμοι στις ηγεσίες των κομμάτων και των πολιτικών οργανώσεων της χώρας, πριν ακόμη ο αρχηγός του Δ.Σ.K. μεταβεί στο Κάιρο ως «σταυροφόρος της Εθνικής Ενώσεως», όπως ο ίδιος δηλώνει. Εξάλλου στα κείμενά του που απευθύνονται, πριν επίσης αναχωρήσει για το Κάιρο, προς το Κ.Κ.Ε. (10.12.1943), το Ε.Α.Μ. (15.12.1943) και τον πολιτικό κόσμο της χώρας, τέλος Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία για τον επιδιωκόμενο στόχο. Σε απαντητικό κείμενό του λ.χ. προς το Ε.Α.Μ. διευκρινίζει: «Oπως θα υπάρχη ΜΙΑ Κυβέρνηση, έτσι θα πρέπει να υπάρχη καί ΕΝΑ Αρχηγείο του Εθνικού Αγώνα, που θα υπακούη στην Εθνική Κυβέρνηση και θα συνεργάζεται με το Συμμαχικό Στρατηγείο [...]» (Γ. Παπανδρέου, ό.π., σ. 33).

Εκφράζεται, λοιπόν, από το 1943 εκ μέρους του μια πορεία χαρασσόμενη στο πλαίσιο, όπως φαίνεται, ειλημμένων αποφάσεων σε διεθνές επίπεδο, αλλά πορεία ξεκάθαρη, με κύριο γνώμονα τις «ζώνες επιρροής» των «μεγάλων» νικητών του πολέμου, γεγονός, βέβαια, που οριστικοποιείται αρκετούς μήνες αργότερα (Οκτώβριος 1944) στη γνωστή συνάντηση των Τσόρτσιλ και Στάλιν στο Κρεμλίνο. Ωστόσο, και παρά τη γνώση των δεδομένων, στην πρόταση του Γ. Παπανδρέου (Ιούλιος 1943) «Να επέλθη εγκαίρως πλήρης συνεννόησις της Κυβερνήσεως Καΐρου και των ενταύθα πολιτικών αρχηγών, όχι μόνο κατ' αρχήν αλλά και επί των συγκεκριμένων θεμάτων της συνθέσεως της πολιτικής και μετακατοχικής Οικουμενικής Κυβερνήσεως», η Κεντρική Επιτροπή του Κ.Κ.Ε., τον Ιανουάριο του 1944, θα ανταποκριθεί με πνεύμα συνεργασίας: «Αγωνιζόμαστε ανεπιφύλαχτα στο πλευρό των μεγάλων συμμάχων μας -Σοβιετικής Ένωσης, Μ. Βρεττανίας, Ενωμένων Πολιτειών- [...]» (Το Κ.Κ.Ε., 10 Χρόνια Αγώνες (1935-1945, Αθήνα 1945, σ. 222). Αγαθές προθέσεις για τον ίδιο στόχο, στο πλαίσιο πάντοτε των προκαθορισμένων, εκφράζονται επίσης και εκ μέρους της Μ. Βρετανίας. Ο ίδιος ο Τσόρτσιλ, όπως προκύπτει από τα απομνημονεύματά του (ό.π., σσ. 294-295), απευθυνόμενος με επιστολή του (9.4.1944) στον Βρετανό πρεσβευτή στην ελληνική κυβέρνηση (Αίγυπτος), Λήπερ, μαρτυρεί αυτές τις προθέσεις, που παραπέμπουν σε ελπίδες και υποσχέσεις για την επιτυχή διεκπεραίωση της ελληνικής υπόθεσης: «Η μόνη μας επιθυμία και το μόνο μας συμφέρον είναι να δούμε την Ελλάδα να γίνεται ένδοξο και ελεύθερο έθνος στην Ανατολική Μεσόγειο, σύμμαχο των νικηφόρων δυνάμεων. [...] Η Ελλάς, όταν ο Γερμανός κατακτητής θα έχη εκδιωχθή, θα μπορή να είναι Δημοκρατία ή Μοναρχία, σύμφωνα με τη θέληση του λαού της». Και συμπληρώνοντας, βέβαια, ο Βρετανός πρωθυπουργός υπαινίσσεται το προκαθορισμένο πλαίσιο ανέλιξης των πολιτικών πραγμάτων στον ελλαδικό χώρο: «Aς εργασθούμε λοιπόν για να επιτύχωμεν τον σκοπόν αυτόν, και ας καταστήσωμε σε όλους σαφές ότι πάσα ένδειξις κακής διαγωγής θα τιμωρηθή ασφαλώς».

«Μία Πατρίς, μία Κυβέρνησις, ένας Στρατός...»

Με αυτές τις προδιαγραφές σχηματίζεται στο Κάιρο, μετά την παραίτηση του Σοφοκλή Βενιζέλου, η υποτυπώδης κυβέρνηση των 30 ημερών (26 Απριλίου - 24 Μαΐου 1944), με πρωθυπουργό και υπουργό Εξωτερικών τον Γεώργιο Παπανδρέου, ενώ καθήκοντα υπουργών των άλλων υπουργείων είχαν ανατεθεί προσωρινά στους Γενικούς Διευθυντές. Κύριος στόχος της κυβέρνησης, σύμφωνα με τις δηλώσεις του πρωθυπουργού: Η συγκρότηση «Κυβερνήσεως Εθνικής Ενώσεως με την συμμετοχήν όλων των πολιτικών κομμάτων και των εθνικών απελευθερωτικών δυνάμεων» της χώρας, με βασικό σύνθημα: «Μία Πατρίς, μία Κυβέρνησις, ένας Στρατός», πρωταρχική δε και αγωνιώδης μέριμνα: «Η ενοποίησις και πειθάρχησις, υπό τας διαταγάς της Ενιαίας Κυβερνήσεως, όλων των ανταρτικών σωμάτων της Ελευθέρας Ελλάδος», «Η κατάργησις της τρομοκρατίας εις την ελληνικήν ύπαιθρον» και «Η εξασφάλισις [...] της τάξεως και της Ελευθερίας του Ελληνικού Λαού, εις τρόπον ώστε, απηλλαγμένος και υλικής και ψυχολογικής βίας, ν' αποφασίση κυριάρχως και διά το Πολίτευμα και διά το Κοινωνικόν Καθεστώς και διά την Κυβέρνησιν της αρεσκείας του» (Γ. Παπανδρέου, ό.π., σσ. 54-55).

Στον Λίβανο (17-20 Μαΐου 1944), στο μεγάλο συνέδριο των αντιπροσώπων των πολιτικών κομμάτων και των αγωνιζομένων οργανώσεων, υπό την προεδρία του νέου πρωθυπουργού της χώρας, μέσα από πολύωρες συζητήσεις και τις σχετικές προτάσεις, αναδύεται η ελπίδα της συμφωνίας. Το Εθνικό Συμβόλαιο, κείμενο-πρόταση του πρωθυπουργού, αποτελούμενο από οκτώ κεφάλαια, υπογράφεται από το σύνολο των αντιπροσώπων και ο Γεώργιος Παπανδρέου, έμπλεος χαράς για την αίσια περαίωση της βασικής πράξης για την περαιτέρω εξέλιξη των γεγονότων, απευθυνόμενος προς τους πολιτικούς και στρατιωτικούς αντιπροσώπους, θα υπογραμμίσει: «Η αποστολή μου έληξε. Επανερχόμενος εις Κάιρον θα ανακοινώσω εις τον Βασιλέα ότι είμαι ευτυχής, διότι η εντολή την οποίαν έλαβον ευωδώθη κατά τόσον αίσιον τρόπον και θα υποβάλω την παραίτησίν μου. Η πρωτοβουλία διά τον σχηματισμόν της νέας Κυβερνήσεως θα ανήκη εις τον Ανώτατον Aρχοντα. [...] Την στιγμήν όμως αυτήν, η οποία είναι πράγματι ιστορική, απευθυνόμενος προς υμάς, έχω την χαράν και το δικαίωμα να διακηρύξω ότι η Ελληνική Ηγεσία κατέστη ανταξία του Λαού. Πραγματοποιούντες την Εθνικήν Eνωσιν εξήρθητε εις το ύψος του Ελληνικού Λαού, του Hρωος και του Μάρτυρος [...].Υπήρξατε άξιοι της Ελλάδος. Είμαι ευτυχής διά την ευόδωσιν του έργου μας. Και διά να πανηγυρίσωμεν εις την ιστορικήν αυτήν ώραν σας παρακαλώ να αναφωνήσωμε: Ζήτω η αιωνία Ελλάς» (Γ. Παπανδρέου, ό.π., σσ. 79-80).

Δεν φαίνεται μικρότερη η συγκίνηση και των μελών του μνημειώδους Συνεδρίου. Στο επίσημο ανακοινωθέν που εκδίδεται στη Βηρυτό (21.5.1944) χαρακτηριστικά υπογραμμίζεται: «Αφού υπέγραψαν όλοι οι αντιπρόσωποι, ανεξαιρέτως, εν μέσω γενικών χειροκροτημάτων εξέφρασαν τον θαυμασμόν των προς τον Eλληνα πρωθυπουργόν διά την ικανότητα με την οποίαν διηύθυνε το έργον της διασκέψεως, το οποίον ωδήγησεν εις την επίτευξιν της Εθνικής Ενότητος. Κατά την λήξιν της συνεδριάσεως όλοι οι αντιπρόσωποι, όρθιοι, εκράτησαν σιγήν ενός λεπτού εις μνήμην των νεκρών του πολέμου και των τραγικών αλληλοκτόνων ταραχών· κατόπιν εζητωκραύγασαν υπέρ του Eθνους και των Συμμάχων» (ό.π., σ. 82).

«Γνωρίζομεν τι μας ζητούν...»

Φρούδες ελπίδες... Από το τέλος Ιουνίου 1944 ώς τον αιματοβαμμένο Δεκέμβρη, μέσα από τις επίμονες διπλωματικές διεργασίες αναδεικνύεται η μοιραία πάλη. Το όραμα του εαμικού κινήματος προβάλλει δειλά, αλλά σταθερά, αντιμέτωπο στην αναδυόμενη προπολεμική καθεστηκυία τάξη. Ο Γεώργιος Παπανδρέου στο μετερίζι της φιλελεύθερης συντηρητικής πολιτικής του (και πολιτικής, οπωσδήποτε, των βρετανικών στόχων) δέχεται τις έντονες αντιδράσεις των δυνάμεων του Κ.Κ.Ε., του Ε.Α.Μ. και της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Αντίστασης (Π.Ε.Ε.Α.). Στην προσπάθειά του για τη συμμετοχή αντιπροσώπων τούτων των δυνάμεων στη σχηματιζόμενη κυβέρνηση Εθνικής Ενώσεως δέχεται τα τηλεγραφήματα αμφισβήτησης και υποβολής όρων των στελεχών του κινήματος Πορφυρογένη, Σαράφη, Μπακιρτζή, Χατζή και Σιάντου. Το τηλεγράφημα των τριών τελευταίων, οι οποίοι εκπροσωπούν την Π.Ε.Ε.Α (Πολιτική Eπιτροπή Eθνικής Aπελευθέρωσης), το Κ.Κ.Ε. και το Ε.Α.Μ., απευθυνόμενο προς τους απεσταλμένους τους στο Κάιρο για τις διαπραγματεύσεις, αναδεικνύει την ένταση της αναδυόμενης πάλης και μεταθέτει σε άλλο επίπεδο τις θέσεις του Γεωργίου Παπανδρέου. Στην πρόκληση «εάν οι όροι μας γίνουν δεκτοί, μηνύσατέ μας όπως στείλωμεν ομάδα υπουργών, αν όχι, παρακαλούμε διακόψατε διαπραγματεύσεις και επιστρέψατε», ο πρωθυπουργός της σχηματιζόμενης κυβέρνησης, εντεταλμένος για την πορεία προς την προκαθορισμένη λύση, θα δώσει το έναυσμα προς τη μοιραία (και προσχεδιασμένη από τη Βρετανία για την τελική κάθαρση) σκλήρυνση της πολιτικής θέσης του: «Γνωρίζομεν τι μας ζητούν. Και απέναντι των αιτημάτων των λαμβάνομεν επίσημον, υπεύθυνον θέσιν: Αρνούμεθα! Μας ζητούν να παραδώσωμεν την Ελλάδα. Αρνούμεθα!» (ό.π., σ.117).

Από εδώ και πέρα οι απεγνωσμένες προσπάθειες του Γεωργίου Παπανδρέου για την πραγμάτωση του οράματός του, την απόλυτη συμφωνία των δυνάμεων της χώρας και την αναίμακτη έξοδο από οποιαδήποτε εμφανιζόμενη κρίση, εμπλεκόμενες στη μέγγενη των εκατέρωθεν πιέσεων (του Ε.Α.Μ. και της πολιτικής της Βρετανίας) θα έχουν ως συνέπεια τις εκάστοτε διακυμάνσεις. Η είσοδος των αντιπροσώπων του Ε.Α.Μ. στην κυβέρνηση τον Σεπτέμβριο του 1944 υπήρξε μια μικρή ανάπαυλα στην κρίση, που ενισχύεται με το Σύμφωνο της Καζέρτας και συμβάλλει στην ομαλή πορεία προς την επίσημη απελευθέρωση της χώρας τον Οκτώβριο του 1944. H περίοδος αυτή της ανάπαυλας είναι, οπωσδήποτε, συνέπεια αφενός της συνετής πρόθεσης των αντιπροσώπων του εαμικού κινήματος και του προσανατολισμού του προς την εθνική και κοινωνική αποκατάσταση της χώρας, αλλά αφετέρου, και κυρίως, συνιστά επιτυχία των ρυθμιστικών δεξιοτήτων και των αγαθών προθέσεων του Γεωργίου Παπανδρέου. Οι μαρτυρίες από τα Αρχεία των Σοβιετικών Mυστικών Yπηρεσιών τεκμηριώνουν τις προθέσεις του κινήματος. Ο Πέτρος Ρούσος, σε πληροφοριακό κείμενό του προς το Κ.Κ. Βουλγαρίας και κατ' επέκταση προς την ηγεσία της Σοβιετικής Eνωσης, σχετικά αναφέρει: «Το κόμμα αντέδρασε διευρύνοντας και ενισχύοντας τον αγώνα για την ενότητα εναντίον του εχθρού [...]. Βασισμένοι στη γραμμή αυτή, συμμετάσχαμε στη διάσκεψη του Λιβάνου και αργότερα στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, κι αυτό παρά έναν αριθμό από δυσμενείς όρους που προέκυψαν ως αποτέλεσμα της βρετανικής πολιτικής. Στην ίδια βάση υπεγράφη μια συμφωνία στην Καζέρτα από κοινού με τους Βρετανούς και τα ελληνικά πολιτικά κόμματα για την προετοιμασία της εκδίωξης των Γερμανών από την χώρα. [...] Μπήκαμε στην κυβέρνηση Παπανδρέου στη βάση του δημοκρατικού προγράμματος της κυβέρνησης [...]. Δεν υπογράψαμε την συνθήκη για τη διάλυση των ανταρτικών σχηματισμών, δώσαμε όμως τη συγκατάθεσή μας για την οικοδόμηση ενός ενιαίου στρατού, που θα περιλαμβάνει τις ανταρτικές μας δυνάμεις» (σ. 208).

Παγίδες και αδιέξοδα

Iσως η ευτυχής ανάπαυλα να διαρκούσε ώς το τέλος, αν ο βρετανικός παράγων δεν επέμενε στην απόλυτη επιβολή στη χώρα μας μιας πολιτικής και ενός status έξωθεν εισαγομένων και υπαγορευομένων από τα βρετανικά και γενικότερα οικονομικά συμφέροντα του διεθνούς συστήματος. Αυτή η βρετανική πολιτική, που σε κάποια στιγμή ανάγκασε τον Παπανδρέου να αντιδράσει στην απαίτηση του Τσόρτσιλ για την άμεση μετάβαση του βασιλιά Γεωργίου στην Ελλάδα («Εφ' όσον το απαιτείτε να γίνει, αλλά υπό άλλον πρωθυπουργόν»), παγίδευσε τον ικανότατο άνδρα και δεξιοτέχνη πολιτικό, ώστε να εμπλακεί στο πολεμικό κλίμα που κατηύθυνε στην εμφυλιακή σύρραξη. Σε ένα κείμενο του πρωθυπουργού με ημερομηνία 2 Δεκεμβρίου 1944, αναφερόμενο στην άρνηση των υπουργών της Αριστεράς να υπογράψουν την αποστράτευση, υπογραμμίζεται: «Παραίτησις σημαίνει δυστυχώς απαρχή εμφυλίου πολέμου [...]. Θα υπερασπίσωμεν την Ελλάδα εναντίον των εσωτερικών της εχθρών». Και αλλού πάλι: «Η ευθύνη του εμφυλίου πολέμου, εις τον οποίον μας οδηγούν, είναι τραγική. Και το έθνος πρέπει να γνωρίζει ποίος έπταισεν». Πρόκειται για το κλίμα εκείνο που διαμορφώνει ο Τσόρτσιλ υπογραμμίζοντας προς τη βρετανική πρεσβεία στην Αθήνα: «Δεν είναι καιρός διά πολιτικολογίας. Είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου: Να σωθή ή να μη σωθή η πρωτεύουσα των Αθηνών [...] Θέλω τον Παπανδρέου εις το πηδάλιον (Γ. Παπανδρέου ό.π., σσ. 220, 222, 230). Και η σύγκρουση επήλθε, με τις γνωστές συνέπειες του Δεκέμβρη: Τον Παπανδρέου παγιδευμένο και αδύναμο να αντιδράσει. Παγιδευμένο και το Ε.Α.Μ. στους μηχανισμούς του Κρεμλίνου για μία ακόμη τετραετία, έως ότου θυσιασθεί και ο τελευταίος αντάρτης στα βουνά της Ελλάδας. Παγιδευμένος και ο ελληνικός λαός στο κλίμα τρομοκρατίας που ακολούθησε τα γεγονότα. Παγιδευμένο και το δημοψήφισμα του 1946 για την παλινόρθωση της μοναρχίας, που διεξάγεται κατ' ουσίαν στο πλαίσιο εμφυλίου πολέμου. Τώρα ποιος «έπταισεν» για την κρίση και τις συνέπειες; Το Eθνος, ύστερα από πενήντα τόσα χρόνια υπό το φως των πληροφοριών των αγγλικών και σοβιετικών αρχείων, πράγματι μαθαίνει, εκτιμά και αποδίδει ευθύνες. Γιατί άδικα, βέβαια, και οι υπεύθυνοι του εαμικού κινήματος και το Κ.Κ.Ε. και ο Γεώργιος Παπανδρέου έχουν χρεωθεί μια από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της χώρας στη νεότερη ιστορία της.


 Πηγή:  http://ellinikosemfilios.blogspot.gr/2012/05/k.html

Παρασκευή 23 Αυγούστου 2013

Το μένος του κεντροδεξιού ιστορικού Νίκου Μαραντζίδη κατά της Χρυσής Αυγής


 Πριν από μερικές μέρες δημοσιεύτηκε στο διαδίκτυο ένα άρθρο του ιστορικού Νίκου Μαραντζίδη με τον τίτλο "Διαλύστε τη Χρυσή Αυγή".
 Μπορείτε να το διαβάσετε εδώ: http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.politiki&id=26946
 Δεν υπάρχει κανένας λόγος να σχολιάσουμε αυτό το άρθρο του Μαραντζίδη, άλλωστε η Χρυσή Αυγή του έχει απαντήσει αναλόγως απ΄την ιστοσελίδα της.

 Καλό θα ήταν όμως να υπενθυμίσουμε κάποια πράγματα σχετικά με τον ίδιο τον συντάκτη του συγκεκριμένου άκρως επιθετικού αντιχρυσαυγίτικου άρθρου.

 Ο κ.Μαραντζίδης είναι πανεπιστημιακός ιστορικός αλλά απέχει πολύ απ΄το να θεωρείται ένας τυπικός εκπρόσωπος του (ακρο)αριστερόστροφου πανεπιστημιακού κατεστημένου της μεταπολίτευσης.
 Ανήκει σε αυτήν την γενιά των αποκαλούμενων αναθεωρητών ιστορικών οι οποίοι τα τελευταία 15 χρόνια περίπου με εμπεριστατωμένες και τεκμηριωμένες μελέτες έχουν καταφέρει να αμφισβητήσουν με μεγάλη επιτυχία την αριστερή παντοκρατορία στην ιστοριογραφία της περιόδου 1941-49. Με μία απλή έρευνα στο διαδίκτυο εύκολα μπορεί ο καθένας να βρει σχετικά άρθρα του Μαραντζίδη, κάποια εκ των οποίων έχουν αναδημοσιευτεί και στο παρόν ιστολόγιο.
 Ο Μαραντζίδης έγραψε το βιβλίο "Γιασασίν μιλιέτ" που αναφερόταν στους τουρκόφωνους Πόντιους, με ιδιαίτερη έμφαση στην δράση τους στην κατοχική Μακεδονία όπου ένα σημαντικό κομμάτι τους εξοπλίστηκε απ'τους Γερμανούς για να αυτοπροσταστευτούν απ΄το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Η προσέγγισή του στο θέμα της συνεργασίας τους με τους Γερμανούς ήταν πολύ προσεκτική και σε καμμία περίπτωση δεν υιοθέτησε απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς για αυτούς τους ανθρώπους.
 Επίσης, με την επιμέλεια του Νίκου Μαραντζίδη εκδόθηκε το συλλογικό έργο "Οι άλλοι καπετάνιοι" που ξεχώρισε κυρίως για τις ευρείες αναφορές στους οπλαρχηγούς (πόντιους πρόσφυγες σε μεγάλο ποσοστό) που συνεργάζονταν με τους Γερμανούς στην κατοχική Μακεδονία.
 Για να μην μακρυγορούμε όμως παραθέτουμε το παρακάτω ενδεικτικό απόσπασμα απ΄το κείμενο του Μαραντζίδη στο εν λόγω βιβλίο:
 
 "Οι παραπάνω παρατηρήσεις γίνονται ακριβώς για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε γιατί στην συνείδηση τόσων ανθρώπων η συνεργασία με τους Γερμανούς δεν αποτελούσε εθνική προδοσία και μπορούσε να συνδυάζεται με την αγάπη για την πατρίδα, ειδικά μάλιστα από τα τέλη του 1943, όταν  η ελπίδα ότι από μέρα σε μέρα ο στρατός κατοχής θα αποχωρήσει είχε γίνει βαθιά πεποίθηση. Αντίθετα, μέσα στο πλαίσιο αυτής της λογικής, η φιλοπατρία και ο μπολσεβικισμός παραμένουν έννοιες ασύμβατες."
 ("Οι άλλοι καπετάνιοι" σελ.33)

 Είναι λοιπόν προφανές ότι ο ιστορικός Νίκος Μαραντζίδης με την ψύχραιμη και εμπεριστατωμένη ιστορική του έρευνα συνεισέφερε τα μέγιστα στην απενοχοποίηση εκείνων των ανθρώπων που είχαν συλλήβδην στιγματιστεί (λανθασμένα βέβαια) ως "προδότες", "φασίστες", "εγκληματίες" κτλ απ΄το κομπλεξικό μεταπολιτευτικό κατεστημένο.
Για αυτό το επιστημονικό του έργο είναι άξιος συγχαρητηρίων.

 Το ίδιο κατεστημένο που είχε καταδικάσει χωρίς ελαφρυντικά τους ταγματασφαλίτες και τους πόντιους οπλαρχηγούς της Μακεδονίας, έχει παράλληλα δαιμονοποιήσει πλήρως και την Χρυσή Αυγή. Πολλές φορές οι εκπρόσωποί του (είτε πολιτικοί, είτε πανεπιστημιακοί, είτε δημοσιογράφοι κτλ) δεν διστάζουν να θεωρήσουν την Χρυσή Αυγή σαν πολιτικό επίγονο εκείνων των ανθρώπων που ζήτησαν και πήραν όπλα απ΄τους Γερμανούς για να αυτοπροστατευτούν απ'τους κομμουνιστές. Βέβαια, αυτός ο συσχετισμός είναι τελείως άκυρος, διότι ένα πολιτικό κόμμα του 21ου αιώνα με συγκεκριμένες ιδεολογικές αρχές δεν μπορεί να συγκριθεί με ένοπλες ομάδες χωρικών ποικίλων πολιτικών τάσεων που έδρασαν 70 χρόνια πριν υπό τελείως διαφορετικές συνθήκες. Πρόκειται για ποιοτικά διαφορετικές οντότητες, μη-συγκρίσιμες μεταξύ τους.
 Εν πάσει περιπτώσει όμως.

 Προφανώς ο Μαραντζίδης όταν έκανε την αξιόλογη κατά γενική ομολογία ιστορική του έρευνα, δεν σκέφτηκε ότι ο μοναδικός πολιτικός χώρος που θα μπορούσε να αξιοποιήσει τα ιστορικά του συμπεράσματα ήταν οι εθνικιστές, των οποίων η κομματική έκφραση είναι η Χρυσή Αυγή. Ή μπορεί και να το σκέφτηκε, αλλά να μην έδωσε σημασία διότι πιθανώς υποτίμησε τις πολιτικές προοπτικές του συγκεκριμένου χώρου.

 Τι περίμενε δηλαδή ο Μαραντζίδης; Ότι θα αξιοποιούσαν πολιτικά οι φιλελεύθεροι κεντροδεξιοί την έρευνά του π.χ για τον Μιχάλαγα ή τον Κισά Μπατζάκ; Τόσο αφελής ήταν; Δεν ήξερε ότι οι Έλληνες δεξιοί είναι απ΄το 1974 και μετά φοβικοί και κομπλεξικοί απέναντι στην αριστερά; Θα τολμούσαν ποτέ οι βουτυρομπεμπέδες της ΝΔ να ορθώσουν το ανάστημά τους απέναντι στην αριστερή πνευματική δικτατορία και να αμφισβητήσουν τα ιστορικά της δόγματα; Ούτε κατα διάννοια δεν θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο, γι'αυτό και δεν έγινε βέβαια.

 Εδώ θα μπορούσε κάποιος να προβάλλει το επιχείρημα ότι η ιστορική έρευνα δεν είναι απαραίτητο ούτε θεμιτό να έχει πολιτικές προεκτάσεις.
 Δεν υπάρχει πιο επιπόλαια άποψη από αυτή. Πόσο μάλλον απ΄την στιγμή που η ιστορική έρευνα αφορά την πλέον ταραγμένη και αιματοβαμμένη περίοδο της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας που άφησε βαθιά το στίγμα της στην κοινωνική και πολιτική ζωή της χώρας και καθόρισε τις πολιτικές συμπεριφορές μεγάλων τμημάτων του λαού. Καλώς ή κακώς, οι μνήμες απ΄τα γεγονότα της δεκαετίας του ΄40 είναι ακόμα ζωντανές, ιδιαίτερα στην επαρχία.
 Συνεπώς μία ιστορική έρευνα αναθεωρητικής μορφής γύρω απ΄το καυτό θέμα των λανθασμένα θεωρουμένων ως "δοσίλογων", "φασιστών", "προδοτών", δεν μπορεί παρά να έχει σαφείς πολιτικές προεκτάσεις. Αυτές μπορεί να μην γίνουν άμεσα αντιληπτές, αλλά να φανούν μακροπρόθεσμα όταν οι αντικειμενικές συνθήκες το επιτρέψουν.

 Φαίνεται λοιπόν πως έστω και κατόπιν εορτής ο Μαραντζίδης αντελήφθη ότι με το αξιόλογο επιστημονικό του έργο ενίσχυσε άθελά του το ελληνικό εθνικιστικό κίνημα καθώς βοήθησε τα μέγιστα στην απενοχοποίηση των (λανθασμένα, όπως τονίσαμε και πριν) θεωρούμενων ως πολιτικών προγόνων της Χρυσής Αυγής.

 Τώρα με ένα καυστικό άρθρο γεμάτη εμπάθεια φτάνει στο σημείο να απαιτήσει να βγει η Χρυσή Αυγή εκτός νόμου και την συγκρίνει με το ΚΚΕ του 1946! Ξεχνάει όμως ότι το τότε ΚΚΕ βαρυνόταν ήδη με τρομερά εγκλήματα και προδοσίες σε βάρος του λαού, πράγμα που η Χρυσή Αυγή φυσικά δεν έχει κάνει. Κάθε άλλο, έχει πέσει η ίδια θύμα τρομοκρατικών επιθέσεων. Ξεχνάει ότι το ΚΚΕ τότε είχε συγκεκριμένα πολιτικοστρατιωτικά στηρίγματα σε γειτονικές χώρες, ενώ η Χρυσή Αυγή είναι μόνη της.

 Αν λοιπόν ο Μαραντζίδης θλίβεται με την άνοδο της Χρυσής Αυγής, μπορεί κάλλιστα να προβεί σε πράξεις αυτοτιμωρίας διότι και ο ίδιος ακουσίως έβαλε το λιθαράκι του σε αυτή. 
Αν πάλι θλίβεται που οι φιλελεύθεροι ομοϊδεάτες του δεν αξιοποίησαν πολιτικά τα ιστορικά του πορίσματα, ας τους ζητήσει τον λόγο.

 Πάντως, για να είμαστε δίκαιοι, οι Έλληνες εθνικιστές που ασχολούνται με ιστορικά θέματα επιβάλλεται να ευχαριστήσουν τον Μαραντζίδη για τα στοιχεία που έφερε στο φως σχετικά με τα γεγονότα της δεκαετίας του '40, και φυσικά να του ευχηθούν περαστικά...